Παρασκευή, 29 Φεβρουαρίου 2008

Παρουσίαση βιβλίου: Αρχιεπίσκοπος Λουκάς (π.Νεκταρίου Αντωνοπούλου)


Ο αρχιμανδρίτης Νεκτάριος Αντωνόπουλος, Ηγούμενος της Ι. Μονής Σαγματά, της Ιεράς Μητρόπολης Θηβών και Λεβαδείας συγκέντρωσε στοιχεία και κατέγραψε σε ένα εκπληκτικό βιβλίο την ζωή και το έργο του Αρχιεπισκόπου Κριμαίας Λουκά (1877-1961), κατά κόσμο Βαλεντίν Βόινο-Γιασενέτσκι. Πρόκειται για την καταγραφή της ζωής ενός μεγάλου αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας που διακόνησε τον συνάνθρωπο τόσο ως ιατρός χειρουργός όσο και ως πνευματικός ιατρός. Ψυχές και σώματα βρήκαν θεραπεία, και συνεχίζουν ως τις μέρες μας, χάρη στον αρχιεπίσκοπο Λουκά που συνδύασε με τρόπο μοναδικό στο πρόσωπο του την υψηλή επιστημονική κατάρτιση και την πνευματική διακονία στο Ιερό Θυσιαστήριο της Εκκλησίας.

Ήδη από τα νεανικά του χρόνια μαθαίνουμε για την κλίση του στην ιατρική επιστήμη και τις υψηλές αρχές βάσει των οποίων άσκησε το λειτούργημα αυτό. Για τον Βόινο-Γιασενέτσκι πρότυπο ιατρών ήταν οι Άγιοι Ανάργυροι που θεράπευαν τον ασθενή άνθρωπο αφιλοκερδώς. Επίσης, γι’ αυτόν ο κάθε ασθενής δεν ήταν μια αφηρημένη οντότητα, αλλά ένα μοναδικό πρόσωπο που έπρεπε να προσεγγίζεται με αγάπη και ενδιαφέρον, όχι στεγνά επαγγελματικά, όχι αδιάφορα και ψυχρά αλλά με στοργή, αναλογιζόμενος - ο σωστός ιατρός - την μεταφυσική υπόσταση του κάθε ανθρώπου. Με βάση αυτές τις αρχές πορεύτηκε στην ιατρική του σταδιοδρομία ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς. Αλλά πέρα από την μάχιμη ιατρική και τις χιλιάδες των εγχειρίσεων - ορισμένες απ΄ αυτές πολύ δύσκολες - που έκανε στη ζωή του, ο Άγιος Λουκάς ήταν και ένας ακάματος εργάτης του πνεύματος, ένας ανήσυχος ερευνητής γύρω από την επιστήμη του, βιβλιοφάγος, και καινοτόμος στην επιστήμη. Αποτέλεσμα των ερευνών του ήταν το φημισμένο επιστημονικό του σύγγραμμα «Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» που θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για όλον τον ιατρικό κόσμο.

Η επιστημονική όψη της ζωής του Λουκά συμπληρώνεται από την ιερατική του κλίση. Σαν να ήθελε ο Θεός έναν τέτοιο εργάτη στον αμπελώνα του που να συνδυάζει και την θεραπεία των ψυχών εκτός των σωμάτων. Πριν όμως απ’ αυτό το γεγονός, στην προσωπική του ζωή ο Λουκάς γνώρισε την θλίψη που του γέννησε μέσα του ο θάνατος της νεαρής γυναίκας του αφήνοντας του τέσσερα παιδιά. Δεν ήταν όμως δυσχερής μόνο η προσωπική ζωή του Λουκά, αλλά και όλης της Ρωσίας. Είχε ήδη εγκαθιδρυθεί το στυγνό δικτατορικό καθεστώς των μπολσεβίκων του Λένιν που από τους πρώτους στόχους του ήταν και η Εκκλησία. Σ’ αυτήν την ιστορική στιγμή χειροτονείται ιερέας ο Λουκάς, όταν η επίσημη Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία βρίσκεται υπό διωγμό από τις δυνάμεις του καθεστώτος που προσπαθούν να επιβάλλουν στους πιστούς μια «εκκλησία» μαριονέτα, την λεγόμενη «Ζωντανή Εκκλησία» που θα υπηρετεί τα σχέδια της νέας τάξης.

Από δω και στο εξής η ζωή του Λουκά ως ιερέα στην αρχή, επισκόπου αργότερα, και ιατρού, σημαίνεται από το σημείο του Σταυρού. Εξορίες, φυλακίσεις, ταπεινώσεις, ύβρεις, ονειδισμοί, η κοινή μοίρα των απλών ανθρώπων που έζησαν και βίωσαν την απολυταρχική δικτατορία των κομμουνιστών στη Ρωσία. Σε κάθε σελίδα του βιβλίου αναδεικνύεται η υπομονή και η πίστη στο Θεό που συνοδεύουν σε όλα του τα βήματα τον αρχιεπίσκοπο Λουκά. Ο μεγάλος αυτός πιστός και επιστήμονας υποφέρει όπως ο απλός λαός, διώκεται για την πίστη του, και μόνο το σχήμα που φορά εξοργίζει και ερεθίζει τις αντίθεες δυνάμεις που δεν μπορούσαν να παραδεχτούν πως είναι δυνατό ένας κορυφαίος επιστήμονας να είναι ταυτόχρονα πιστός στην Εκκλησία του Χριστού και μάλιστα ιερωμένος. Η ιδεολογία της αθεΐας και της δήθεν θεμελιώδους σύγκρουσης, πίστης και επιστήμης, χλευάζεται στην μορφή του αρχιεπισκόπου και ιατρού χειρουργού Λουκά.

Στις 11 Ιουνίου εορτάζεται η μνήμη του αρχιεπισκόπου Κριμαίας Λουκά. Μετά την κοίμηση του πλήθος θαυμάτων και θαυμαστών θεραπειών καταγράφονται σε όλον τον κόσμο. Πιστοί που επικαλούνται το όνομα του και προσεύχονται σ’ αυτόν, βρίσκουν θεραπεία. Στο βιβλίο υπάρχουν πολλές τέτοιες περιπτώσεις. Η Εκκλησία τον ανακηρύσσει άγιο, αφού ήδη εν ζωή είχε αναγνωριστεί ως τέτοιος από τον πιστό λαό.

Μια εμβληματική μορφή της σύγχρονης Ορθοδοξίας, ο ιατρός και επίσκοπος Κριμαίας Λουκάς συνιστά έναν ζώντα μάρτυρα της αλήθειας της πίστης αφενός, και ένα πρότυπο του αληθινού κεχαριτωμένου επιστήμονα αφετέρου. Ενωμένες στο αυτό πρόσωπο, η πίστη και η επιστήμη, δοξάζουν τον Θεό και θεραπεύουν τον άνθρωπο.

"Ιατρόν και ποιμένα, Λουκά τιμήσωμεν,
Συμφερουπόλεως ποίμνης, Αρχιερέα λαμπρόν,
τον βαστάσαντα Χριστού τα θεία στίγματα,
τας εξορίας, τα δεινά, εγκλεισμούς εν φυλακαίς,
τας θλίψεις και τα ονείδη,

τον επ’ εσχάτων φανέντα, εν Ρωσία νέον Άγιον."


(απολυτίκιον Αγίου Λουκά Κριμαίας).


______________________

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΟΥΚΑΣ (π. Νεκταρίου Αντωνοπούλου)
Εκδόσεις Ακρίτας

"...Μια συγκλονιστική μαρτυρία είναι κι αυτή της μορφής του Αγίου Λουκά, Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας, του ιατρού. Άνθρωπος με σπάνια ταλέντα και πνευματικά χαρίσματα, με εκπληκτική επιστημονική κατάρτιση, διακόνησε τον άνθρωπο ως ποιμένας και γιατρός με αξιοθαύμαστη αυταπάρνηση..." (σελ. 448, Ζ΄έκδ. 2002)

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008

"La marioneta"

"La marioneta"

(by Johnny Welch)

«Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ.

Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’ αυτό που αξίζουν, αλλά γι’ αυτό που σημαίνουν.

Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!

Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.

Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ’ ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ’ αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους....

Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.

Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους... Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.

Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ’ αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.

Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’ αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα σ’ αγκάλιαζα και θα σου ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ έβλεπα, θα έλεγα “σ’ αγαπώ” και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.

Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ΄θελα να σου πω πόσο σ’ αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.

Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις “συγνώμη”, “συγχώρεσέ με”, “σε παρακαλώ”, “ευχαριστώ” κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.

Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2008

Έρωτας ή Αγάπη…

Προσπαθούσαμε να βρούμε άκρη στο ερώτημα: «Είναι ο έρωτας όντως αγάπη όπως ισχυρίζεται;» Ταυτίζονται τούτα τα δύο συναισθήματα ή είναι εντελώς διαφορετικά, ίσως αντίθετα; Ανιχνεύαμε διαφορές κι αντιθέσεις, προκειμένου να βάλουμε μια τάξη στην εσωτερική τρικυμιά που κατακλύζει όλες τις ηλικίες όταν ερωτεύονται.

Σταθήκαμε σε κάποιες σκέψεις. Θα τις αριθμήσω, κι ας είναι αφελέστατο αυτό.

  1. Η αγάπη είναι ανεξάρτητη ενώ ο έρωτας εξαρτημένος. Όμως πάντα η σχέση, κάθε σχέση, αρχίζει μετά την εξάρτηση. Γι’ αυτό η αγάπη είναι ειλικρινής και έντιμη, ενώ ο έρωτας, υποκριτής, μπορεί να μεταχειριστεί κάθε μέσο για να κερδίσει το ποθούμενο. «Στον έρωτα και στον πόλεμο επιτρέπονται όλα», διατυμπανίζεται χωρίς ενοχή. Η ανάγκη της εξάρτησης άλλωστε είναι τυφλή, σαν ένστικτο. Κανένας δεν μπορεί να απαιτήσει ηθικές αναστολές σε μια τόσο σαρωτική καταιγίδα. Αφαιρείται ο έλεγχος, ακόμα και η ευθύνη. Στους βίαιους ιδίως χωρισμούς, τα αισθήματα που ακολουθούν θυμίζουν σύνδρομο στέρησης των ναρκομανών. Κυκλοφορεί η άποψη πως, ενώ η φιλίες μας, μας αντιπροσωπεύουν, οι έρωτες μας όχι. Γιατί στον έρωτα δεν είμαστε ο εαυτός μας. Η αγάπη είναι βαθιά συνείδηση, ο έρωτας κινείται από ασυνείδητες, άγνωστες ορμές, από παλιές πληγές και απωθήσεις. Κυρίως στερήσεις αγάπης. Όλος ο σκοτεινός, αιμόφυρτος κόσμος του υποσυνείδητου συνεργάζεται για να γραφτεί ένα ερωτικό πάθος. Η μεταφορά στην ερωτική σχέση εκκρεμοτήτων και ελλείψεων από την παιδική οικογενειακή ζωή είναι το αγαπημένο θέμα της ψυχολογίας. Κατά τις θεωρίες της ψυχοδυναμικής, της ψυχαναλυτικής σχολής, η υποσυνείδητη αντανάκλαση του γονιού –αγκάθι πάνω στις ερωτικές μας επιλογές – φαίνεται να κάνει αυτές τις επιλογές εξαιρετικά αναπόφευκτες, τόσο ώστε η λέξη «επιλογή» να θυμίζει ειρωνεία.
  2. Η αγάπη είναι θυσία. Θυσιάζεται χωρίς να το αισθάνεσαι ως θυσία. Η αυτοπροσφορά αποτελεί φυσική κλίση όταν αγαπάς. Ο έρωτας όμως επιδιώκει τη θυσία του άλλου. Μοιάζει με ανθρωποφαγία από κτητικότητα. Ακόμα και τη σφαγή του άλλου. Οι φόνοι από ερωτικό πάθος αντιμετωπίζονται από το δικαστήριο με επιείκεια και με διαφορετικές ποινές. Θεωρείται πως ο δολοφόνος δεν είχε κανονική συνείδηση των πραττομένων, όπως ο μεθυσμένος, ο υπνοβάτης. Πως οδηγήθηκε στην απαίσια πράξη από κάποιον άλλον, άγνωστο και ανεξέλεγκτο άνθρωπο.
  3. Η κατάσταση, η κατοχή, η στρατηγική, η κατασκόπευση, η καταπίεση, η πλύση εγκεφάλου, η χειραγώγηση, η εξαγορά, η καταπάτηση εδαφών, η παραβίαση χώρου, όροι πολεμικοί, είναι οι πιο συνηθισμένες ροπές του ερωτευμένου. Προσέξτε πόσα «κατά» υπάρχουν σ’ αυτές τις λέξεις –κλειδιά.
  4. Η αγάπη είναι άνευ όρων. Όμως στον έρωτα, συνειδητά ή ασυνείδητα αισθάνεσαι: «Σ’ αγαπώ για να μ’ αγαπάς. Αν δε μ’ αγαπάς θα σε μισήσω!» Ο έρωτας είναι απαιτητικός, ανικανοποίητος στην αγάπη όμως και το ελάχιστο εισπράττεται ως μεγάλο δώρο. Στον έρωτα είναι συνηθισμένη η γεύση του κενού, της έλλειψης η αγάπη γεμίζει και νιώθει πλήρης και μόνο από τον εαυτό της, επειδή «εγώ αγαπάω». Στον έξοχο και αξεπέραστο ορισμό του Απόστολου Παύλου για την αγάπη, γράφει στην Προς Κορινθίους Επιστολή του: «Η αγάπη ου ζητεί τα εαυτής».
  5. Η αγάπη αγαπάει αυτό που έχει, ο έρωτας όμως ερωτεύεται εκείνο που λείπει.
  6. Χρόνος της αγάπης είναι η αιωνιότητα. Ο έρωτας έχει ημερομηνία λήξης. Πολύ συχνά η λέξη αυτή συμπίπτει με την κατάκτηση του ποθητού άλλου. Κάποιοι ισχυρίζονται πως η φθίνουσα πορεία του έρωτα αρχίζει με το πρώτο φιλί.
  7. Η αγάπη είναι για όλους, απλώνεται από μόνη της, σαν τη γενναιόδωρη βροχή που πάνω σε όλους πέφτει, σε δίκαιους και άδικους, ανεξαιρέτως. Ο έρωτας απαιτεί αποκλειστικότητα, τόση αποκλειστικότητα που καταντάει εγκληματικά ζηλιάρης. Γι’ αυτό, και ενώ η αγάπη κυκλοφορεί ανάμεσα στον κόσμο, τον ορατό και αόρατο κόσμο, άνετη, γεμάτη φωτεινή σιγουριά, με πεποίθηση και εμπιστοσύνη, ο έρωτας παραπατάει μεθυσμένος και μίζερος, ανασφαλής, γεμάτος υποψίες και κόμπλεξ. Η γεύση της αγάπης είναι η γαλήνη, του έρωτα είναι ο πανικός.

    Παρόλα αυτά… Είναι όντως η αγάπη το μεγαλύτερο επίτευγμα της ύπαρξης;

Επίτευγμα; αναρωτιούνται πολλοί. Είναι έργο; Είναι απόφαση; Δεν είναι μονό μια αθώα έμπνευση που μας παρασύρει;

Φαίνεται πως ναι, ακόμα και η αγάπη είναι θέλημα ελεύθερο. Απόφαση, ευθύνη και εργασία. Ιδίως η αγάπη!

Όσο για τον έρωτα… Παρόλα αυτά, είναι συναρπαστικός, τόσο συναρπαστικός που μπορείς να καταστραφείς για να τον ζήσεις. Άραγε γιατί φυτεύτηκε στην ύπαρξη ο έρωτας τόσο ισχυρός; Είναι αγγελικός; Είναι δαιμονικός; Είναι περιοχή που μας καλεί για εξερεύνηση ή ένα από Θεού μυστήριο, που πρέπει μπρος του με δέος να σιωπούμε; Γιατί είναι τόσο επιτακτικός;

Ο έρωτας, ο αδάμαστος έρωτας, είναι ασφαλώς το δόλωμα της τρομερής φύσης για τη διαιώνιση της ζωής στη Γη. Ωστόσο, εγώ πιστεύω πως πρόκειται και για κάτι άλλο. Πιο πνευματικό, και γι’ αυτό και πιο ισχυρό από τη φυσική ανάγκη. Ο έρωτας, ο αναπόφευκτος έρωτας, είναι ίσως τα δυσκολότερα διόδια για την ύπαρξη που αναζητά την κάθαρση και την άρση της. Είναι η πρόκληση της ψυχής να παλέψει με τον μεγαλύτερο της εχθρό και την πιο επικίνδυνη ειδωλολατρία, με τον εγωισμό. Ποτέ ο εγωισμός δε θεριεύει τόσο όσο όταν είμαστε ερωτευμένοι. Πώς να μην είναι συνταρακτική μια τέτοια μάχη;

Μάρω Βαμβουνάκη

«Ο παλιάτσος και η Άνιμα»

Εκδόσεις Ψυχογιός

Επιμέλεια Σίσσυ Κόσσυβα

Η Κυριακή της Συγνώμης

Φτάσαμε πια στις τελευταίες μέρες πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή. Ήδη κατά την εβδομάδα της Απόκρεω πού είναι πριν από την Κυριακή της Τυροφάγου, δύο μέρες - ή Τετάρτη και ή Παρασκευή - ξεχωρίστηκαν να ανήκουν στη Σαρακοστή. Ή Θεία Λειτουργία δεν τελέστηκε και ή όλη τυπική διάταξη στις ακολουθίες έχει πάρει τα λειτουργικά χαρακτηριστικά της Μεγάλης Σαρακοστής. Στον Εσπερινό της Τετάρτης χαιρετίζουμε την Μεγάλη Σαρακοστή με τούτο τον ωραιότατο ύμνο:

Ανέτειλε το έαρ της νηστείας,
και το άνθος της μετανοίας,
αγνίσωμεν ουν εαυτούς αδελφοί,
από παντός μολυσμού,
τω φωτοδότη ψάλλοντες, είπωμεν
δόξα σοι, μόνε Φιλάνθρωπε.

Κατόπιν, το Σάββατο της Τυροφάγου η Εκκλησία μας «ποιεί μνείαν πάντων των εν ασκήσει λαμψάντων αγίων ανδρών τε και γυναικών». Οι άγιοι είναι τα πρότυπα πού θ' ακολουθήσουμε, οι οδηγοί στη δύσκολη τέχνη της νηστείας και της μετάνοιας. Στον αγώνα πού πρόκειται ν' αρχίσουμε δεν είμαστε μόνοι:

Δεύτε άπαντες πιστοί, τας των όσιων Πατέρων,
χορείας υμνήσωμεν. Αντώνιον τον κορυφαίον, τον
φαεινόν Ευθύμιον, και έκαστον και πάντας ομού…

Έχουμε βοηθούς και παραδείγματα:

Των Μοναστών τα πλήθη, τους καθηγητάς νυν
τιμώμεν. Πατέρες, όσιοι…

Τελικά έρχεται ή τελευταία μέρα, πού συνήθως, την ονομάζουμε Κυριακή της Συγνώμης, αλλά έχει και ένα άλλο λειτουργικό όνομα πού θα πρέπει να θυμόμαστε: «της από του Παραδείσου της τρυφής εξορίας του Πρωτόπλαστου Αδάμ». Το όνομα αυτό συνοψίζει ουσιαστικά την πλήρη προπαρασκευή για τη Μεγάλη Σαρακοστή. Ξέρουμε ότι ό άνθρωπος πλάστηκε για να ζει στον Παράδεισο, για τη γνώση του Θεού και την κοινωνία μαζί Του. Η αμαρτία του όμως τον απομάκρυνε από την ευλογημένη ζωή και έτσι ή ύπαρξη του στη γη είναι μια εξορία…

Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι ή απελευθέρωση μας από τη σκλαβιά της αμαρτίας, από τη φυλακή του «κόσμου τούτου». Και το ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής (Ματθ. 6, 14-21) θέτει τους όρους για μια τέτοια απελευθέρωση. Πρώτος όρος είναι ή νηστεία - ή άρνηση δηλαδή να δεχτούμε τις επιθυμίες και τις ανάγκες της «πεπτωκυίας» φύσης μας σαν ομαλές, ή προσπάθεια να ελευθερωθούμε από τη δικτατορία της σάρκας και της ύλης πάνω στο πνεύμα. Για να είναι αποτελεσματική ή νηστεία μας δεν πρέπει να είναι υποκριτική, δηλαδή «προς το θεαθήναι». Να μη φαινόμαστε «τοις ανθρώποις νηστεύοντες, αλλά τω Πατρί ημών τω εν τω κρύπτω». Δεύτερος όρος είναι ή συγνώμη. «Εάν αφήτε τοίς ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ό Πατήρ υμών ό ουράνιος», (Ματθ. 6,14). Ο θρίαμβος της αμαρτίας, το κύριο σημάδι του ρόλου της πάνω στον κόσμο, είναι η διαίρεση, η αντίθεση, ό χωρισμός, το μίσος. Έτσι το πρώτο σπάσιμο σ' αυτό το φρούριο της αμαρτίας είναι ή συγχωρητικότητα: ή επιστροφή στην ενότητα, στην σύμπνοια, στην αγάπη. Το να συγχωρήσω κάποιον σημαίνει να βάζω ανάμεσα σε μένα και στον «εχθρό» μου την ακτινοβόλα συγχώρεση του ίδιου του Θεού. Το να συγχωρήσω είναι να αγνοήσω το απελπιστικό αδιέξοδο στις ανθρώπινες σχέσεις και να το αναφέρω στο Χριστό. Συγχώρεση πραγματικά είναι ένα πέρασμα της Βασιλείας του Θεού μέσα στον αμαρτωλό και
«πεπτωκότα» κόσμο…

Ουσιαστικά ή Μεγάλη Σαρακοστή αρχίζει με τον Εσπερινό τούτης της Κυριακής. Αυτή ή μοναδική σε βάθος και ωραιότητα ακολουθία έχει δυστυχώς εκλείψει από αρκετές εκκλησίες. Όμως παρ' όλα αυτά τίποτε άλλο δεν αποκαλύπτει καλύτερα το χαρακτηριστικό τόνο της Μεγάλης Σαρακοστής στην Ορθόδοξη Εκκλησία και πουθενά άλλου δε διακηρύσσεται τόσο καλά ή έντονη πρόσκληση στον άνθρωπο. Η ακολουθία αρχίζει με τον κατανυκτικό εσπερινό όπουo o ιερέας είναι ντυμένος με λαμπερά άμφια… Κατόπιν γίνεται ή είσοδος του Ευαγγελίου με τον εσπερινό ύμνο: «φως ιλαρόν αγίας δόξης...». Ό ιερέας τώρα προχωρεί προς την Ωραία Πύλη για ν' αναφωνήσει το εσπερινό Προκείμενο πού πάντοτε αναγγέλλει το τέλος της μιας και την αρχή της άλλης μέρας. Το Μέγα προκείμενο αυτής της ημέρας αναγγέλλει την αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής.

Μη αποστρέψης το πρόσωπο σου
από του παιδός σου, ότι θλίβομαι·
ταχύ επάκουσόν μου· πρόσχες
τη ψυχή μου, και λύτρωσαι αυτήν.

Ακουστέ τη θαυμάσια μελωδία του στίχου τούτου, αυτή την κραυγή πού ξαφνικά γεμίζει την εκκλησία «...ότι θλίβομαι!» - και θα καταλάβετε το σημείο από το οποίο ξεκινάει ή Μεγάλη Σαρακοστή: το μυστηριώδες μίγμα της ελπίδας με την απογοήτευση, του φωτός με το σκοτάδι. Η όλη προετοιμασία έφτασε πια στο τέλος. Στέκομαι μπροστά στο Θεό, μπροστά στη δόξα και στην ομορφιά της Βασιλείας Του. Συνειδητοποιώ ότι ανήκω σ' αυτή, ότι δεν έχω άλλη κατοικία, ούτε άλλη χαρά, ούτε άλλο σκοπό. Συναισθάνομαι ακόμα ότι είμαι εξόριστος από αυτή μέσα στο σκοτάδι και στη λύπη της αμαρτίας γι’ αυτό «θλίβομαι»! Τελικά παραδέχομαι ότι μόνο ό Θεός μπορεί να με βοηθήσει σ' αυτή τη θλίψη, ότι μόνον σ' Αυτόν μπορώ να πω «πρόσχες τή ψυχή μου». Μετάνοια πάνω απ' όλα, είναι το απελπισμένο κάλεσμα για τη θεία βοήθεια… Πέντε φορές επαναλαμβάνουμε αυτό το Προκείμενο. Και τότε να! ή Μεγάλη Σαρακοστή αρχίζει. Τα φωτεινά χρωματιστά άμφια και καλύμματα τού ναού αλλάζουν· τα φώτα σβήνουν. Όταν ό ιερέας εκφωνεί τις αιτήσεις, ό χορός απαντάει με το «Κύριε ελέησον» την κατ’ εξοχήν σαρακοστιανή απάντηση. Για πρώτη φορά διαβάζεται ή προσευχή του Αγίου Εφραίμ πού συνοδεύεται από μετάνοιες. Στο τέλος της ακολουθίας όλοι οι πιστοί πλησιάζουν τον ιερέα και ό ένας τον άλλο, ζητώντας την αμοιβαία συγχώρεση… Πρόκειται τώρα πια να περιπλανηθούμε σαράντα ολόκληρες μέρες στην έρημο της Μεγάλης Σαρακοστής. Όμως από τώρα βλέπουμε να λάμπει στο τέλος το φως τής Ανάστασης, το φως της Βασιλείας του Θεού.

Alexander Schmemann
Μεγάλη Σαρακοστή,
Πορεία προς το Πάσχα
Εκδόσεις Ακρίτας

Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος ο Β΄


Υπάρχουν γεγονότα μέσα στη ζωή σου, που έχουν τόση δύναμη, όση ο άνεμος πάνω στις σελίδες του βιβλίου. Όπως ο άνεμος ξεφυλλίζει ένα βιβλίο χωρίς κόπο, έτσι και ένα δυνατό γεγονός φυλλομετρά τους λογισμούς και κάνει τα συναισθήματα να αποκαλύπτονται διαδοχικά στις σελίδες του βιβλίου της καρδιάς. Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2008 και το γεγονός ανοίγει τους ασκούς του και ο αέρας του γυρίζει τις σελίδες του νου προς τα πίσω. Εικόνες γεμάτες από το χρώμα της θάλασσας, τις μυρωδιές της, και ένα νέο επίσκοπο, τον Χαλκίδος Νικόλαο, με μεγάλα εκφραστικά μάτια, που μοιάζουν σα πηγές που από μέσα τους ξεχύνεται η αρετή. Αυτός ο επίσκοπος έγινε στήριγμα για το μικρό τότε δέντρο, τον π. Ιερώνυμο, που μόλις είχε φυτευτεί στον κήπο της ιερωσύνης. Το άλλο γερό στήριγμα που κράτησε το δέντρο αταλάντευτό από το δυνατό μελτέμι του κόσμου ήταν ο γέροντας επίσκοπος Νικόδημος. Αυτός που ως άλλος κρυφός μαθητής του Ιησού, κρυφά ύφαινε της αρετής τον χιτώνα. Αυτός ο γέροντας, αφού φτερά πνευματικά, με τη μοναχική κουρά, έδωσε στον π. Ιερώνυμο, τον άφησε να πετάξει γύρω από το θυσιαστήριο του Εσφαγμένου Αρνίου.

Ο χρόνος, γρήγορα και αθόρυβα, τις σελίδες γυρίζει. Οι εικόνες αλλάζουν. Η θάλασσα, σε άγονο βουνό, τη θέση της δίνει. Ο π. Ιερώνυμος ηγούμενος στο μοναστήρι του Σαγματά. Άγονος τόπος. Το μόνο που κατάφερε να φυτρώσει και να θεριέψει: το μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Χριστού, ποτισμένο με τους καταρράχτες των δακρύων του οσίου Κλήμη, του οσίου Γερμανού και πολλών αγίων ασκητών που η βαθειά ταπείνωση τους έσβησε το όνομά τους από την ιστορία του κόσμου και το χάραξε στη μνήμη του Θεού. Μόνος ο π. Ιερώνυμος στο εγκαταλελειμμένο μοναστήρι. Ένα απόγευμα που κουβαλούσε τσιμέντο, για να γιατρέψει και να κλείσει τα τραύματα που ο χρόνος και η εγκατάλειψη προξένησαν, τον πλησιάζει ένας γέροντας.

- Ευλογείτε γέροντα, είπε ο ηγούμενος.
- Ο Κύριος, απάντησε ο ταπεινός λευίτης. Τι κάνεις εδώ πάτερ μου;
- Προσπαθώ να φτιάξω το μοναστήρι, αλλά είμαι μόνος δεν έχω βοήθεια και η απελπισία συχνά με επισκέπτεται. Νομίζω ότι ο κόπος χαμένος είναι.
- Μην απελπίζεσαι π. Ιερώνυμε. Εσύ φτιάχνε φωλιές και ο Θεός θα σου στέλνει πουλιά.
- Ποιος είσαι γέροντα;
- Ο αμαρτωλός Πορφύριος είμαι, είπε ο γέροντας καθώς απομακρυνόταν, μην απελπίζεσαι, την ευχή σου.

Ο χρόνος γύρισε πάλι τις σελίδες. Ο λόγος του γέροντα έγινε γεγονός. Πολλές φωλιές έφτιαξε ο π. Ιερώνυμος. Φωλιές που δεν προλάβαινε να τελειώσει και έρχονταν τα πουλιά του Θεού. Εκείνα που έμελλέ να υμνούν και να δοξολογούν το Άγιο όνομά Του. Δεν φρόντιζε μόνο για τις πνευματικές φωλιές αλλά και για τους κατοίκους τους. Πόσες φορές μέσα στα χιόνια φορτωμένος με προμήθειες δεν έφτανε μέχρι τα αποκλεισμένα από την κακοκαιρία μοναστήρια. Πάλι οι σελίδες γυρίζουν. Ο όσιος Κλήμης που από το μοναστήρι του άρχισαν της ζωής τα σημάδια να φαίνονται, στέλνει δώρο στον άλλο μεγάλο ασκητή, τον όσιο Λουκά, τον Ιερώνυμο. Στο μοναστήρι του στο Στείρι ακούγονται μόνο τα βήματα των ηλικιωμένων πατέρων να σέρνονται από τα ταπεινά κελιά της ανθρώπινης μετάνοιας στο μεγαλόπρεπο ναό της δόξας του Θεού. Πώς να σταθείς μέσα σε τόσους ηλικιωμένους; Πάλι η απογοήτευση πλησίασε το λογισμό του π. Ιερωνύμου. Αλλά πριν κυριεύσει η απόγνωση το λογισμό η ελπίδα έγινε τείχος απόρθητο. Τον πλησιάζει ένας γέροντας του σφίγγει το χέρι μέσα στο δικό του γέρικο χέρι, με όση δύναμη έχει ξεχάσει ο χρόνος να του αφαιρέσει και του ψιθυρίζει:

- Μη φοβάσαι πάτερ. Δε θα σε κουράσουμε πολύ. Έχει δώσει ο όσιος πατέρας μας, ο Λουκάς, σε μας τα γεροντάκια του, μια ευχή. Να φεύγουμε για τη Βασιλεία του Θεού στο πόδι. Θα δεις. Το βράδυ θα αρρωσταίνουμε και μέχρι το πρωί θα έχουμε φύγει… μείνε εδώ να έχεις την ευχή μας…

Έτσι κι έγινε, όπως μαρτυρούν και οι επόμενες σελίδες. Οι μεγάλοι έφευγαν όπως ο όσιος όριζε. Έρχονταν οι νεότεροι. Και όταν σύγχρονοι εικονομάχοι θέλησαν να πάψει να καπνίζει το θυμιατό και οι καρδιές των πατέρων να προσεύχονται, ο π. Ιερώνυμος δεν δίστασε να αμπαρωθεί στο μοναστήρι και να εμποδίσει τη νέα ευγενική επιδρομή. Όταν και το πολυβασανισμένο σκήνωμα του οσίου επέστρεψε στο μοναστήρι του πληροφόρησε τις καρδιές των ευσεβών: «Αυτόν που με τίμησε θα τον τιμήσω».

Οι σελίδες γυρνούν γρήγορα. Ο γέροντας Νικόδημος νιώθει ότι οι ρίζες του μία – μία, αργά - αργά βγαίνουν από το χώμα της γης αυτής για να μεταφυτευτούν στο περιβόλι του ουρανού. Θέλει και εκείνος να δει τον επόμενο κρίκο της αποστολικής διαδοχής. Δίνει την ποιμαντική ράβδο στα χέρια του π. Ιερωνύμου, και μέχρι την ολοκλήρωση του ενάρετου επίγειου βίου του συνέχιζε να στηρίζεται στο κομποσκοίνι. Αυτό το κεφάλαιο του βιβλίου έχει πολλές σελίδες. Που να πρωτοσταθείς. Πολύς αγώνας. Μεγάλος κόπος. Δεν χόρτασε χρόνια ολόκληρα ύπνο ο Δεσπότης. Το κυριότερο όμως είναι πως το ύψος του θρόνου δεν τον έκανε να βλέπει τους άλλους από ψηλά. Συνέχισε να είναι ο π. Ιερώνυμος που στη σκιά του χωρούσε και μπορούσε να αναπαυθεί όποιος αναζητούσε ξεκούραση.

Είναι αδυσώπητος ο χρόνος. Δε σταματάει πουθενά. Δε χαρίζει στις καλές σελίδες ούτε λεπτό. Μια δυο σελίδες έχουν την οσμή της συκοφαντίας. Σα σκοτεινό σύννεφο απειλεί να σκιάσει τα πάντα. Τα πάντα εκτός από τον ήλιο της γαλήνης του αθώου. Δεν σκιάχθηκε ο Δεσπότης. Δεν ταράχτηκε. Γνωρίζει καλά πως το ψέμα δεν ευδοκιμεί στο χώρο της αλήθειας, στην Εκκλησία του Χριστού.

28 Απριλίου 1998. Ήταν παραμονή του ελεήμονα αγίου επισκόπου της Θήβας Ιωάννη του Καλοκτένη. Ήταν η ημέρα που ο άγιος επίσκοπος Ιωάννης, ψιθύρισε στον π. Ιερώνυμο να μείνει λίγο ακόμα. Δεσπότης ο άγιος και γνώριζε ότι η επαρχία που και αυτός πριν από αρκετούς αιώνες ποίμαινε είχε ανάγκη τον π. Ιερώνυμο. Τι είναι δέκα χρόνια για το χρόνο; Ότι και το γύρισμα μιας σελίδας για ένα πολυσέλιδο βιβλίο.

Δεν μπορείς να μη σταθείς στην εικόνα ενός γέροντα με μια μεγάλη λευκή γενειάδα σα χιονισμένη βουνοπλαγιά. Είναι ο γέροντας επίσκοπος Κωνσταντίνος. Αρχές Μαρτίου 2007. Δίπλα στο κρεβάτι της ασθένειας του γέροντα ο π. Ιερώνυμος. Ο διάλογος μεταξύ τους προκαλεί συγκλονισμό σε αυτόν που στα έργα του Πνεύματος πιστεύει:

- Ιερώνυμε, είσαι ο ευεργέτης μου εδώ και 34 χρόνια.
- Τι λέτε γέροντα, εσείς ευεργετήσατε εμένα. Από παιδί σας γνωρίζω. Πόσα με έχετε διδάξει!
- Παιδί μου, τώρα που θα γίνεις Αρχιεπίσκοπος… είπε ο γέροντας με τα μάτια της ψυχής καρφωμένα στο μέλλον.
- Τελείωσαν τώρα αυτά γέροντα, όχι μόνο τελείωσαν αλλά έχουν περάσει και δέκα σχεδόν χρόνια, τον διέκοψε ξαφνιασμένος ο π. Ιερώνυμος.
- Δεν τελείωσαν Ιερώνυμε, τώρα αρχίζουν. Σύντομα θα γίνεις αρχιεπίσκοπος. Έτσι θέλει ο Θεός. Όταν θα γίνεις παιδί μου, τη δόξα του Θεού να επιδιώξεις και τη δόξα των ανθρώπων να μισήσεις. Με την ευχή μου!

Και πάλι ο λόγος γεγονός έγινε. Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2008. Αυτή τη μέρα που η Εκκλησία τιμά τον όσιο Λουκά τον εν Στειρίω, ο όσιος τίμησε τον π. Ιερώνυμο. Εκλέγεται την Αρχιεπίσκοπος γνωρίζοντας καλά ότι μετά από μια θριαμβευτική είσοδο ακολουθεί μια πορεία σταυρική.

Μέσα στις επόμενες άγραφες σελίδες του βιβλίου, το μόνο που μπορείς να διακρίνεις είναι όχι τα γεγονότα αλλά οι παρουσίες των αγίων που σπάνε τα φράγματα του χρόνου και με άνεση κινούνται από το παρελθόν στο παρόν και το μέλλον. Αυτοί θα σταθούν δίπλα του για να ανταποδώσουν σε αυτόν που τους φρόντισε τη δική τους συμπαράσταση. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς του οποίου το ναό έφτιαξε και το άγιο λείψανο από τη Δύση έφερε, σίγουρα θα ψιθυρίζει ικετευτικά στο γέροντά του, τον κήρυκα των εθνών Παύλο τον θεμέλιο λίθο της Εκκλησίας των Αθηνών, για τον π. Ιερώνυμο. Ο όσιος Κλήμης ο Αθηναίος θα τον συντροφεύει. Ο όσιος Λουκάς, που μοναχός σε μοναστήρι των Αθηνών έγινε, θα τον προστατεύει. Ο άγιος Ρούφος ο Εκλεκτός, ο άγιος Ιωάννης ο Καλοκτένης και ο άγιος Ρηγίνος, στις ουράνιες συνάξεις, θα παρακαλούν για τον π. Ιερώνυμο, τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και όλους τους αγίους επισκόπους της Αθήνας. Η γερόντισσα Ανθούσα και η γερόντισσα Φωτεινή ευχές για το Δεσπότη θα σιγοψέλνουν στη γερόντισσα των Αθηνών Αγία Φιλοθέη. Και όλοι εμείς οι ευεργετημένοι απ’ την αγάπη του, διαρκώς, ταπεινά θα ευχόμαστε: «Κύριε ο Θεός ημών, του πατρός καί Αρχιεπισκόπου ημών Ιερωνύμου, γήρας αυτώ τίμιον χάρισαι, μακροχρόνιον αυτόν διαφύλαξον, ποιμαίνοντα τόν λαόν Σου εν πάση ευσεβεία καί σεμνότητι».

Η ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ