Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Τα ελληνικά είναι τραγούδι, του Διον. Σαββόπουλου


Τα ελληνικά είναι τραγούδι
Πρέπει να σας πω ότι δεν ήμουν πάντοτε υπέρ των τόνων.
Τούς θεωρούσα διακοσμητικά στολίδια, κατάλοιπα άλλων εποχών, που δεν χρειάζονται πια. Και καθώς δεν ήμουν ποτέ καλός στην ορθογραφία, το μονοτονικό με διευκόλυνε... Ώσπου συνέβη το εξής:
Είχα βρεθεί για ένα διάστημα ν’ ακούω συστηματικά, καινούργια ανέκδοτα τραγούδια, επωνύμων και ανωνύμων, για λογαριασμό τής δισκογραφικής εταιρείας “ Λύρα”, προκειμένου αυτή να τα ηχογραφήσει ή να τα επιστρέψει στους συνθέτες.
Είναι δύσκολο ν’ απορρίπτεις και ακόμα δυσκολότερο να εξηγείς το γιατί...

Το πράγμα με απησχόλησε. Έφερνα στο μυαλό μου μεγάλες ωραίες επιτυχίες, παλιά τραγούδια (…) και τα συνέκρινα μ’ αυτά που απέρριπτα, ώσπου μετά από μήνες διεπίστωσα κάτι πολύ απλό: Όταν μια μουσική μετατρέπει συστηματικά τις μακρές συλλαβές σε βραχείες ή όταν ανεβάζει την φωνή εκεί όπου υπάρχει απλώς μια περισπωμένη, ενώ την κατεβάζει συστηματικά εκεί που υπάρχει ψιλή οξεία, όταν δηλαδή η μουσική κινείται αντίθετα -προσέξτε, αντίθετα όχι στο ρυθμό τού ποιήματος, αλλά αντίθετα στις αναλογίες τονισμού και αντίθετα στην ορθογραφία του- τότε όσο έξυπνη και να ‘ναι, κάνει το τραγούδι δυσκίνητο και ασθματικό.
Στα πετυχημένα τραγούδια δεν συμβαίνει αυτό. Βέβαια, όταν γράφει κανείς πάνω σ’ ένα ρυθμό ή σ’ ένα μουσικό δρόμο, πρέπει να ακολουθήσει τα καλούπια τους, οπότε θα υπάρχουν σημεία όπου αυτή η πείρα που περιέγραψα, δεν τηρείται.
Αυτό όμως θα συμβεί μόνον όταν δεν γίνεται αλλιώς. Και πάντα η βιασμένη λέξη θα τοποθετείται έτσι ώστε να προηγούνται και να έπονται επιτυχείς στιγμές, ώστε να μειώνεται η εντύπωση τής ατασθαλίας, η οποία έτσι συνδυασμένη ωφελεί, διότι το τραγούδι αλλιώς θα ήταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δεν το είχα προσέξει. Και ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι οι τόνοι και τα πνεύματα ίσως να μην ήταν διακοσμήσεις, ίσως να είχαν λόγο.(…)

Μέσα στο στούντιο είχα και δύο εκπλήξεις. Να η πρώτη: Προσπαθώντας να ακούσω την διαφορά οξείας και περισπωμένης, διάβασα την φράση: “ Λυγά πάντα η γυναίκα”. Το “ πάντα” ακούγεται ψηλότερα από το “ λυγά” που παίρνει περισπωμένη. “ Λυγά πάντα η γυναίκα’ ακούγεται όμως περιέργως ψηλότερα κι από το “ γυναίκα”, που όμως παίρνει οξεία. Γιατί άραγε; Τηλεφώνησα σ’ έναν φίλο και έμαθα ότι η “ γυναίκα” οφείλει να παίρνει παρισπωμένη, διότι είναι τής τρίτης κλίσεως, η οποία όμως καταργήθηκε, γι’ αυτό πήρε οξεία η “ γυναίκα”.
Να λοιπόν, που από άλλο σημείο ορμώμενος, αναγκάστηκα να συμφωνήσω ότι κακώς καταργήθηκε η τρίτη κλίση αφού στην φωνή μας εξακολουθεί να υπάρχει “ Λυγά πάντα η γυναίκα” λοιπόν και παίρνει και περισπωμένη.

Η δεύτερη έκπληξη: Έδωσα σ’ έναν ανύποπτο νέο, που παρευρισκόταν στο στούντιο, να διαβάσει λίγες φράσεις. Εκεί μέσα είχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ως επίρρημα, διότι είχα πάντα την περιέργεια να διαπιστώσω αν προφέρουμε διαφορετικά το ωμέγα από το όμικρον. Ακούστε τις φράσεις:
Είν’ ακριβός αυτός ο αναπτήρας. Ας μην είν’ ωραίος, έχει την αξία του. Ναι, ακριβώς αυτό ήθελα να πω”.Ακουστικώς δεν παρατήρησα διαφορά. Έκοψα τις δύο λέξεις και τις κόλλησα την μία κατόπιν της άλλης. Ακούστε το!
“ Ακριβός… ακριβώς”.

Ελάχιστη διαφορά στο αυτί’ ο ηχολήπτης μόνον επέμενε ότι το δεύτερο είναι κάπως πιο φαρδύ. Ας το ξανακούσουμε:
“ Ακριβός… ακριβώς”.
Ασήμαντη διαφορά. Συνδέσαμε τότε τον παλμογράφο. Να το διάγραμμα του επιθέτου ακριβός, όπως προέκυψε, και να το πολύ πλουσιότερο τού επιρρήματος. Δεν είναι καταπληκτικό;
Όταν το είδα, τα μηχανήματα του στούντιο μού φάνηκαν σαν όργανα του παραμυθιού. Ο παλμογράφος μού φάνηκε σαν μια σκαπάνη που, κάτω από το έδαφος της καθημερινής ομιλίας, ανακαλύπτει αυτό που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, έστω μέσα σε χειμερία νάρκη, αυτό που συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να μνημειώσουν οι Αλεξανδρινοί δύο χιλιάδες χρόνια πριν.
Τίποτε δεν χάθηκε.
Όλα υπάρχουν.
Αρκεί να προσέξουμε αυτό το τραγούδι της καθημερινής ομιλίας που πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσά μας. Ακούστε πώς ηχούν οι τονισμοί. Ακούστε τα μακρά. Ακούστε την λαϊκή τραγουδίστρια πώς αποδίδει το ωμέγα ή την ψιλή οξεία (…).

Τέλος, ακούστε την θεία φωνή του Ανδρέα Εμπειρίκου, την παράξενη απαγγελία που κυνηγά την λάμψη της οξείας, τον πλούτο της διφθόγγου, τους τόνους και την ορθογραφία, σαν μουσικά σύμβολα μιάς φωνής που προϋπάρχει αδιάκοπα και οδηγεί το ποίημα.(…)
Δεν περιφρόνησα καμμιά άποψη και δεν κολάκευσα καμιά. Προσπάθησα να πω τρείς φορές τρείς αλήθειες.
Πρώτον: Τα ελληνικά είναι τραγούδι. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να απλοποιήσει ένα τραγούδι ή να το δει πρακτικά. Γιατί να δούμε λοιπόν τα ελληνικά, πρακτικά;
Δεύτερον: Όποιος σταθεί αλαζονικά απέναντι στα ρεφρέν που τον ψυχαγώγησαν διά βίου, στρέφεται εναντίον της προσωπικής του ιστορίας και πίστης. Τα ίδια μπορεί να πάθει ένας λαός με την γλώσσα. Ιδίως αν η γλώσσα του είναι τα ελληνικά.
Τρίτον: Τα ελληνικά ως τραγούδι είναι ανυπόφορα δύσκολα. Κανείς δεν τα βγάζει πέρα με τα ελληνικά. Απέναντι στα ελληνικά θα είμαστε πάντα φάλτσοι και αγράμματοι. Αλλά τί να γίνει; Σημασία έχει η συνείδηση ότι τα μιλάμε, όχι για να γίνουμε δεξιοτέχνες, αλλά για να γίνουμε άνθρωποι.
Ευχαριστώ.

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Χαρμολύπη...


Δεν ξέρω αν είναι μελαγχολικοί οι έρωτες. Χαρμόλυποι θα 'λεγα. Και το ένα και το άλλο. Δηλαδή άγρια χαρά και άγρια λύπη. Χαρά γιατί καίγεται ο εαυτός σου, κινητοποιείται ο οργανισμός σου, τα κύτταρά σου τρέχουν, προχωρούν με μεγάλα άλματα ή τρέχουν. Λύπη γιατί ποτέ δεν κατακτάς εκείνο που θέλεις. Εγώ πάντα είχα την αίσθηση, ήθελα τον Θεό και έβρισκα τους αγγέλους. Η μελαγχολία μου θά ΄λεγα ότι είναι προϊόν των τελευταίων δυο χρόνων. Βέβαια υπάρχει μια κατάθλιψη των τελευταίων δυο χρόνων. Προέρχεται βασικά, ότι δεν βρίσκω τόση ένταση γύρω μου, είτε στο πεδίο της πολιτικής, είτε στο προσωπικό μου πεδίο, όση θα ήθελα. Προέρχεται από το ότι η κοινωνία, αυτή που κάποτε την ανεχόμουν γιατί είχα ζήσει μέσα της, από τη στιγμή που μαθαίνεις να ζεις δίχως αυτήν, μετά δύσκολα την υποφέρεις. Δηλαδή, μου είναι κάπως αφόρητο να βρεθώ στον κόσμο των μεγαλοαστών, στα πάρτυ ξέρω 'γω της κοινωνίας τους, σκυλοβαριέμαι όταν τους βλέπω... Λοιπόν, να ένας πρώτος λόγος, ο δεύτερος λόγος είναι πολιτικός, κοινωνικός, ερωτικός. Τρίτος λόγος είναι ότι συμβαίνουν πράγματα που στην αρχή τα υφίστασαι, μετά όμως σε κουράζουν. Δηλαδή, μ' έχει κουράσει αυτή η αντιπαλότητα των διπλωματών όταν κι απ' την άλλη μεριά δεν μπορείς να κάνεις αυτοκριτική, να πεις κάνω λάθος, γιατί έχεις όλο τον έπαινο του δήμου και ξαφνικά έχεις την αντιπαλότητα ορισμένων κύκλων. Μ' έχει κουράσει - ακόμη ότι και στον άμεσο χώρο που ζω, υπάρχει αγάπη, υπάρχει φιλία, υπάρχουν όλα αυτά, αλλά δεν υπάρχει πάθος. Και χωρίς πάθος εγώ δύσκολα ζω, ακόμα και δω που ζω στην εξοχή. Κι αυτό μου λείπει. Δηλαδή, εγώ έχω ανάγκη την πυρκαγιά!

Κωστή Μοσκώφ, Στα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας
Εκδόσεις Ιανός
Πηγή

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Το συμπέρασμα...


Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

Τής αρρήτου σοφίας θεοπτικώς, εξαντλήσας τόν πλούτον...


Συναξάριον

Τή ΙΓ’ τού αυτού μηνός, Μνήμη τού εν Αγίοις Πατρός ημών Ιωάννου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, τού Χρυσοστόμου.


Στίχοι
Μύσας ο χρυσούς Ιωάννης τό στόμα,
Αφήκεν ημίν άλλο τάς βίβλους στόμα.
Αμφί τρίτην δεκάτην σίγησεν χρύσεα χείλη.


Καθισμα Ήχος πλ. δ’


Τής αρρήτου σοφίας θεοπτικώς, εξαντλήσας τόν πλούτον τόν γνωστικόν, πάσιν εθησαύρισας, ορθοδοξίας τά νάματα, τών μέν πιστών καρδίας, ενθέως ευφραίνοντα, τών δέ απίστων αξίως, βυθίζοντα δόγματα, όθεν δι’ αμφοτέρων, ευσεβείας ιδρώσιν, εδείχθης αήττητος, τής Τριάδος υπέρμαχος, Ιωάννη Χρυσόστομε, πρέσβευε Χριστώ τώ Θεώ, τών πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοίς εορτάζουσι πόθω, τήν αγίαν μνήμην σου.

Μηναίο μηνός Νοεμβρίου

Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

Η Ψήφος, του Στάθη




...η δημοκρατία είναι κι αυτή παιδί τού των πάντων πατρός πολέμου -γεννήθηκε όταν οι γεωργοί συμπαρατάχθηκαν στη φάλαγγα με τους γαιοκτήμονες και, μετέχοντας στους ίδιους κινδύνους, απαίτησαν λόγο στη λήψη των αποφάσεων, δηλαδή πολιτικά δικαιώματα.

Με έναν τρόπο ο οπλίτης γέννησε τον πολίτη, με το όπλον (την ασπίδα) και τον λόγο στην Αθήνα, με «το σπαθί και το άροτρον» στη Ρώμη -περίπου την ίδια αρχαϊκή εποχή.

Στην αρχή η δημοκρατία υπήρξε «δρακόντεια» κι ύστερα τιμοκρατική- κι έχω την εντύπωση ότι έκτοτε τιμοκρατική παραμένει. Στην κλασσική Αθήνα, για τα περίπου 50 χρόνια που διήρκεσε η δημοκρατία στη χρυσή της εκδοχή, υπήρξε άμεση μόνον ως προς τους ελεύθερους πολίτες κι επί μισθώ ψηφοφόρους, αυστηρή «ισλαμικώ τω τρόπω» με την εφαρμογή των νόμων, οι οποίοι συχνά δεν ήταν παρά ένα όπλο των πλουσίων εναντίον των φτωχών ή των φτωχών εναντίον των πλουσίων, αναλόγως των ταλαντώσεων που προκαλούσε στους πολιτικούς συσχετισμούς η ταξική πάλη. Αλλοτε ο δήμος εθεωρείτο σοφός κι άλλοτε όχλος, αναλόγως του ποιος είχε το πάνω χέρι (πριν να του πάρουν το κεφάλι).

Η ισηγορία και η ισονομία, αλλά ποτέ η ισότητα (ή η αδελφοσύνη), χαρακτήρισαν την Αθηναϊκή Δημοκρατία, μια κοινωνία πατριαρχική και φυλετική στο εσωτερικό της, ιμπεριαλιστική στην εξωτερική της πολιτική, που σε ορισμένους τομείς υπήρξε κατώτερη απ' τη στρατιωτική δημοκρατία της Σπάρτης (όπως στην αγωγή ή την υπεράσπιση της κοινής ελευθερίας) και που εν τέλει διαλύθηκε απ' τη στρατιωτική ολιγαρχία της Μακεδονίας.

Αφήνοντας όμως πίσω της μια ακατάλυτη κληρονομιά στους αιώνες: την ψήφο.

Και: την ελευθερία του λόγου.

Ακόμα και στην πιο αριστοκρατική και ολιγαρχική εκδοχή της δημοκρατίας, στην προαυτοκρατορική Ρώμη, η ψήφος, ακόμα και μετρημένη σε εκατονταρχίες (100 πολίτες = μία ψήφος) ήταν απαραίτητη για να δείξει ο λαός ποιος (απ' τους αριστοκράτες συνήθως) ήθελε να τον κυβερνήσει.

Από τότε η ψήφος έχει περίπου την ίδια έννοια που έχει και σήμερα: ο λαός δεν ψηφίζει για να αυτοκυβερνηθεί, αλλά για να επιλέξει (και να εκλέξει) ποίος, ποιοι θα τον κυβερνήσουν(...)

Ομως η δύναμη του λαού ακόμα και με τις αυταπάτες του είναι τόσον τρομερή που η αυτοκρατορική Ρώμη απέφυγε να απεκδυθεί, ώσπου έσβησε στη Δύση, τη δημοκρατική της επίφαση.

Ακόμα και στο Βυζάντιο ο απόηχος της απόμακρης δημοκρατικής παράδοσης αποτυπώνεται στη νομιμότητα της «βασιλείου τάξεως», του Συντάγματος, εφ' όσον ασκείται υπέρ του λαού (με τη θέληση του Θεού) και στην «τυραννίδα», όταν στρέφεται εναντίον του. Μάλιστα η ανατροπή του «Τυράννου» εμπεριέχει δημοκρατική νομιμοποίηση, διότι αποκαθιστά το δίκαιο, παραμένει ένα «νόμιμο επαναστατικό» δικαίωμα του λαού (ή της αριστοκρατίας που το υφαρπάζει στο όνομά του).

Οπως και να 'χει, ο άνθρωπος-πολίτης, από τη στιγμή που για πρώτη φορά εψήφισε, γεύθηκε τον καρπό της γνώσης (και της επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό έτσι όπως ο ίδιος το προσδιορίζει, είτε με την ελεύθερη βούλησή του είτε με την πελατειακή του σχέση). Κι έτσι κάνοντας άλματα μέσα στον χρόνο η δημοκρατία εμφανίζεται, εξαφανίζεται, επανεμφανίζεται μέσα σε μια ποικιλία εκδοχών, από την αριστοκρατική δημοκρατία της Φλωρεντίας, έως την κοινοβουλευτική τού Κρόμβελ κι από την επαναστατική αστική δημοκρατία που έδωσε στον κόσμο η Γαλλική Επανάσταση και έως τις λαϊκές δημοκρατίες που γεννήθηκαν μετά την Οκτωβριανή.

Σε όλες αυτές τις δημοκρατίες το κουμπί της Αλέξαινας (για να λειτουργήσουν) είναι η ψήφος, η ουσία τους (και η ανυπέρβλητη γοητεία του ατελούς αυτού πολιτεύματος) είναι η ελευθερία του λόγου και της διακίνησης των ιδεών, ενώ το πού πάνε σχετίζεται με την ταξική πάλη. Οι λαϊκές δημοκρατίες, για παράδειγμα, υποβαθμίζοντας ή καταργώντας την ελευθερία του λόγου, κατάργησαν κάθε μηχανισμό αυτοελέγχου και, παρ' ότι πρόσφεραν πολλά στους λαούς τους, εξαερώθηκαν(...)

Παρά ταύτα, και ίσως διά ταύτα, στη φάση που είμαστε, στη νηπιακή ακόμα και παιδαριώδη ηλικία της ανθρωπότητας, οι πολίτες εξακολουθούν να έχουν ένα όπλον (μιαν ασπίδα), την ψήφο τους. Κι έναν λόγο, τη λογική τους για να διαλέγουν (και να εκλέγουν) με ποιον θα συμπαρατάσσονται κάθε φορά. Με τον ίδιον εαυτόν λαό ή με τους λαοπλάνους;

Η δημοκρατία είναι θέμα ψήφου κι ελευθερίας. Δηλαδή ταξικής πάλης. Μπορεί να είναι η δημοκρατία των Δυνατών (με την έγκριση της ψήφου των πολλών) και μπορεί να γίνει η δύναμη (το κράτος) του λαού, ώσπου κάποια στιγμή αυτό το «γίνει» να φύγει απ' την ευκτική τού «γένοιτο» και να μπει σε ενεστώτα διαρκείας, να «γίνεται».

Καλό βόλι.

ΣΤΑΘΗΣ Σ. 5.ΧΙ.2010
Ελευθεροτυπία

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Μια φορά κι έναν καιρό...

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια πολύ άσχημη πόλη. Βία, εγκλήματα, κυκλοφοριακό, ατυχήματα, ναρκωτικά, βρωμιά και γκρίζοι δυστυχισμένοι πολίτες. Και δεν ήταν καμιά μικρή πόλη, είχε έξι εκατομμύρια κατοίκους που είχαν παραδοθεί εντελώς στην μαυρίλα.

Ένα πρωί, ο διευθυντής του Πανεπιστημίου της πόλης που ήταν μαθηματικός και φιλόσοφος, εκεί που πήγαινε στη δουλειά του και βλέποντας την κατάντια της πόλης του, πήρε μια πολύ περίεργη απόφαση. Δήλωσε την παραίτησή του στο Πανεπιστήμιο, λέγοντας πως ήθελε να διευρύνει την διδασκαλία του και στα έξι εκατομμύρια κατοίκους. Στους μαθητές του στο Πανεπιστήμιο, ο καθηγητής αυτός ήταν γνωστός για τους περίεργους τρόπους διδασκαλίας του. Γενικά, εφεύρισκε αστείους και εντελώς ανορθόδοξους τρόπους για να πετυχαίνει το σκοπό του και περιέργως, πάντα τα κατάφερνε. Για την προεκλογική καμπάνια του λοιπόν, φόρεσε μια στολή σούπερμαν, αυτοχρίστηκε 'υπερπολίτης' και αμολήθηκε στους δρόμους βάζοντας ταυτόχρονα υποψηφιότητα για δήμαρχος. Έφερε πολύ γέλιο στον κόσμο αλλά επειδή όπως έλεγαν, είχε αρκετά ειλικρινή φάτσα, τον ψήφισαν.

Ο καινούργιος δήμαρχος όμως δεν είχε καμία σχέση με τους προηγούμενους. Η πρώτη του κίνηση ήταν να προσλάβει 20 μίμους και να τους σκορπίσει στους δρόμους της πόλης. Η δουλειά τους ήταν να κοροϊδεύουν όσους παραβίαζαν τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Σιγά, θα μου πείτε. Οι πολίτες όμως (που εννοείται δεν τηρούσαν τους κανόνες οδικής συμπεριφοράς), άρχισαν να συμμορφώνονται γιατί αποδείχτηκε πως τους πείραζε πολύ περισσότερο η δημόσια κοροϊδία, παρά τα πρόστιμα. Αμέσως μετά, βγήκε σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές και έκανε ντους, κλείνοντας την παροχή νερού ενώ σαπουνιζόταν, για να δείξει στους πολίτες πώς μπορούν να εξοικονομούν νερό. Και βουαλά! Η κατανάλωση νερού αμέσως έπεσε. Όρισε Ημέρα Γυναίκας όπου οι άντρες θα φρόντιζαν τα παιδιά και οι γυναίκες θα έβγαιναν βόλτα στην πόλη. Αυτό, ήταν ανήκουστο γιατί η συγκεκριμένη πόλη ήταν πολύ επικίνδυνο μέρος τα βράδια, ενώ οι γυναίκες δεν έβγαιναν βόλτες σχεδόν ποτέ ως τότε... 700.000 γυναίκες γέμισαν τους δρόμους πανηγυρίζοντας ενώ ακόμη και o αρχηγός της αστυνομίας ήταν γυναίκα εκείνο το βράδυ.

Μίμος σατιρίζει οδηγό κρατώντας την πινακιδα Incorrecta (Λάθος)

Το καλύτερο; Μοίρασε στους πολίτες ταμπέλες με thumbs up και thumbs down για να επιδοκιμάζουν ή να αποδοκιμάζουν δημόσια τις πράξεις των συμπολιτών τους. Γενικώς σκαρφιζόταν αστείες ή περίεργες καμπάνιες για κάθε τι που ήθελε να πετύχει, όπως όταν ζήτησε να του τηλεφωνήσει (στο προσωπικό του γραφείο μάλιστα) όποιος πολίτης συναντούσε έστω κι έναν υποδειγματικό ταξιτζή. Σύντομα, 150 τηλεφωνήματα συντέλεσαν στο να δημιουργηθεί ομάδα ταξιτζίδων που ο δήμαρχος ονόμασε Ιππότες της Ζέβρας και είχαν την προσωπική του υποστήριξη. Ίδρυσε επίσης ταμείο εθελοντικών φόρων για όσους ήθελαν να δώσουν παραπάνω χρήματα (!) στο δημοτικό ταμείο. Φυσικά και μάζεψε χρήματα. Τέλος, προσπαθώντας να δείξει πόσο σημαντική είναι η ανθρώπινη ζωή, ζωγράφισε αστέρια σε κάθε σημείο θανάτου από τροχαίο στην πόλη, πράγμα εξαιρετικά έξυπνο γιατί το αποτέλεσμα ήταν πανέμορφο αλλά και ιδιαίτερα σοκαριστικό.

Όχι, δεν είναι παραμύθι. Πρόκειται για τον Κολομβιανό Antanas Mockus, τον δήμαρχο της Μποκοτά το 1993. Μετά το πέρας της θητείας του, ο παράξενος αυτός δήμαρχος, ξεκίνησε διαλέξεις αναλύοντας τα συμπεράσματά του από το κοινωνικό του πείραμα. Ένα από τα συμπεράσματά του είναι πως η γνώση δίνει δύναμη αρκεί να καταφέρεις να τη μεταδώσεις μέσω της τέχνης, του χιούμορ και της δημιουργικότητας. Μόνο έτσι οι άνθρωποι αποδέχονται τις αλλαγές.

Το πλήρες κείμενο και τα αποτελέσματα των πρακτικών του Antanas Mockus σε νούμερα από την επίσημη εφημερίδα του Harvard University