Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα..


Τα λόγια που θα διαβάσετε πιό κάτω, τα απηύθυνε ένας φωτισμένος δάσκαλος στους μαθητές του, στο 2ο ΕΠΑΛ Αχαρνών για την επέτειο της 25ης Μαρτίου. 




Σκέφτηκα να σου μιλήσω για τον Καραϊσκάκη, 
Αλλά το μυαλό σου θα πάει στο γήπεδο.


Σκέφτηκα να σου μιλήσω για το 21, 
Αλλά ο νους σου θα πάει στην Ορίτζιναλ. 


Συλλογίστηκα πολύ, για να καταλήξω αν αξίζει 
Να σε ταλαιπωρήσω για κάτι τόσο μακρινό, τόσο ξένο. 


Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα 
Τι να λένε σε σένα, Σε εσένα που βιάζεσαι να φύγεις, 
Να πας για τσιγάρο, για καφέ ή για κάτι άλλο. 


Θα σου μιλήσω λοιπόν προσωπικά. 
Εγώ ο δάσκαλος που δούλεψα ένα χρόνο σε αυτό το σχολείο 
Και σε δεκαπέντε μέρες φεύγω για αλλού 
Σε εσένα που είσαι εδώ ένα, δύο, τρία 
'Η και περισσότερα χρόνια, 


Θα σου μιλήσω σταράτα 
Για να σου εκφράσω δυο σκέψεις μου. 
Οι μαθητές που συνάντησα μέσα στις τάξεις, 
Οι μαθητές που δίδαξα φέτος 
Στην συντριπτική τους πλειονότητα με σεβάστηκαν, 
Αν και δεν ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του μαθήματος. 


Πολλοί όμως από τους υπόλοιπους μαθητές 
Δε με σεβάστηκαν, με προσέβαλαν κατ' επανάληψη. 
Με έργα, με λόγια, με ύβρεις, 
Δείχνοντας ένα χαρακτήρα και ένα ήθος 
Που με σόκαρε, που με έβαλε σε μελαγχολικές σκέψεις. 


Αυτό το φαινόμενο αποδεικνύει 
Πως κάτι σάπιο υπάρχει σε αυτό το σχολείο, 
Πως εκτός του γνωστικού ελλείμματος 
Το συγκεκριμένο σχολείο χωλαίνει δραματικά 
Και στο ηθικοπλαστικό του έργο, 
Στη διαμόρφωση δηλαδή των μαθητικών ψυχών και πνευμάτων. 


Και η ευθύνη για αυτήν την αποτυχία 
Είναι ευθύνη αποκλειστικά δική μας, 
Των δασκάλων σας και των γονιών σας. 


Δεν έχουμε κατορθώσει να σας δείξουμε 
Πως χωρίς αρχές η ζωή σας αύριο θα είναι μια κόλαση, 
Πως χωρίς όνειρα και στόχους θα χρειαστείτε υποκατάστατα.


Θα καταφύγετε πιθανόν σε επιλογές που θα σας ξεφτιλίσουν, 
Θα σας κάνουν να σιχαίνεστε τον εαυτό σας, 
Θα σας γεμίσουν τη ζωή πλήξη και κούραση, 
Θα σας γεράσουν πρόωρα. 


Αν όμως θέλετε μια συμβουλή από ένα δάσκαλο, 
Σκεφτείτε το παράδειγμα του Μακρυγιάννη, 
Που έφτασε αγράμματος μέχρι τα πενήντα σχεδόν, 
Για να καταλάβει τότε πως η μόρφωση, η καλλιέργεια 
Ηταν το όπλο που έλειπε από την προσωπική του θήκη.. 
Και κάθισε με πολλή δυσκολία και χωρίς δάσκαλο 
Και έμαθε πέντε κολλυβογράμματα, 
Για να μας πει την ιστορία του βίου του, 
Το παραμύθι της επανάστασης των υπόδουλων Ρωμιών. 


Αυτό το παράδειγμα είναι για σένα το πιο κατάλληλο, 
Και μπορείς τριάντα χρόνια νωρίτερα από το στρατηγό Μακρυγιάννη 
Να ακολουθήσεις το δρόμο που εκείνος έδειξε, 
το μονοπάτι της καλλιέργειας, 
το δρόμο της παιδείας, 
τη λεωφόρο της προσωπικής σου προκοπής.

Δεν είστε σε τίποτε λιγότερο ικανοί από τον μπάσταρδο 
γιο της καλογριάς, τον Αρβανίτη Γιώργη Καραϊσκάκη. 
Ηταν κι αυτός αθυρόστομος σαν κι εσάς, 
Αλλά είχε αυτό που από τα αλβανικά μάθαμε σαν μπέσα, 
Ηταν πάνω απ' όλα μπεσαλής. 
Αυτό θα 'θελα να έχετε κι εσείς. 
Υπευθυνότητα, μπέσα, τσίπα. 
Να αναλαμβάνετε τις ευθύνες σας, 
Να απεχθάνεστε την υποκρισία, να σιχαίνεστε το συμφέρον, 
Να μισείτε το ψέμα και την ευθυνοφοβία. 


Η αγάπη για τον τόπο του, η λατρεία για την πατρίδα του 
Ηταν αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του Νικήτα Σταματελόπουλου, 
του Νικηταρά. 
Αγωνίστηκε στη διάρκεια της επανάστασης, 
Συνέβαλε στην απελευθέρωση της πατρίδας του 
Κι έπειτα φυλακίστηκε, 
Για να χαθεί σ' ένα στενοσόκακο του Πειραιά, 
Σχεδόν τυφλωμένος, πάμπτωχος και εγκαταλειμμένος από όλους, 
Δεν ζήτησε τίποτε από την ελεύθερη Ελλάδα 
Κι όταν οι γύρω του τον παρακινούσαν να απαιτήσει 
Από την κυβέρνηση μια πλούσια σύνταξη, 
Απαντούσε πως η πατρίδα τον αμείβει πολύ καλά, 
Λέγοντας ψέματα, για να μην προσβάλει την πατρίδα του. 
Είναι δύσκολο, το κατανοώ, το παράδειγμα του Νικηταρά. 
Αλλά νομίζω πως κι εσείς είστε ικανοί για τα δύσκολα, 
Μπορείτε να ακολουθήσετε το δρόμο της αξιοπρέπειας, 
Να προσπαθήσετε τίμια και με αγωνιστικότητα 
Για εσάς και για το μέλλον της οικογένειας που αύριο θα κάνετε. 


Ξέρω, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι 
Πως σας προτείνω μια διαδρομή ζωής δύσκολη και απαιτητική, 
Οταν δίπλα σας κυριαρχεί ο εύκολος δρόμος 
των γονιών, των δασκάλων, των πολιτικών, 
της εποχής στην οποία μεγαλώνετε. 


Ομως κάθε εποχή ελπίζει στους νέους της, 
Περιμένει από αυτούς να σηκώσουν ψηλά 
Και με επιτυχία τη σημαία του αγώνα 
και να οδηγήσουν την πατρίδα τους, τον τόπο τους 
σε καλύτερες μέρες, σε πιο φωτεινές σελίδες. 


Κι όταν βλέπω την εποχή μας 
Να μαραζώνει χωμένη στην αλλοτρίωση, 
Να ξεψυχά από την τηλεοπτική ανία, 
Να μουχλιάζει από το κυνήγι της ευκολίας, 
Μόνο σε εσάς ελπίζω, 
Στην ειλικρινή σας διάθεση 
να αγωνιστείτε, 
να αντισταθείτε, 
να πολεμήσετε, 
να νικήσετε. 
Μη μας απογοητεύσετε. 

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

Κραυγές και Ψίθυροι...



Μια μέρα, ένας σοφός Ινδός έκανε την παρακάτω ερώτηση στους μαθητές του:
-"Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;"
-"Γιατί χάνουν την ηρεμία τους" απάντησε ο ένας.
-"Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν παρότι ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους;" ξαναρωτά ο σοφός.
-"Ξεφωνίζουμε, όταν θέλουμε να μας ακούσει ο άλλος"
είπε ένας άλλος μαθητής Και ο δάσκαλος επανήλθε στην ερώτηση: "Μα τότε δεν είναι δυνατόν να του μιλήσει με χαμηλή φωνή;
Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά.. καμιά δεν ικανοποίησε τον δάσκαλο..
"Ξέρετε γιατί ουρλιάζουμε κυριολεκτικά όταν είμαστε θυμωμένοι;
Γιατί όταν θυμώνουν δύο άνθρωποι, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ..
και για να μπορέσει ο ένας να ακούσει τον άλλο θα πρέπει να φωνάξει δυνατά, για να καλύψει την απόσταση.. Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιο δυνατά θα πρέπει να φωνάξουν για ν'ακουστούν.

Ενώ αντίθετα τι συμβαίνει όταν είναι ερωτευμένοι;
Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνήσουν, κάθε άλλο, μιλούν σιγανά και τρυφερά..
Γιατί; Επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ πολύ κοντά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη. Μερικές φορές είναι τόσο κοντά που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν... παρά μονάχα ψιθυρίζουν.
Και όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν, τους αρκεί να κοιταχθούν.
 Έτσι συμβαίνει όταν δύο άνθρωποι που αγαπιούνται  πλησιάζουν ο ένας προς τον άλλον.
Στο τέλος ο Σοφός είπε συμπερασματικά:
"Όταν συζητάτε μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν, μην λέτε λόγια που σαν απομακρύνουν, γιατί θα φτάσει μια μέρα που η απόσταση θα γίνει τόσο μεγάλη που δεν θα βρίσκουν πια τα λόγια σας το δρόμο του γυρισμού"

Mahatma Gandhi

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Στο ναό, της Μάρως Βαμβουνάκη



Ακούω τα ισπανικά λόγια του ιερέα και δυσκολεύομαι να νιώσω την κατάνυξη που αισθανόμαι στους δικούς μας εσπερινούς.

Δεν είναι προκατάληψη. Οσο περισσότερο εκκλησιάζομαι στην Ορθοδοξία, τόσο με κερδίζει. Μέσα εδώ μού λείπει η δική μας αισθητική: Το θερμό ημίφως, τα σοβαρά μάτια των εικόνων μας που ατενίζουν ορίζοντες εσωτερικούς, η τελετουργία των δαχτύλων τους, η γνώση των σφιχτών χειλιών τους. Η άφατη έννοια που συνταράσσει, ο σεβασμός στα μεγάλα συναισθήματα που σιωπά. Εκεί πέρα, σε μάς, στην Ορθόδοξη τέχνη, τα μεγάλα και τα σημαντικά υπονοούνται, στέλνουν μονάχα νύξεις κι αν μέσα σου συναπαντήσουν κάποιους σπόρους, τους καρπίζουν. Το ζητούμενο πνέει πιο μέσα απ΄τις λέξεις, πιο πίσω απ΄τις εικόνες και είναι φειδωλό.

Εδώ, στη Δύση, όλα περιφέρονται ανυπόφορα εκφραστικά, πληθωρικά, σχεδόν φλύαρα. Ο συναισθηματισμός καταντάει πόζα. Οι μορφές δεν είναι πλέον σύμβολα, κάνουν τα πάντα για να εκβιάσουν τη συγκίνησή σου. Μπροστά σε τόση πληθωρικότητα αμύνεσαι, αντί ν΄ανοίγεσαι κλείνεις.



Από το βιβλίο «Λουλούδι της κανέλλας» (αφήγηση ενός ταξιδιού στην Ισπανία), εκδόσεις ¨Φιλιππότη¨, 1993

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Απειλή Ανεργίας..


Στο καφενείο δεκάδες οικοδόμοι καπνίζουν τα τελευταία τσιγάρα απελπισίας. Ούτε σήμερα δουλειά. Δεν κινείται τίποτε στην πιάτσα. Μεγάλωσε η ανέχεια, η θλίψη στην καρδιά. «Ποιος είπε ότι το ψωμί δεν είναι πνευματική υπόθεση», θα διερωτηθεί ο Γάλλος ιερέας, ο Αβάς Πιέρ.
Λίγο παρακάτω, δεκάδες γυναίκες γυρίζουν από τον ΟΑΕΔ. Πήγαν να καταθέσουν τα χαρτιά τους για το επίδομα ανεργίας. Ρίχνουν πού και πού κλεφτές ματιές στις βιτρίνες, που, προκλητικά πολύχρωμες, μένουν ανέγγιχτες. «Όταν κάτι δεν μπορείς να το έχεις, καλύτερα να μην το σκέφτεσαι», συλλογίζεται η Μαρία, μητέρα τριών παιδιών, που εδώ και πέντε μήνες τόσο αυτή όσο και ο οικοδόμος άντρας της έμειναν άνεργοι.
Αργά, έως και πένθιμα, ανεβαίνει με ένα σωρό σκέψεις και διλήμματα προς το σπίτι. Η ώρα πέρασε και τα παιδιά σε λίγο θα σχολάσουν. Θέλουν να φάνε. Τι να μαγειρέψει κανείς; Διαμαρτύρονται κι αυτά. Παιδιά είναι. Τι να καταλάβουν –και γιατί άλλωστε;– για την ποιότητα του κόσμου που τα φέραμε;
«Είναι και η μέρα σήμερα που πρέπει να πληρώσουμε τα φροντιστήριά τους, άσε που το Σάββατο είχαμε πει να πάμε για παπούτσια και φόρμες».
Έχουν καταλάβει κι αυτά τη δύσκολη οικονομική μας κατάσταση. Μάθανε κι αυτά στο “περίμενε”. Σ’ ένα αύριο γεμάτο ερωτηματικά. Αβέβαιο. Γίναμε όλοι καχύποπτοι στη χαρά.
Τα Χριστούγεννα, ό,τι τους έδωσαν οι παππούδες και οι διάφοροι συγγενείς πήραν την απόφαση να τα προσφέρουν στην οικογένεια. Γνώριζαν ότι δεν είχαμε τα απαραίτητα. Τα μικρά μάς έδωσαν τα λεφτά από τα κάλαντα που είπαν με τους φίλους τους.
Ο πατέρας τους δεν ήθελε να τα πάρει. Ντρεπόταν. Σιχαινόταν τον εαυτό του, έλεγε. Έβριζε και καταριόταν τη ζωή.
Τα βράδια, συχνά έβγαινε για περίπατο. Έλεγε ότι κάνει καλό στην υγεία του. Μονάχα εγώ ήξερα ότι έβγαινε έξω για να κλάψει. Να μην τον δουν τα παιδιά. Να μην τον ακούσουν. Να κρύψει την απογοήτευσή του. Την οδύνη της καρδιάς του. Τέσσερις φορές σκέφτηκε να δώσει την ψυχή του στον διάβολο. Όταν τον ρώτησα τι εννοεί, μου είπε: “Να αυτοκτονήσω ήθελα”.
Την ώρα που σκεπτόμουν όλα αυτά άκουσα, τη φωνή του.
“Μαρία, στάσου, περίμενε…”. Ήταν εκείνος. Καθόταν σ’ ένα καφενείο γεμάτο ντόπιους και ξένους εργάτες. Ο καπνός και η απελπισία είχαν γεμίσει τον χώρο. Με δυσκολία μπορούσες να διακρίνεις τα πρόσωπά τους. Ίσως να μην έφταιγε και ο καπνός, ίσως να μην ήταν οι ανάσες που θάμπωναν τα τζάμια του μαγαζιού. Ίσως και να ήταν οι χιλιάδες ανέλπιδοι αναστεναγμοί τους. Η υγρασία των ματιών τους. Ήταν και τόσοι πολλοί, άλλωστε. Όλες οι ηλικίες μαζί. Γέροι, νέοι, πολλοί ακόμη και με τα παιδιά τους. Σκιές, φιγούρες, με κοινή επωδό την αγωνία για δουλειά, για το αύριο, για το μεροκάματο, το ψωμί των παιδιών τους, την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους. Και δυστυχώς κάθε μέρα γίνονταν όλο και πιο πολλοί.
“Πού πας;” με ρώτησε.
“Ε, πού αλλού, στο σπίτι. Τα παιδιά σε λίγο σχολάνε και πρέπει να είμαι εκεί”.
“Κάτσε, θα έρθω κι εγώ μαζί σου”.
Κατάλαβα ότι και σήμερα δεν είχε υπάρξει καμία προοπτική για δουλειά. Την ώρα που με έπιανε από το μπράτσο για να φύγουμε, αισθάνθηκα ότι κάτι ήθελε να μου κρύψει. Κάτι σαν να μην ήθελε να δω στην πόρτα του μαγαζιού, γι’ αυτό και βγήκε τόσο γρήγορα έξω και με έπιασε βιαστικός αγκαζέ για να πάμε σπίτι. Δεν συνήθιζε αυτή τη συμπεριφορά.
“Κάτσε, άνθρωπέ μου, τι με τραβάς;” πρόλαβα να πω και τα μάτια μου καρφώθηκαν στο μυστικό που δεν ήθελε να δω. Στην πόρτα του καφενείου κρέμονταν δυο κηδειόχαρτα. Δύο άνθρωποι, ο ένας νέο παιδί 25 ετών και ο άλλος μεσήλικας, 52, ήταν νεκροί. Και οι δύο άνεργοι. Και οι δύο είχαν δώσει την ψυχή τους στον διάβολο. Στον έναν βρήκαν την απόλυση μέσα στο μπουφάν. Στον δεύτερο ένα κυριακάτικο κήρυγμα της ενορίας του».

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Όσο υπάρχουν άνθρωποι..


Είμαστε πια μια κοινωνία σχιζοφρενών. Από τη μια ένας αφύσικος πολιτισμός και από την άλλη η οντότητά μας σαν άνθρωποι. Είμαστε ψυχασθενείς. Απλώς ο καθένας νομίζει ότι ο άλλος είναι, κι όχι ο ίδιος!

Αν θέλουμε λοιπόν να οραματιστούμε ένα ανθρώπινο μέλλον, οφείλουμε κατ’ αρχήν να το οραματιστούμε σε ανθρώπινα μέτρα. Αυτές οι χαβούζες που λέγονται πόλεις εξαφανίζουν τον άνθρωπο.

Θα κάνω μια παρένθεση: πήγα κάποτε στην Ιταλία και μπήκα σε μία από αυτές τις τεράστιες εκκλησίες που έχουνε. Στάθηκα μέσα σ’ αυτό το πράγμα και χάθηκα πραγματικά. και ένιωσα έτσι, ανύπαρκτος. Αυτόματα σκέφτηκα κι ένα δικό μας, ένα εκκλησάκι σ’ ένα λοφίσκο, που μπαίνεις μέσα και ακουμπάς το Θεό ρε παιδί μου! Εκεί εκμηδενίζουν εντελώς τον άνθρωπο. Ενώ, αντίθετα, μπαίνεις σ’ σ’ ένα ερημοκλήσι και βλέπεις τον Παντοκράτορα από πάνω να σου χαμογελάει, να απλώσεις το χέρι να τον πιάσεις!

Δηλαδή, ο άνθρωπος ο οποίος θέλει να επικοινωνήσει, ανεξάρτητα αν πιστεύει στον Θεό ή δεν πιστεύει στο Θείο, κλπ. Όσο υπάρχουν άνθρωποι -κι αυτοί λιγοστεύουν ολοένα και περισσότερο και αντικαθίστανται από τους μεταλλαγμένους- θα νιώθουνε αυτή την ανάγκη μιας διαφορετικής επικοινωνίας. Πολλές φορές όταν είμαι «φορτωμένος» και έχει Πανσέληνο βγαίνω στην βεράντα εδώ έξω ανοίγω τα χέρια μου -όπως όταν σταύρωσαν τον Χριστό- κι ανοίγω το στόμα μου και προσπαθώ να... καταπιώ το φεγγάρι. Στέκω, έτσι, πέντε με δέκα λεπτά, και κάποια στιγμή χάνομαι, σταματάω μόνος μου, γιατί δεν ξέρω αν θα γυρίσω πίσω…

Χρόνης Μίσσιος

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Ευτυχία είναι...


Έπρεπε να γεράσω, αγόρι μου, για να μάθω τι είναι  ευτυχία.
Τελικά  ευτυχία  είναι ένα  ζευγάρι  χέρια, δύο χέρια… Αυτά που θα σε αγκαλιάσουν, θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμήσουν, θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν, θα σε χαιδέψουν και στο τέλος θα σου κλείσουν τα μάτια. Τα πολλά χέρια απλά σε κατσιάζουν… 
Χάσιμο χρόνου. Θα το δείς κι εσύ όσο μεγαλώνεις…

Θανάσης  Βέγγος

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

Λευκοφόροι την διάνοιαν...


Είναι κανείς από το μέρος της αθωότητας -λευκοφόρος την διάνοιαν, που λέει κι ο Ρωμανός- σε δύο περιπτώσεις: όταν δεν έχει φτάσει στο σημείο να υποψιασθεί καν το μαύρο. Κι όταν το έχει διατρέξει ως την έσχατη άκρη του, έτσι που να πατήσει από το άλλο μέρος πάλι στο λευκό. Με πλήρη συνείδηση ότι όσα γνώρισε στο αναμεταξύ του είναι απολύτως άχρηστα.

Μορφές όπως του Πλωτίνου, του Ρωμανού του Μελωδού, του Fra Angelico, του Blake, του Vermeer, του Holdelrin, του Novalis, του Mozart, του Rimbaud, του Shelley, του Θεόφιλου, του Παπαδιαμάντη, διαφορετικές στο έπακρο, μ' ελκύσανε ανέκαθεν -ανεξάρτητα εντελώς από τη ζωή τους- γι' αυτό το λευκό σημάδι που διασώζανε στο έργο τους, τη λάμψη που έφερναν είτε με τρόπο ήπιο είτε με αγριότητα. Επειδή, βέβαια, η χώρα της αθωότητας δεν είναι όπως τη φαντάζονται μερικοί. Έχει τους αγίους της και τ' αγρίμια της, τα παρθένα δάση και τα γαλήνια νερά της. Χρειάζεται να΄σαι τέλεια αφοπλισμένος για να προχωρήσεις μέσα της..

Οδυσσέα Ελύτη, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Διάπλους του δύσκολου καιρού, του Νίκου Γ. Ξυδάκη


Αξέχαστα θα μείνουν τα φετινά Χριστούγεννα. Σκληρά και κρύα, για πολλούς συνανθρώπους μας, συναδέλφους, γείτονες, συγγενείς, φίλους. Εχασαν τη δουλειά τους, η επιχείρησή τους μαράζωσε, η φτώχεια τους κύκλωσε. Αλλοι έχασαν το πολυτιμότερο: έναν άνθρωπο. Ολοι χάσαμε το κέφι και το χαμόγελό μας, την αισιοδοξία μας.

Κερδίζουμε κάτι ωστόσο. Κερδίζουμε την ξεχασμένη αίσθηση του μέτρου· τι είναι πράγματι αναγκαίο, χρειώδες, απαραίτητο. Σφιγμένοι απ’ την ανάγκη, στερημένοι από το αποκούμπι ενός προβλεπτού καλόγνωμου χρόνου, με το βραχύ μέλλον σκοτεινό, ξαναλογαριάζουμε τα απαραίτητα. Και παρά το σοκ της φτωχοποίησης, παρά το βίαιο ταρακούνημα απ’ τις παλιές βεβαιότητες, βλέπουμε ότι τα απαραίτητα δεν είναι τόσο πολλά και δεν μας λείπουν όλα ― ακόμη και σε τούτο το ζοφερό κατώφλι.

Υγεία, αγάπη, πίστη στον άνθρωπο, στον εαυτό και στον άλλο. Τα απαραίτητα είναι εντυπωσιακά κοινότοπα, τριμμένα και γλυμμένα απ΄τον χρόνο, περιεχόμενα σε κάθε βιοθεωρία, απ’ την αυγή των μύθων ώς τη ροδαυγή του Νίτσε και του Φρόιντ. Αυτά απαιτούνται οπωσδήποτε για να διαπλεύσουμε τον δύσκολο καιρό ― άνευ αυτών ουδέν. Εικονισμένα σε λαϊκή λιθογραφία με τις τρείς παρθενομάρτυρες, Πίστις, Ελπίς, Αγάπη ― και μητέρα αυτών η Σοφία.

Η εορταστική ανάπαυλα των Χριστουγέννων, στο μέσον του χειμώνα, αυτή τη σοφία φέρνει, αυτή την πρόσκληση για αισθηματική εκδίπλωση και αναστοχασμό. Η κρίση μάς προσκαλεί να ξαναγεννηθούμε, δηλαδή να βρούμε τον εαυτό μας ανακαινισμένο, απαλλαγμένο από βάρη και περιττά μαλάματα. Χωρίς χλιδή, χωρίς λεφτά, χωρίς εταιρικά δώρα και δαπάνες επίδειξης, χωρίς τις φλύαρες συμβάσεις· αλλά όχι χωρίς το μέγα δώρο της ακερδούς, της άυλης χαράς, όχι χωρίς την πίστη στο διαρκές θαύμα της ζωής.

Πυκνός, βαρύς, πολύς, ο καιρός χιονίζει πάνω μας και μας βαραίνει. Αντέξαμε πολλά, θ’ αντέξουμε κι άλλα.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Κάθοδος στο Σημείο Μηδέν της Αθήνας, του Ηλια Mαγκλίινη


Την παραλάβαμε απ’ το ξενοδοχείο της ελάχιστη ώρα αφότου προσγειώθηκε - από τη Νέα Υόρκη, με ενδιάμεσο σταθμό το Λονδίνο. Η Σάσκια Σάσεν, συγγραφέας των βιβλίων «Κοινωνιολογία της παγκοσμιοποίησης» και «Χωρίς έλεγχο; Η εθνική κυριαρχία, η μετανάστευση και η ιδιότητα του πολίτη την εποχή της παγκοσμιοποίησης» (αμφότερα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο), είναι καταξιωμένη καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Θα έδινε το ίδιο απόγευμα διάλεξη στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και την επομένη θα αναχωρούσε για Μαρόκο.

Μαζί με τον φωτογράφο Νίκο Κοκκαλιά στο πίσω κάθισμα, και πάντοτε συντροφιά με τη Σ. Σάσεν (δεν είχε κοιμηθεί όλο το βράδυ, αλλά δεν μπορούσες να το διακρίνεις πάνω της), ξεκινήσαμε από τη Συγγρού για ένα Athens by day, να την ξεναγήσουμε, έστω και για μία ώρα περίπου, σε ορισμένα σημεία της Αθήνας που δεν είχε δει. Ενα σύντομο, ήπιο «walk on the wild side», για να μνημονεύσουμε λίγο Λου Ριντ από τα ’70s - μια εποχή στην οποία η Σάσεν αναφέρθηκε κάμποσες φορές, παρατηρώντας την Αθήνα του 2011: «Νομίζω ότι η Αθήνα βιώνει αυτό που βίωσε η χρεοκοπημένη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του ’70. Ομως οι πόλεις έχουν την ικανότητα να αναγεννώνται. Επινοούν εκ νέου την ταυτότητά τους»...

Το πρώτο που ζήτησε να δει ήταν «την πλατεία που συγκεντρωνόταν όλο αυτό το καιρό τόσος κόσμος», το Σύνταγμα. «Πώς ξεκίνησε όλο αυτό;» Ρωτάει με περιέργεια. «Από την πλατεία Ταχρίρ, στην Αίγυπτο;» Της απαντώ ότι το έναυσμα έδωσαν οι Ισπανοί Indignados. Παρατήρησε τα σπασμένα μάρμαρα στους υπόγειους σταθμούς του μετρό και λίγο μετά κάναμε την πρώτη μας στάση...

Διασχίζουμε πεζή την Πειραιώς και παίρνουμε τη Σοφοκλέους ανάποδα, με σκοπό να καταλήξουμε στην Πλατεία Θεάτρου. Καθώς διεισδύουμε σε αυτό το άλλοτε μίζερο άλλοτε εξωτικό σύμπαν των καταστημάτων, μιας αγοράς σαν άγρια, οργιώδη βλάστηση, που μοιάζει να κρύβεται μέσα στην πόλη, εντυπωσιάζεται απ’ το γεγονός ότι όλο αυτό συμβαίνει στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας. «Και πάλι, είναι κάτι που το συναντάς σε πολλές πόλεις στον κόσμο», τονίζει. «Ωστόσο, αυτή η εκπληκτική αγορά με τις τόσο έντονες μυρωδιές είναι ένα γκέτο, αλλά δεν έχει καμία σχέση με τα γκέτο που συναντάς στη Νέα Υόρκη ή στο Σικάγο ή και στο Παρίσι. Εκεί είναι γειτονιές με κατοικίες, απομονωμένες εντελώς από τον ιστό της πόλης, αφημένες στην τύχη τους. Εδώ βλέπουμε ότι όλα συνδέονται, το ένα διεισδύει μέσα στο άλλο».

Διασχίζουμε μια στοά που συνδέει τη Σοφοκλέους με την Πλατεία Θεάτρου και της διηγούμαι πώς και γιατί έκλεισε το Guru, πώς το καλοκαίρι του 2008, όταν πέρασα και πάλι από το ίδιο σημείο με τον Κωνσταντίνο Ζουγανέλη, η συγκεκριμένη στοά ήταν σπαρμένη με ζωντανούς-νεκρούς, αίμα και ακαθαρσίες. Η εικόνα τώρα είναι τελείως διαφορετική - όπως και οι οσμές. «Είναι αυτό που έχω χαρακτηρίσει ως global slum», λέει. Παγκόσμια φτωχογειτονιά ή και τρώγλη ακόμα. Αλλά για τη Σ. Σάσεν, ο όρος δεν έχει αποκλειστικά και μόνο αρνητικό πρόσημο. «Είναι κάτι τόσο διεθνές, ενσωματωμένο στις πόλεις, και δεν σημαίνει μόνον εξαθλίωση. Φανταστείτε για τι τεράστιο διεθνές κύκλωμα μιλάμε, με ανθρώπους από δέκα ή δεκαπέντε χώρες. Με τον όρο αυτό λοιπόν δεν εννοώ απλώς μια υποβαθμισμένη οικιακή πολιτική αλλά κάτι ευρύτερο και πιο πολύπλευρο. Με την παρουσία τους, τα βίντεο κλαμπ και τα τοπικά προϊόντα τους, στήνεται ένας ολόκληρος κόσμος».

Σε ένα μανάβικο με πακιστανικά προϊόντα περιεργαζόμαστε ένα είδος αγγουριού που ευδοκιμεί στην Ινδία, στο Μπανγκλαντές. «Βλέπετε, πόσες χώρες συγκεντρώνονται μέσα σε αυτά τα τετράγωνα, στην καρδιά της πόλης. Κυκλοφορεί χρήμα αλλά δεν ξέρουμε πού καταλήγει. Βέβαια, ξέρουμε ότι κάποιοι στέλνουν τα χρήματα που βγάζουν στην πατρίδα τους, οπότε μια άλλη κοινότητα, σε ένα άλλο μέρος του κόσμου επωφελείται».

Καθώς επιστρέφουμε προς το αυτοκίνητο με τα πόδια, η Σ. Σάσεν μας λέει ότι «οι πόλεις σήμερα μπορεί να μην είναι απαραιτήτως οικονομικά κέντρα, αλλά αποτελούν καίρια γεωπολιτικά σημεία. Οπως το βλέπω, η Αθήνα είναι αυτή τη στιγμή η αφορμή για τη δόμηση νέων τύπων οικονομικών διακανονισμών, είναι το Σημείο Μηδέν (Ground Zero) αυτής της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Η Ελλάδα είναι ένα πείραμα σε μια νέα οικονομική γεωπολιτική. Η “αραβική άνοιξη” ήταν μια ιδιαίτερη γεωπολιτική στιγμή, όπως η Ελλάδα, στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης, αποτελεί κάτι ανάλογο».

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Η αδικία που πληγώνει..

Ο κ.  Δημήτρης Καραγιάννης  ήρθε στις 11 Νοέμβριου του 2011 "Στα Άκρα" με τη Βίκυ Φλέσσα και ψυχογράφησε στο πρόσωπο του ομηρικού ήρωα Αχιλλέα όλους εκείνους τους ικανούς ανθρώπους, που αποσύρονται από την ενεργό δράση εξαιτίας της διαπραχθείσης εις βάρος τους αδικίας.
Διερεύνησε τη συντροφική σχέση, καταρρίπτοντας τον πλατωνικό μύθο για το «έτερον ήμισυ» και εξήγησε πως μία σχέση μπορεί να προδοθεί από ανεκπλήρωτες προσδοκίες.
Σχολίασε τη στρέβλωση μέσα στην οικογένεια, επισημαίνοντας την εξωλεκτική σημασία του βλέμματος στην ανατροφή των παιδιών. και αναζήτησε το νόημα της ζωής με οδηγό την υπαρξιακή ψυχολογία στοχεύοντας στην αποφυγή της κατάθλιψης και δή, στις ημέρες που διανύουμε…


Πηγή: Αντίφωνο

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Ποιά παράδοση και ποιά πρόοδος, του Λάκη Προγκίδη


Λίγο από πνεύμα ανταρσίας, λίγο από οικογενειακή παράδοση, βρέθηκα τον Ιούνιο του 1968, μετά από κάποιες πράξεις ανατρεπτικού, καθώς ελέχθη, χαρακτήρα, συγκρατούμενος με τον Θ.Π. στο 6ο αστυνομικό τμήμα στον Βαρδάρη. Δικτατορία. Σε λίγες μέρες πατούσα τα εικοσιένα.

Ζέστη ανυπόφορη. Ένα μπετονένιο κελί, μη αεριζόμενο, στον τελευταίο όροφο, ακριβώς κάτω από την ταράτσα. Πυρακτωμένο μέρα νύχτα. Μας βγάζαν μόνο για τις φυσικές μας ανάγκες και για να φάμε ανακούρκουδα το φαγητό που φέρναν και παραδίδαν στο φύλακα κάθε μέρα οι δικοί μας. Τελειώνοντας κι αφού καπνίζαμε το μοναδικό τσιγάρο του εικοσιτετράωρου –ώ της απολαύσεως!– κοιταζόμασταν και ψιθυρίζαμε «άντε πάλι στο καμίνι».

Οι μέρες κυλούσαν. Σε δυο τρεις βδομάδες είχαμε εξαντλήσει τις βασικές πληροφορίες γύρω από τη ζωή μας. Περάσαμε λοιπόν σε ιστορίες πιο προσωπικές. Ένα βράδυ, o Θ.Π., λογιστής το επάγγελμα, άρτι παντρεμένος, μου διηγήθηκε τις αναμνήσεις του από ένα τελευταίο του ταξίδι στη Σκιάθο όπου ανακάλυψε τον Παπαδιαμάντη. Καθώς δε το έφερε η τύχη νάχω κι εγώ γνωρίσει στα δεκατέσσερά μου και το ωραίο νησί και νάχω κιόλας διαβάσει τα άπαντα του Βαλέτα, αρχίσαμε να φέρνουμε στο μυαλό μας τα έργα του Παπαδιαμάντη, να ζωντανεύουμε τους ήρωές του και να ονειροπολούμε τις ρόδινες ακρογιαλιές, τις βασιλικές βελανιδιές και τα θεσπέσια τσιμπούσια του. Το καμίνι μας έβραζε. Ο Παπαδιαμάντης το δρόσιζε. Τόλη, αναφωνεί μια μέρα ο συγκάτοικος, ξέρεις τι λέω; Τι; Θα βγω στον Διοικητή να του ζητήσω να μας επιτρέψει να διαβάσουμε Παπαδιαμάντη. Σε βάρεσε η ζέστη, του κάνω. Ξερό κεφάλι όμως ο Θ.Π.: πέτυχε την ακρόαση για την ίδια μέρα. Επέστρεψε σε λίγο τρισευτυχισμένος. Κάθε δεκαπέντε μέρες, συμφώνησε ο Διοικητής, θα μας έφερνε η γυναίκα του Θ.Π. έναν τόμο από τα άπαντα και θα έπερνε πίσω τον διαβασμένο. Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Και πώς δέχθηκε το πράγμα, ρώτησα. Α, με πολύ ενθουσιασμό, απάντησε. Δεν πρόλαβα, συνέχισε, να ολοκληρώσω το αίτημά μου και πετάχτηκε όρθιος αναφωνώντας «Μπράβο, αυτός μάλιστα, ίσως και ξεστραβωθείτε».

Δεν ευτύχησε να τελειώσουμε την ανάγνωση. Στο τέλος του τρίτου τόμου μας χωρίσαν. Μας μεταφέραν στο στρατόπεδο του Καρατάσου στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Μας κλείσαν σε χωριστά δωμάτια στον πρώτο όροφο ενός διώροφου κτιρίου που στο παρελθόν το χρησιμοποιούσαν οι εφημερεύοντες μόνιμοι αξιωματικοί. Σφράγισαν τα παντζούρια, βάλαν φρουρούς, μας σίτιζαν πρωί, μεσημέρι, βράδυ και μας επιτρέψαν να διαβάζουμε ό,τι βιβλία μας φέρναν από τα σπίτια μας μια φορά την εβδομάδα –αφού περνούσαν πρώτα από την έγκρισή τους, εννοείται. Δυστυχώς εγώ δεν είχα τα άπαντα για να ολοκληρώσω την ανάγνωση, τη δεύτερη της ζωής μου. Έφηβος τα είχα δανειστεί. Θυμάμαι, εντούτοις, πάντα με νοσταλγία τον εγκλεισμό στου Καρατάσου. Ποτέ δεν ξαναβρέθηκα στη ζωή μου σε τόσο ιδανικές συνθήκες για διάβασμα και περισυλλογή. Έμενα ξυπνητός μέχρι μετά τα μεσάνυχτα. Το εγερτήριο μου το είχα εξασφαλισμένο. Στις 7:00 η ώρα ένας λόχος σταματούσε κάτω από τα παράθυρα μας και κραύγαζε αρκετές φορές τα πασίγνωστα συνθήματα της Χούντας: ΕΙΚΟΣΙΜΙΑ! ΤΕΤΑΡΤΟΥ! ΕΞΗ-ΝΤΑ ΕΦΤΑ! – ΕΛΛΑΣ! ΕΛΛΗΝΩΝ! ΧΡΙ-ΣΤΙΑ-ΝΩΝ!

Μείναμε στο στρατόπεδο από τον Σεπτέμβριο του 1968 μέχρι που έγινε η δίκη, τον Μάιο του 1969. Από τις πρώτες μέρες, με νωπό ακόμα στη μνήμη μου τον Παπαδιαμάντη, σκεφτόμουν σε τι παράξενη θέση με είχε φέρει η τύχη. Από τη μια μεριά έπαλε μέσα μου ολοζώντανη, πανέμορφη, νόστιμη και απέραντα ανεκτική απέναντι στις τρέλες, τις αποκοτιές και τα πάθη των ανθρώπων η Ελλάδα των Ελλήνων χριστιανών του αγαπημένου μου συγγραφέα. Και από την άλλη, ο έξω κόσμος με βομβάρδιζε με μια ελληνοχριστανική Ελλάδα που με γέμιζε με τόση λύσσα όση και οδύνη. Τούτη η αντίθεση, τούτη η αντιπαράθεση δυο φαινομενικά όμοιων κόσμων στάθηκε το πρώτο μου μάθημα λογοτεχνικής κριτικής.

Πέρασαν από τότε δέκα ολόκληρα χρόνια μέχρι ν’ αποφασίσω ν’ ασχοληθώ συστηματικά με την κριτική της λογοτεχνίας και ιδιαίτερα του μυθιστορήματος. Για ένα μεγάλο διάστημα ο Παπαδιαμάντης υπήρξε το μοναδικό μου σχολείο. Μα, θ’ απορήσετε, ασχολήθηκε ο Παπαδιαμάντης με την κριτική; Όχι βέβαια. Η κριτική όμως για την οποία μιλώ και η οποία έγινε η μοναδική μου σχεδόν ενασχόληση, προήλθε, ναι, προήλθε από το παπαδιαμαντικό έργο, ή, για την ακρίβεια, προήλθε από την σπίθα που πετάχτηκε μέσα μου τη στιγμή της σύγκρουσης αυτού του έργου με την καταθλιπτική και ανελεύθερη ατμόσφαιρα της χουντικής ελληνοxριστιανοσύνης.

Δεν χρειαζόταν βέβαια και καμιά φοβερή πνευματική ικανότητα για να καταλάβω το χάσμα που χώριζε την πίστη και την τέχνη του Παπαδιαμάντη από τα ιδεολογήματα των ηγετίσκων της δικτατορίας. Μου αρκούσε η αίσθησή μου. Στην περίπτωση του Παπαδόπουλου και των συνεργατών του, ένας δισχιλιετής πολιτισμός είχε στραγγίσει, είχε συρρικνωθεί, είχε καταντήσει κούφιο σύνθημα για να το βροντοφωνάζουν κατ’ εντολήν οι φαντάροι. Με τον Παπαδιαμάντη οι ίδιες λεξούλες που όριζαν τη χώρα μου, το λαό μου και την θρησκευτική του πίστη ηχούσαν μέσα μου σαν κάλεσμα ενός ακμαίου πολιτισμού, πάντα πλούσιου σε εκπλήξεις και αινίγματα. Ένα σφαλιστό παράθυρο χώριζε τους δύο κόσμους. Έξω, το καθεστώς που αντιμαχόμουν προσπαθούσε να μετατρέψει την πολιτισμική μου ταυτότητα σε τύπο, σε σχήμα αιώνια απαρασάλευτο. Μέσα, η ίδια ταυτότητα μεταμορφωνόταν σε ανεξάντλητο μυστήριο, σε ανάσα δημιουργίας, σε ελευθερία.

Ξαναθυμήθηκα φέτος, ύστερα από σαράντα τρία χρόνια, τη διαμονή στου Καρατάσου. Ίσως γιατί το καλεί η επέτειος. Ίσως γιατί προσπαθώ, διαβάζοντας τον ξανά και ξανά να δω τι έχει να μας πει ο συγγραφέας του «Φτωχού Αγίου», για την σημερινή μας κατάντια. Και ξαναθυμήθηκα φυσικά σε τι συνίστατο το πρώτο μάθημα κριτικής στο οποίο μόλις αναφέρθηκα. Συνίστατο σε δυο ανακαλύψεις. Ανακάλυψα, εκεί στην απομόνωση, πρώτον την αμφίσημη φύση της παράδοσης. Την κοίταζα από τη μεριά της χούντας, πτώμα. Την κοίταζα από τη μεριά του κυρ Αλέξανδρου, άνθιζε, ευδοκιμούσε. Κι αυτό όχι θεωρητικά και αφηρημένα αλλά στο ίδιο το πετσί μου, για να το πω έτσι. Το ίδιο μου το κορμί είχε γίνει το θέατρο αυτής της διπλής όψης της παράδοσης: στ’ αυτιά μου αντιλαλούσε το κούφιο σύνθημα των Συνταγματαρχών ενώ ταυτόχρονα τα σωθικά μου χοροπηδούσαν στο ρυθμό του παπαδιαμαντικού τραγουδιού.

Η δεύτερη ανακάλυψη ήταν λιγότερο κατανοητή. Θέλω να πω ότι ενώ η πρώτη είχε άμεση σχέση με τη σύγκριση, διανοητικού περισσότερο χαρακτήρα, του μέσα με το έξω, του παπαδιαμαντικού πλούτου που γέμιζε το είναι μου με την έκπτωτη μορφή του πού κυριαρχούσε από την άλλη πλευρά του παραθύρου, η δεύτερη ανακάλυψη ήταν πολύ δύσκολο να περιγραφτεί. Ναι, με το πρώτο άκουσμα του συνθήματος «Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών» ένιωσα κάτι που είναι αδύνατον να εκφραστεί με λέξεις. Ή για την ακρίβεια κάτι που ήταν αδύνατον να εκφραστεί και το οποίο παιδεύομαι έκτοτε να πω, να φανερώσω, να κάνω να γίνει κατανοητό. Εκείνη η δεύτερη «ανακάλυψη» στάθηκε για μένα το μεγάλο αίνιγμα και το κίνητρο για να ριχτώ στην περιπέτεια της κριτικής. Εδώ, είπα μέσα μου, γίνεται κάτι το εξαιρετικό. Κάτι για το οποίο αξίζει τον κόπο να επιχειρήσω μιαν ολόκληρη στροφή σε σχέση με τον δρόμο πού είχε πάρει ήδη η ζωή μου: Πολυτεχνείο, πολιτικοποίηση, λογοτεχνικά ενδιαφέροντα. Εδώ, σε τούτο το κεφάλαιο, ίσως κάτι έχω να πω, κάτι το τελείως δικό μου, σκέφτηκα.

Ποια ήταν λοιπόν αυτή η τόσο περίεργη και άρρητη αίσθηση; Το γέλιο. Ναι, το γέλιο. Ακούγοντας τα φανταράκια να ξελαρυγγύζονται για να με κάνουν να καταλάβω τι θα πει Ελλάδα άρχισα να γελάω. Βουβά. Μέσα μου. Ένα γέλιο εύθυμο, λαγαρό, πρόσχαρο, συντροφικό. Χωρίς ίχνος έχθρας και σατιρικής διάθεσης –στο κάτω κάτω της γραφής απόλυτα δικαιολογημένης από την περίσταση. Όχι βέβαια ότι μου ήρθε να ταυτιστώ με την πρωινή εντεταλμένη χορωδία και να πάρω μέρος στη συλλογική αποβλάκωση. Γέλιο ίσον απόσταση. Υπό όποια μορφή κι αν ξεπηδήσει. Και ποια ήταν λοιπόν η μορφή εκείνου του γέλιου; Δεν ήξερα ούτε να την ονομάσω, ούτε να την περιγράψω. Το μόνο πράγμα πού καταλάβαινα διαυγέστατα είναι ότι είχα βρεθεί ξαφνικά σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, σε μια «γνώση» ασύλληπτη για τα φτωχά μου εκφραστικά μέσα. Ένιωθα σαν το κλειστό παράθυρο να είχε εξαφανιστεί και μαζί του και το δωμάτιο. Σαν από τον εαυτό μου ν’ αποκολλήθηκε ένας άλλος εαυτός που μ’ έβλεπε από πολύ μακριά. Που μας έβλεπε από κάποιον άλλο πλανήτη: εμένα, το στρατόπεδο και τη χώρα μου ολόκληρη. Μέσα σ’ ένα συναίσθημα απέραντης συγκατάβασης. Σαν νάμασταν όλοι ένα. Σαν να μην ήταν καθόλου εύκολο να διακρίνεις τους εχθρούς από τους φίλους. Σαν ένα μαγικό ραβδί να είχε σβήσει διαφορές, ανταγωνισμούς και αντιδικίες. Αλλά και πάλι, τίποτα δεν είχε παραμερίσει από τη θέση του και ιδιαίτερα τα καρφωμένα παντζούρια. Γελούσα. Το είναι μου είχε παραδοθεί στη χαρά του γέλιου. Το ένιωθα. Αλλά ταυτόχρονα ένιωθα ότι γελούσα χωρίς να ξέρω το γιατί. Πέρασε πολύς καιρός πριν αρχίσω να αρθρώνω κάποιες σκέψεις γύρω από το φαινόμενο. Τότε, όταν συνέβει, για το μόνο πράγμα που ήμουν σίγουρος ήταν ότι στον πυρήνα αυτής της περίεργης σκωπτικής διάθεσης φώλιαζε το έργο του Παπαδιαμάντη που μόλις είχα ξαναδιαβάσει.

Οι ιδιαίτερες συνθήκες όπου βρισκόμουν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν κάποιες στιγμές παράκρουσης. Προτίμησα το δρόμο της εκλογίκευσης. Βέβαια αν πάρουμε το έργο του Παπαδιαμάντη καθ’ εαυτό δε θα βρούμε την παραμικρή νύξη σε σχέση με την ελληνοχριστιανοσύνη την οποία διατυμπάνιζαν οι αυτοκυρηχθέντες προστάτες του έθνους. Αποκλειόταν λοιπόν η οποιαδήποτε άμεση συσχέτιση λογοτεχνικού έργου και συγκεκριμένης κατάστασης. Έμενε ίσως η έμμεση: η φρέσκια ακόμα μέσα μου μνήμη της παπαδιαμαντικής ελληνοχριστιανοσύνης μ’ έκανε να χλευάζω, ως εξ αντιπαραβολής, το ελεεινό απολειφάδι της. Όμως ούτε κι αυτή η εξήγηση ευσταθούσε. Το είπα ήδη το γέλιο μου δεν είχε σατιρικό χαρακτήρα. Δεν κατευθυνόταν από το μέσα προς το έξω. Μάλλον το αντίθετο συνέβαινε: το έξω εισχωρούσε στο δωμάτιό μου, το έξω ενσωματωνόταν στη γενική ατμόσφαιρα της ευθυμίας που σκέπαζε τα πάντα. Αλλά αν εκείνο το γέλιο δεν λειτουργούσε ούτε απελευθερωτικά, εντός μου, ούτε υποτιμητικά για τους άλλους, για τους δεσμώτες μου, σαν τι λειτουργούσε;

Λειτουργούσε, το λέω τώρα, εκ των υστέρων, σαν αισθητική εμπειρία. Μια εμπειρία που πολύ πιθανόν είχα κιόλας αισθανθεί στο παρελθόν χάρη σε άλλα διαβάσματα αλλά ποτέ σ ́αυτή την ένταση. Ίσως γιατί ποτέ δεν είχα βρεθεί σε τόσο ακραίες καταστάσεις όπου, απ’ ότι φαίνεται, η ευαισθησία του ανθρώπου οξύνεται στο έπακρο. Όπως κι αν έχει η σύγχυση των δικών μου βιωμάτων με τα βιώματα εκείνων που πίστευα ότι ήταν στην αντίπερα όχθη, τούτη δω η γειτνίαση υπό τη σκέπη του Παπαδιαμάντη, καταστάσεων εκ προοιμίου ξένων μεταξύ τους, με διασκέδαζε. Και προπαντός με παίδευε. Με τη διπλή σημασία της λέξης: με βασάνιζε και μου μάθαινε. Ήταν αυτονόητο να κοροϊδεύω αυτούς που είχα επιλέξει για αντιπάλους. Ήταν κομμάτι περίεργο να μας βλέπω να κολυμπάμε όλους μας στην παπαδιαμαντική ειρωνία. Αναγκαστικά αναρωτιόμουν: τι τέλος πάντων το ιδιαίτερο υπήρχε στο έργο του Παπαδιαμάντη που μ ́έκανε εμένα τον αναγνώστη να γεύομαι τούτο το διφορούμενο γέλιο;

Στα δεκατέσσερα μου χρόνια ο Παπαδιαμάντης με εξοικίωσε με τις παραδόσεις του λαού μας. Με πότισε με την ομορφιά της ελληνικής φύσης. Με γέμισε με τον ερωτισμό του. Στου Καρατάσου μ’ έριξε στον κόσμο, μ ́έφερε αντιμέτωπο με το αίνιγμα που λέγεται σημερινός κόσμος. Έτσι στον πρώιμο διάλογο με το έργο ήρθε να προστεθεί, στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, και ο διάλογος με τον κόσμο. Την επαύριο λοιπόν της δεύτερης ανάγνωσης του Παπαδιαμάντη, μου φαινόταν σαν ο κόσμος νάταν ένα εφτασφράγιστο μυστήριο που άνοιγε μόνο με το κλειδί των καλλιτεχνικών έργων, ακόμα και των έργων τέχνης που είχαν φτιαχτεί, όπως αυτό του Παπαδιαμάντη, σε καιρούς αλλοτινούς, πριν ετούτος εδώ ο κόσμος δει το φως της μέρας. Λες και το έργο τέχνης τον είχε προαισθανθεί. Λες και τον ένιωθε να σαλεύει στα σωθικά του. Ξαφνικά ωρίμασα. Άρχισα να δοκιμάζω τα πρώτα μου εργαλεία στο χώρο της κριτικής. Δεν συνομιλούσα μόνο με τον Παπαδιαμάντη, έφερνα ταυτόχρονα τον κόσμο του κοντά στο δικό μου...


Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Μεταξωτοί άνθρωποι, του Γιάννη Τριάντη


Το είχε πει σε μια συνέντευξή του ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος: «Μεταξωτοί άνθρωποι». Μιλούσε για κάποιους χωρικούς που είχε συναντήσει στη Λέσβο. Αγράμματοι ήταν, αλλά σοφοί. Και, προπάντων, τρυφεροί με τους άλλους. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει. Μεταξωτοί άνθρωποι...

Μού ’μεινε αυτός ο χαρακτηρισμός. Χαράχτηκε μέσα μου. Κι από τότε ένα νέο κριτήριο λειτουργεί στις αξιολογήσεις μου για τους ανθρώπους: η συμπεριφορά και η στάση τους σε «ασήμαντα» πεδία της καθημερινότητας. Αυτά που συνήθως τα προσπερνάμε ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί δεν μας απασχόλησαν ποτέ οι εκφάνσεις της «μεταξωτής συμπεριφοράς»... Βέβαια οι άνθρωποι δεν συγκροτούν ως χαρακτήρες ένα συμπαγές όλον, αλλά ένα αντιφατικό σύνθεμα, στο οποίο συνυπάρχουν «μεταξωτά» στοιχεία και ακάνθινες απολήξεις. Γι’ αυτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τα άμεσα και οριστικά συμπεράσματα για το «είναι» των ανθρώπων...

Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω την εξαγωγή συμπερασμάτων παρατηρώντας μικρές «ασήμαντες» κινήσεις στις παρέες, στον εργασιακό χώρο και στο «δάσος» του καθεμέρα, όταν συγχρωτίζομαι με αγνώστους. Και συνήθως δεν πέφτω έξω. Διότι τα γνωρίσματα αυτά αποκαλύπτουν πειστικά τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό... Φερ’ ειπείν, «σκλαβώνομαι» από εκείνους που δεν ορμάνε να πιάσουν την καλύτερη θέση στο τραπέζι μιας ταβέρνας. Θεωρώ την κίνηση αυτή απότοκο καταγωγικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, η οποία αδιαφορεί για το ιδιωφελές και συμφέρον. Αντίθετα, οι άνθρωποι που σπεύδουν φουριόζοι για μια καλή θέση καταχωρίζονται μέσα μου σαν αρπακτικά. Και – τό ’χω παρατηρήσει – έτσι συμπεριφέρονται, σαν αρπακτικά, και σε άλλα ζωτικά και κρίσιμα πεδία...

Η μεταξωτή συμπεριφορά δεν παραπέμπει απαραιτήτως – η κυρίως – στο σαβουάρ βίβρ και στους «καλούς τρόπους» εν γένει. Τέμνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί αποτύπωμα διδαχθείσης μεθόδου για το φέρεσθαι. Εδώ, το «μετάξι» είναι αυτοφυές ή προϊόν δουλεμένου χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που ο άλλος βλέπει τους συνανθρώπους του. Είναι η θέαση του κόσμου χωρίς τα εγωιστικά γυαλιά του προσωπικού ωφελιμισμού. Είναι, ευρύτερα, η υποταγή του ατομικού συμφέροντος στη συλλογικότητα, χωρίς βέβαια η «μεταξωτή συμπεριφορά» να φτάνει σε σημείο υπονόμευσης προσωπικών δικαιωμάτων και δικαίων. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αδικεί τον εαυτό του... Όμως, προσέξτε μια λεπτή απόχρωση: ποτέ ένας «μεταξωτός άνθρωπος» δεν νιώθει κορόιδο, όταν άλλοι τον προσπερνούν – στη σειρά μιας καντίνας η στην ιεραρχία – χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και μεθόδους. Το «άφες αυτοίς» είναι ριζωμένο μέσα του. Αποτελεί μέρος του αξιακού του κώδικα. Ξέρει τι γίνεται στην «αγορά». Αλλά συνειδητά δεν συμμετέχει στο εξοντωτικό αυτό παιχνίδι. Απέχει χωρίς να κλαυθμηρίζει. Γιατί, εκτός από μετάξι, τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν και ένα σκληρό κοίτασμα, που τους επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα στωικοί και γρανιτένιοι.

Ένας από αυτούς έγινε φίλος μου – και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι θα συμβεί αυτό. Πρώτη μέρα στη μονάδα γύρισε από τη σκοπιά και μπήκε στη σειρά για φαγητό. Ήταν τρίτος από το τέλος. Τότε ακούστηκε ο μάγειρας να λέει ότι έμειναν μονάχα δύο μερίδες. Ο Κωστής πλησίαζε, ήταν ένας από τους δύο τυχερούς. Αλλά μόλις άκουσε τον μάγειρα, έφυγε αθόρυβα παραχωρώντας τη θέση του στον επόμενο. Έτσι. Αθόρυβα, αυτοθυσιαστικά, γενναιόδωρα, χωρίς να το κάνει θέμα...

Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα», δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους... Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι αδικείται... Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά καρδιά... Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί... Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων…

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο πολιτικό περιοδικό «Επίκαιρα», Πέμπτη 25/11/2010.

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Αλήθεια, θυγατέρα του Χρόνου τoυ Νίκου Γ. Ξυδάκη


Οι μέρες της κρίσεως κυλούν αργά, βασανιστικά. Οι Ελληνες μετεωρίζονται αβέβαιοι, έρμαια του συνοφρυωμένου γέροντα Χρόνου, του αμφίβουλου Καιρού, κακόβουλου στο δικό μας παρόν. Σαν χάρτινα αθύρματα μας σηκώνει και μας στροβιλίζει ο Χρόνος, κρατώντας στα χέρια του δρεπάνι και κλεψύδρα, υπενθυμίζοντάς μας τη ματαιότητα του βίου αλλά και ότι ήμασταν ανέτοιμοι ακόμη και να αναλογισθούμε την κρίση.

Ενύσταξαν οι Ελληνες και εκάθευδον, σαν τις μωρές παρθένες του Ευαγγελίου, κρατώντας λαμπάδες χωρίς λάδι. Απέμειναν καθεύδοντες, με αδειασμένο κράτος, αδειασμένο από νόημα, χωρίς δομή και ζωτικότητα, χωρίς αποτέλεσμα. Απέμειναν καθεύδοντες, μαλθακοί και φενακισμένοι κι οι ίδιοι, ανεχόμενοι αχρείους άρχοντες και αλληλοεξαχρειούμενοι.

Ωστε όταν ο Αποκαλύπτων Χρόνος απεκάλυψε την κόρη του Αλήθεια, αυτή ήταν οδυνηρή για τους καθεύδοντες. Η αλήθεια απεκαλύφθη όχι μόνον ως ματαιότητα βίου, αλλά και ως κατάπληξη και πόνος. Και ως πικρή επίγνωση: οι Ελληνες ανακαλύπτουν ότι δεν έχουν κράτος, ότι κατόρθωσαν να το φθείρουν, να το ευτελίσουν μέχρις αφανισμού, μέχρι το σημείο να αγκομαχούν πια τα σχολεία, τα νοσοκομεία, οι συγκοινωνίες. Το άφησαν, το εγκατέλειψαν τρόπαιο στους προύχοντες κηφήνες στους λεηλάτες, να το διαμοιράζουν σαν λεία, κουρέλι κουρελάκι, εν όσω οι ίδιοι μετέπιπταν σε πλιατσικολόγους, μάζα πληβείων άβουλων και κυριαρχούμενων, εθελόδουλων. Συνέχεαν την ασυδοσία του πληβείου με την ελευθερία του πολίτη.

Ενώπιον του δραπάνου, λοιπόν. Για κούρεμα ή για αποκεφαλισμό. Αλλά και ενώπιον της κλεψύδρας, η οποία ρέει διαδοχικά αμφίδρομα· όταν στραγγίξει η άμμος κατά τη μία φορά, ο γέρων Χρόνος θα την αναστρέψει και θα αρχίσει νέα ροή. Το αβάσταχτο παρόν θα παρέλθει, θα περάσει μέσα απ' τις ζωές μας, ο πόνος θα τελειώσει, θα αρχίσει νέα ροή, καθαρτήρια, λυτρωτική, αναγεννητική. Η αλήθεια πονά όταν αποκαλύπτεται, συντρίβει και ύστερα γιατρεύει, αναγεννά. Τη λέμε Filia Temporis, Θυγατέρα του Χρόνου. Μητέρα της ελπίδας.

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Το «συμβόλαιο» να αντιπαλέψει τη ζούγκλα; Tου Χρήστου Γιανναρά


Είχε προηγηθεί η «πολιτική κηδεία» κορυφαίου της επαγγελματικής πολιτικής. Και στην τηλεόραση φίλος ομοϊδεάτης του τεθνεώτος εκθείαζε την προσωπικότητα και το έργο του. Για να καταλήξει στην κοινότοπη κορώνα: «Εκεί που είναι τώρα ο σύντροφος, θα κουβεντιάζει με τους παλιούς του συντρόφους, τον (τάδε), τον (δείνα), για τους κοινούς τους αγώνες και για στόχους που περιμένουν την πραγμάτωσή τους».

Εκφραστική αμηχανία, διολίσθηση στην κοινοτοπία; Πάντως η ρητορική εικόνα επέτρεπε στον τηλεθεατή το ερώτημα: Αν είναι έτσι, τότε προς τι η «πολιτική κηδεία»; Προς τι η άρνηση να εκκλησιαστεί η εξόδια μοναξιά, να σπαρεί το κορμί στην κοινωνούμενη ελπίδα, ελπίδα για κάτι που αγνοούμε κι όμως εμπιστευόμαστε τη ζεστασιά του;

«Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ· μα ωστόσο λάμπει», βεβαίωνε ο Ελύτης. Οταν χαθεί «η άγνοια η υπερτέρα πάσης γνώσεως», τότε προκύπτουν οι «βεβαιότητες» που οδηγούν στην «πολιτική κηδεία»: Δεν υπάρχει τίποτα μετά, ερχόμαστε από το πουθενά και πηγαίνουμε στο μηδέν. Καμιά ελπίδα, καμιά εμπιστοσύνη σε ό,τι δεν μπορεί να εξουσιάζει το εγώ σαν «στέρεη» γνώση.

Ομως να που ο φίλος ομοϊδεάτης του «πολιτικά» κηδευθέντος, στο αποκαλυπτικό lapsus της αυθορμησίας του, βλέπει να επιβιώνει η υπαρκτική ετερότητα των «συντρόφων». Ο,τι είναι κοινό και αδιαφοροποίητο (η «φύση» λέγανε οι Ελληνες) φυσικά υπόκειται στη νομοτέλεια, φυσικά και πεθαίνει. Ο,τι όμως είναι μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο, δηλαδή ελευθερία υπαρκτικής ετερότητας από το κοινό και αδιαφοροποίητο, πώς να υποταχθεί στην αναγκαιότητα του θανάτου;

Κάθε άνθρωπος έχει σκέψη, κρίση, φαντασία, θέληση, ποιητική (δημιουργική) ικανότητα, είναι ζώον ορθοβαδιστικόν, γελαστικόν. Αλλά κάθε άνθρωπος σκέπτεται, κρίνει, φαντάζεται, θέλει, δημιουργεί, ορθοβατεί, γελάει με τρόπο που ποτέ κανείς δεν επανέλαβε και δεν θα επαναλάβει. Και η υπαρκτική ετερότητα πραγματώνεται πάντοτε αναφορικά, πάντοτε ως - προς, πάντοτε ως ελευθερία από το κοινό και αδιαφοροποίητο, ελευθερία από τις αναγκαιότητες της φυσικής ομοείδειας. Η ελευθερία πραγματώνεται οπωσδήποτε ως σχέση, ποτέ ως φύση.

Ποιος λοιπόν είναι ο πραγματικός, με την πιο ρεαλιστική σημασία του πραγματικού, άνθρωπος; Το «τι» των υπαρκτικών δεδομένων της φύσης, το κορμί, ή το «πώς» της πραγμάτωσής τους, το λογικό υποκείμενο; Πραγματική ύπαρξη είναι η ασυνείδητη φύση των αναγκαιοτήτων ή η συνειδητή ελευθερία της σχέσης; Αν η ρήση του Lacan ότι «το λογικό υποκείμενο γεννιέται στον τόπο του Αλλου» έχει βεβαιωμένο εμπειρικά οντολογικό περιεχόμενο, τότε το ερώτημα για τον μηδενισμό ή όχι της ύπαρξης με τον θάνατο απαιτεί διασάφηση πώς καταλαβαίνουμε την ύπαρξη: σαν βιολογική και μόνο οντότητα (l’ homme machine) ή ως λογικό υποκείμενο παράγωγο της σχέσης; Την ύπαρξη ως βιολογική οντότητα δεν την επιλέγουμε, είναι δεδομένη όσο και ο θάνατος. Την ύπαρξη που ιδρύεται ως σχέση τη διαχειριζόμαστε με ελευθερία.

Η εκκλησιαστική εμπειρία και μαρτυρία, όταν και όπου λειτουργεί, είναι ο πιο συναρπαστικός αγνωστικισμός που μπορεί να συναντήσει ο άνθρωπος. Δεν είναι ο αγνωστικισμός της ορθολογικής αμφισβήτησης, το εγώ που αμφιβάλλει ζητώντας θωράκιση. Είναι ο αγνωστικισμός της απροσδιοριστίας του έρωτα, τα ενδεχόμενα που επιφυλάσσει η περιπέτεια της σχέσης, της ερωτικής αυτοπαράδοσης και αυτοπροσφοράς. Οταν ξεκινάει ένας αληθινός έρωτας, όλα είναι άγνωστα και όλα είναι δυνατά, όχι σαν πιθανά ενδεχόμενα, αλλά σαν δυνατές κατακτήσεις του ολόκληρου, του πληρωματικού. Η εκκλησιαστική πρόκληση συνοψίζεται στη δυνατότητα να ελέγξει ο καθένας εμπειρικά αν, πραγματικά (υπαρκτικά), η σχέση νικάει τη φύση, αν η αγάπη νικάει τον θάνατο.

Οι «πολιτικές κηδείες» γίνονται όλο και πιο συχνό σύμπτωμα, γιατί η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας είναι όλο και πιο δυσεύρετη στην ελληνική κοινωνία. Υπάρχει καταιγισμός κηρυγμάτων, έντυπων, ραδιοφωνικών, τηλεοπτικών. Υπάρχουν τέσσερις πανεπιστημιακές Σχολές Θεολογίας, πάμπολλες ιερατικές, υποχρεωτικό μάθημα Θρησκευτικών στα σχολειά. Και όλος αυτός ο ορυμαγδός είναι, κατά κανόνα, μια ευτελέστατη ιδεολογική προπαγάνδα, που ανάλογη δεν επιβιώνει πια σε άλλη έκφανση του κοινωνικού βίου (μόνο στο ΚΚΕ). «Χριστιανική» αλήθεια λογαριάζεται το αυγουστίνειο σκιάχτρο ενός σαδιστή Θεού, που καραδοκεί στον θάνατο να ικανοποιήσει τη «δικαιοσύνη» του: Να επιβάλει βασανισμούς αιώνιους στον ιδεολογικά απείθαρχο «αμαρτωλό». Αυτό ξέρει σαν εκκλησιαστικό «ευαγγέλιο» η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων σήμερα. Οπότε, οι εραστές της ελευθερίας και ζηλωτές της αξιοπρέπειας καταφεύγουν στην «πολιτική κηδεία».

Δεν έχουμε οι Ελληνες στο κοινωνικό προσκήνιο εκκλησιαστικές παρουσίες να καταθέσουν μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Εχουμε εξωπραγματικές χρυσοστολισμένες φιγούρες με αχυρένιο λόγο θρησκευτικής παιδαριωδίας, σε νοητικό επίπεδο χαμηλότερο και της κομματικής ολιγόνοιας. Αυτό το κενό απηχούν οι «πολιτικές κηδείες». Ομως, ανυποψίαστοι για την πάλη «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, δίχως πια την παραμικρή αίσθηση του «ιερού», αίσθηση ότι «λάμπει» αυτό που αγνοούμε και σώζουμε τη συστολή της άγνοιας, χωρίς αυτή την αρματωσιά, πώς να αρνηθούμε τη ζούγκλα για χάρη της κοινωνίας;

Πώς να κάνουμε πολιτική δίχως άξονα αναφοράς της ευθύνης, δίχως κριτήρια αξιολόγησης της ποιότητας; Αν ερχόμαστε από το πουθενά και πηγαίνουμε στο τίποτα, τότε γιατί και ο εφοριακός να μη λαδωθεί, ο γιατρός να μην πάρει φακελάκι, ο τραπεζίτης να μην τοκογλυφήσει, ο υπουργός να μην καταχραστεί, ο κομματάρχης να μην εμπαίξει και απατήσει τους πάντες; Γιατί; Μόνο για την πιστότητα στη σύμβαση, την τήρηση του «κοινωνικού συμβολαίου» - μιλάμε σοβαρά; Εδώ την απειλή βασανιστηρίων αιώνιας κόλασης την ξορκίζουμε με λίγον ορθολογισμό και «πολιτική κηδεία». Θα αντισταθούμε με τη σύμβαση στην ορμέμφυτη ζούγκλα;

Είναι «άθλημα αληθείας» η πολιτική. Δεν συνταιριάζει με την καφρίλα της χρησιμοθηρίας.

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Bιβλία στα σκουπίδια, του Τ.Θεοδωρόπουλου


Αναγνώστης μού επισήμανε πως στη Γαλλία για να παραλάβει ο μαθητής το βιβλίο του υπογράφει απόδειξη: σε απλά ελληνικά, το χρεώνεται. Αν στο τέλος του χρόνου, όταν το δώσει πίσω, είναι φθαρμένο, αναγκάζεται να το πληρώσει.
Θα μου πείτε, στη Γαλλία ζουν Γάλλοι που μιλούν γαλλικά και ως γνωστόν οι Γάλλοι είναι άνθρωποι μίζεροι, σπαγκοραμμένοι και τόσο στριμμένοι που ούτε το ρο δεν μπορούν να προφέρουν κανονικά. Ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να τους θεωρούμε πρότυπα, ούτε αυτούς ούτε τους Ελβετούς, που κι αυτοί υποχρεώνουν τα παιδιά τους να υπογράφουν αποδείξεις παραλαβής, ώστε, όταν μεγαλώσουν, να γίνουν τραπεζίτες. Ασε που οι Ελβετοί είναι καλβινιστές, κι αυτό πια δεν χρειάζεται κανένα σχόλιο. Αυτό μιλάει από μόνο του.
Ενώ εμείς εδώ, που δεν είμαστε ούτε Γάλλοι ούτε και καλβινιστές, εξακολουθούμε να μοιράζουμε στα παιδιά μας στην αρχή του χρόνου βιβλία χωρίς να μας νοιάζει τι θα τα κάνουν και αν, τουλάχιστον, θα φροντίσουν στο τέλος της χρονιάς να τα πετάξουν στην ανακύκλωση. Διότι εμείς εδώ έχουμε ανακαλύψει τη χρυσή τομή της εκπαιδευτικής διαδικασίας, το ένα και μοναδικό βιβλίο ανά μάθημα, ώστε ούτε οι δάσκαλοι ούτε και οι μαθητές να ταλαιπωρούνται ψάχνοντας δεξιά κι αριστερά. Ας είναι καλά ο Ιωάννης Μεταξάς, που πρώτος εφάρμοσε την αρχή του ενός και μοναδικού βιβλίου, τον νόμο της βαρύτητας του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Ξοδεύουμε κάτι παραπάνω, όμως «τι να τα κάνεις τα λεφτά, όταν δεν έχεις φράγκο». Κι έτσι κανείς δεν νοιάζεται για τα 32 εκατ. αντίτυπα που βγαίνουν από τα τυπογραφεία ετησίως, τα οποία αντιπροσωπεύουν γύρω στα 10 εκατ. ευρώ. Και κανείς δεν αναρωτιέται πόσες σχολικές βιβλιοθήκες θα μπορούσαν να έχουν εξοπλισθεί αν κάποιος σκεφτόταν να βρει τρόπους για να εξοικονομήσει ένα μέρος αυτών των 10 εκατ. κάθε χρόνο.
Θα μου πείτε, όταν οι στόχοι σου είναι τόσο ψηλοί, όταν το έχεις γινάτι να κατορθώσεις το ακατόρθωτο, τότε δεν σε σταματάει τίποτε.
Αυτά είναι πράγματα που δεν μπορούν να τα καταλάβουν ούτε οι Γάλλοι ούτε οι Ελβετοί ούτε οι Φινλανδοί που, απ' ό, τι ξέρω, επιτρέπουν στους δασκάλους να διδάσκουν στα παιδιά το μάθημα από όποιο βιβλίο επιλέξουν αυτοί. Διότι στην Ελλάδα του 2011 το ζήτημα είναι αν θα καταφέρουν να τυπωθούν εγκαίρως τα βιβλία που στο τέλος του χρόνου θα μεταμορφωθούν σε παλιόχαρτα, πόσες επιτροπές χρειάζεται να συνεδριάσουν και πόσοι εργάζονται στον ΟΕΔΒ. Κι όταν έχεις να ασχοληθείς με τόσο σοβαρά ζητήματα, πού να βρεις χρόνο για να ασχοληθείς με την ποιότητα του προϊόντος που, ούτως ή άλλως, ανακυκλώσιμο είναι.
Ούτε βέβαια να αναρωτηθείς μήπως κατ' αυτόν τον τρόπο υπονομεύεις τη σχέση του δεκάχρονου παιδιού με το βιβλίο και την ανάγνωση, μια και το ίδιο το σχολείο τού μαθαίνει πως το βιβλίο είναι ένα ευτελές αντικείμενο, χωρίς καμιά αξία, που το βοηθάει ίσα ίσα να βγάλει τον χειμώνα στην τάξη πριν το πετάξει στα σκουπίδια.

Εφημερίδα Τα Νέα

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Αλφαβητάρι, γράμμα Φ


Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Καλή Χρονιά..


Σε όλο το Δυτικό κόσμο οι άνθρωποι κάνουν τα σχέδια τους για την καινούργια σεζόν τον Σεπτέμβριο, την ουσιαστική «νέα χρονιά». Μένει, αυτό το σοφό αντανακλαστικό του κόσμου να γίνει θέσμος.

Διάβασα πρόσφατα σε μια έρευνα οτι ένα από τα λίγα κοινά στον κοινωνικό ιστό των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ότι στις μέρες των γιορτών αυξάνονται τα κρούσματα κατάθλιψης. Πιστεύω ότι αυτό ισχύει αποκλειστικά για την Πρωτοχρονιά. Οι κάθε είδους απελπισμένοι έχουν εναποθέσει την ελπίδα στο νέο χρόνο. Η κατανόηση ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει και η συνακόλουθη κατάθλιψη έρχεται με το «Πάει ο Παλιός ο Χρόνος». Στο όνομα αυτών των ανθρώπων ας αλλάξουμε την παρωχημένη ημερομηνία της Πρωτοχρονιάς. Ας τη βάλουμε το Σεπτέμβριο. Το λέω πολύ οοβαρά. Αν κάποιος πάρει τη σχετική πρωτοβουλία, θα του είμαστε αιώνια ευγνώμονες. Το εορταστικό κλίμα των ημερών που δυανύουμε δεν θα διαταραχτεί και πιστεύω ότι μπορεί να αναβαθμιστεί και η πολύπαθη γιορτή των Φώτων, που είναι η αδικημένη της ιστορίας καθώς δεν γιορτάζεται με τη λαμπρότητα που της πρέπει.
Κάποτε η Πρωτοχρονιά είχε νόημα να γιορτάζεται τον Ιανουάριο. Τότε που οι άνθρωποι μετρούσαν τις μέρες με την ανατολή και τη δύση και όχι με το «Καλημέρα Ελλάδα» του Παπαδάκη και το νυχτερινό δελτίο της Λίζας Δουκακάρου. Πιο πολύ και από γιορτή, η Πρωτοχρονιά ήταν κάτι σαν ανάσα ελπίδας, σαν μια προσπάθεια να εξορκιστεί· ο χειμώνας, που ήταν στο φόρτε του. Συμφωνώ οτι η Πρωτοχρονιά υπήρχε στη θέση της πριν από τα Χριστούγεννα, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό είναι λόγος για να τη διατηρήσουμε. Αλλιώς, ας διώξουμε τη Λίζα και ας ξαναφέρουμε την Κέλλυ Σακκάκου.
Τα Χριστούγεννα είναι από μόνα τους αρκετά λαμπερά, οι μπόμπιρες προτιμούν το Pro Enolution της Sony με το τρομερό γραφιστικό από κάποιον Αϊ Βασίλη κι ο Αντένα δεν βγάζει πλέον το νικητή του «Fame Story». Η ίδια η ευχή «καλή χρονιά» είναι εντελώς passe.  Όλοι ξέρουν ότι όταν τα πράγματα πηγαίνουν στραβά, σιγά μην σε σώσει ο καινούριος χρόνος…
Στα αθλητικά η Πρωτοχρονιά είναι μια σκέτη θλίψη.  Οι παικτες παίρνουν ρεπό (ένα, συνήθως τα Χριστούγεννα).  Το χειρότερο είναι ότι τέτοιες μέρες αρχίζει το πανηγύρι των ψηφοφοριών και των βραβείων. Όλα αφορούν στην περασμένη σεζόν, αλλά απ’ τη στιγμή που στο μεταξύ έχει περάσει η μισή τρέχουσα, άντε να βγάλεις άκρη!  Τα κατορθώματα των πρωταγωνιστών είναι τόσο παλιά που νομιζεις ότι δεν έχουν γίνει ποτέ.  Στην ετήσια ψηφοφορία των Ελλήνων αθλητικών συντακτών βραβεύονται συνήθως πρωταθλητές που εντυπωσίασαν όσο ακόμα κρατούσε το καλοκαίρι.  Μπορεί ακούγοντας το όνομα του καλύτερου να μην ρωτάμε «ποιος είναι αυτός;» αλλά το γιατί κέρδισε δεν είναι πάντα αυτονόητο και συχνά επιβάλλεται να στο αναλύσουν!  Ο χρόνος πλέον τρέχει τόσο γρήγορα που ένα εξάμηνο είναι αρκετό για να φέρει τα πάνω κάτω...
Ο Σεπτέμβριος είναι πλέον ο ιδανικός μήνας για να γιορτάζουμε την Πρωτοχρονιά. Ερχόμαστε όλοι ξεκούραστοι απ’ το καλοκαίρι, ενώ τον Ιανουάριο – και μάλιστα λίγες μόνο μέρες μετά την κρεπάλη των Χριστουγεννων – είμαστε όλοι πτώματα.  Ο Σεπτέμβρος επιβάλλει προβληματισμό και προγραμματισμό (αφού καλοκαιριάτικα έχουμε ξεπαραδιαστεί ενώ αντίθετα ο Ιανουάριος φέρνει σκοτούρες – ο δέκατος τρίτος μισθός δεν φτάνει για τίποτα – και σε μερικές περιπτώσεις πανικό (μαζί με τον πρώτο λογαριασμό για το πετρέλαιο).
Ο Σεπτέμβριος αφήνει περιθώρια για σχέδια, ενώ ο Ιανουάριος είναι ο μήνας που συνήθως συνειδητοποιείς ότι δεν θα κανείς τίποτα απ’ όσα ήθελες και φέτος. Το Σεπτέμβριο οι πόλεις είναι πανέμορφες και οι άνθρωποι ξαναβρίσκονται, ξεκινούν τα νέα προγράμματα των καναλιών και αρχίζουν τα πρωταθλήματα και οι ευρωπαϊκές διοργανώσεις.  Ο Ιανουάριος είναι ο μήνας που οι φίλοι σ’ έχουν κουράσει, που διάφοροι σου λένε να κάνεις δίαιτα, που τα προγράμματα των καναλιών τα έχεις βαρεθεί, που το πρωτάθλημα είναι χάλια και που οι ομάδες μας στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις έχουν κουνήσει μαντίλι.
Δεν χρειάζεται η Πρωτοχρονιά του Γενάρη, τα Χριστούγεννα αρκούν για να βρεθούμε με τους δικούς μας, για να πάμε ταξίδια στο εξωτερικό ή την Αράχοβα (που στοιχίζει περίπου το ίδιο), να χαρτοπαίξουμε, να παρηγορηθούμε εμείς οι γκαντέμηδες ότι κερδίζουμε στην αγάπη, να κάνουμε δώρα, να έχουμε μια ωραία αφορμή για να βαλουμε τα καιά μας και να γίνουμε φέσι.
Η Πρωτοχρονιά, τη στιγμή που έρχεται, είναι, απλά, too much.

Αντώνης Καρπετόπουλος