Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

«Γεύση Σταυρού…»


-Τι είναι η Μεγάλη Τεσσαρακοστή; ρώτησα.
-Πορεία είναι, μια πορεία μέσα στις γεύσεις. Ξεκίνα και θα νοιώσεις.
Θα σε οδηγήσουν οι εικόνες και τα ακούσματα.
Ξεκινώ, και στο πρώτο κιόλας βήμα, πέφτω πάνω σε μια εικόνα απογοητευτική. Ένας άνθρωπος κάθεται μόνος του και κλαίει.
-Ποιος είσαι; τον ρωτώ, ενώ ήδη ο θρήνος του έχει επηρεάσει τα ψυχικά μου αισθητήρια.
-Δεν με γνωρίζεις; Ο Αδάμ είμαι.
-Και γιατί κλαις; τον ρωτώ δειλά, ενώ αισθάνομαι ότι αυτό τον θρήνο κάπου τον έχω ξανακούσει.
-Γιατί αρνήθηκα να σηκώσω το σταυρό που μου έδωσε ο Δημιουργός μου. Έτσι γεύτηκα το θάνατο. Πικράθηκε η ψυχή μου. Δεν αντέχω αυτή τη γεύση.
Τώρα κατάλαβα που γνωρίζω αυτό το κλάμα. Είναι ίδιο με το δικό μου: «Θρηνῶ καί ὀδύρομαι ὅταν ἐννοήσω τόν θάνατον». Ίδια γεύση, ίδιο κλάμα, σκέφτηκα και προχώρησα. Συνάντησα αγίους να κρατούν ψηλά εικόνες του Χριστού. Μάλλον από μέσα τους τις ξέθαψαν, σκέφτηκα. Είδα πολλές μορφές. Ένας αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Γρηγόριο, να μου δείχνει στο τέλος του δρόμου το φως. Έναν Σιναΐτη ασκητή, τον Ιωάννη, να μου αποκαλύπτει τις κινήσεις της ψυχής μου. Μια αμαρτωλή, την Μαρία από την Αίγυπτο, που πήρε διαζύγιο από την αμαρτία, παντρεύτηκε την άσκηση και γέννησε αρετές και αγιότητα. Και αφού όλα αυτά τα είδα και τα άκουσα, έφτασα σ΄ ένα βουνό με ένα σταυρό. Εκεί δεν τόλμησα να μιλήσω, ούτε να ρωτήσω τίποτα. Ο δρόμος που έκανα με είχε προετοιμάσει. Αυτή τη γεύση του σταυρού που αρνήθηκε ο Αδάμ, τη γεύτηκε ο Χριστός. Μετά τον κάλεσε και αυτόν και όλους τους θανατοπικραμένους να πάρουν σταυρό. Όσοι τον δέχτηκαν έδιωξαν την γεύση του θανάτου και γλυκάθηκαν από τη γεύση του Σταυρού. Η πικρή γεύση έμεινε στον Άδη και στους φίλους του. Κοίταξα μέσα μου βαθιά. Έβαλα τα χέρια της ψυχής στο στόμα και φώναξα με όλη μου τη δύναμη, έτσι ώστε να το ακούσει καλά ο εαυτός μου:
«Εεε!!! Πάτερ Αδάμ, μην κλαις. Χριστός Ανέστη!».

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Τι ωραίο κείμενο!