Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Βροχή Επιστροφής...


Εγώ, όταν θα μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέβρης, έλεγε ο Αύγουστος


Έβρεξε δω λιγάκι.
Δοκιμαστικά σαν έλεγχος
αν λειτουργούν καλά οι πτώσεις.
Όπως χτυπάνε κάθε τόσο ξαφνικά οι σειρήνες, δοκιμαστικά,
αν λειτουργεί καλά ο τρόμος του πολέμου.
Ελάχιστη βροχή,
ίσα που την πλατάγισε στο στόμα του
το χώμα τη σταγόνα
-καθώς δοκιμαστής κρασιών-
μόλις που πρόλαβε η υγρόεσσα ευωδιά
παραπονιάρα να τριφτεί
πάνω στα περιβόλια.


Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το "προς το τέλος".
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέρι.


Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο.
Είσαι μες την αλμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.


Κ.Δημουλά

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Το «συμβόλαιο» να αντιπαλέψει τη ζούγκλα; Tου Χρήστου Γιανναρά


Είχε προηγηθεί η «πολιτική κηδεία» κορυφαίου της επαγγελματικής πολιτικής. Και στην τηλεόραση φίλος ομοϊδεάτης του τεθνεώτος εκθείαζε την προσωπικότητα και το έργο του. Για να καταλήξει στην κοινότοπη κορώνα: «Εκεί που είναι τώρα ο σύντροφος, θα κουβεντιάζει με τους παλιούς του συντρόφους, τον (τάδε), τον (δείνα), για τους κοινούς τους αγώνες και για στόχους που περιμένουν την πραγμάτωσή τους».

Εκφραστική αμηχανία, διολίσθηση στην κοινοτοπία; Πάντως η ρητορική εικόνα επέτρεπε στον τηλεθεατή το ερώτημα: Αν είναι έτσι, τότε προς τι η «πολιτική κηδεία»; Προς τι η άρνηση να εκκλησιαστεί η εξόδια μοναξιά, να σπαρεί το κορμί στην κοινωνούμενη ελπίδα, ελπίδα για κάτι που αγνοούμε κι όμως εμπιστευόμαστε τη ζεστασιά του;

«Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ· μα ωστόσο λάμπει», βεβαίωνε ο Ελύτης. Οταν χαθεί «η άγνοια η υπερτέρα πάσης γνώσεως», τότε προκύπτουν οι «βεβαιότητες» που οδηγούν στην «πολιτική κηδεία»: Δεν υπάρχει τίποτα μετά, ερχόμαστε από το πουθενά και πηγαίνουμε στο μηδέν. Καμιά ελπίδα, καμιά εμπιστοσύνη σε ό,τι δεν μπορεί να εξουσιάζει το εγώ σαν «στέρεη» γνώση.

Ομως να που ο φίλος ομοϊδεάτης του «πολιτικά» κηδευθέντος, στο αποκαλυπτικό lapsus της αυθορμησίας του, βλέπει να επιβιώνει η υπαρκτική ετερότητα των «συντρόφων». Ο,τι είναι κοινό και αδιαφοροποίητο (η «φύση» λέγανε οι Ελληνες) φυσικά υπόκειται στη νομοτέλεια, φυσικά και πεθαίνει. Ο,τι όμως είναι μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο, δηλαδή ελευθερία υπαρκτικής ετερότητας από το κοινό και αδιαφοροποίητο, πώς να υποταχθεί στην αναγκαιότητα του θανάτου;

Κάθε άνθρωπος έχει σκέψη, κρίση, φαντασία, θέληση, ποιητική (δημιουργική) ικανότητα, είναι ζώον ορθοβαδιστικόν, γελαστικόν. Αλλά κάθε άνθρωπος σκέπτεται, κρίνει, φαντάζεται, θέλει, δημιουργεί, ορθοβατεί, γελάει με τρόπο που ποτέ κανείς δεν επανέλαβε και δεν θα επαναλάβει. Και η υπαρκτική ετερότητα πραγματώνεται πάντοτε αναφορικά, πάντοτε ως - προς, πάντοτε ως ελευθερία από το κοινό και αδιαφοροποίητο, ελευθερία από τις αναγκαιότητες της φυσικής ομοείδειας. Η ελευθερία πραγματώνεται οπωσδήποτε ως σχέση, ποτέ ως φύση.

Ποιος λοιπόν είναι ο πραγματικός, με την πιο ρεαλιστική σημασία του πραγματικού, άνθρωπος; Το «τι» των υπαρκτικών δεδομένων της φύσης, το κορμί, ή το «πώς» της πραγμάτωσής τους, το λογικό υποκείμενο; Πραγματική ύπαρξη είναι η ασυνείδητη φύση των αναγκαιοτήτων ή η συνειδητή ελευθερία της σχέσης; Αν η ρήση του Lacan ότι «το λογικό υποκείμενο γεννιέται στον τόπο του Αλλου» έχει βεβαιωμένο εμπειρικά οντολογικό περιεχόμενο, τότε το ερώτημα για τον μηδενισμό ή όχι της ύπαρξης με τον θάνατο απαιτεί διασάφηση πώς καταλαβαίνουμε την ύπαρξη: σαν βιολογική και μόνο οντότητα (l’ homme machine) ή ως λογικό υποκείμενο παράγωγο της σχέσης; Την ύπαρξη ως βιολογική οντότητα δεν την επιλέγουμε, είναι δεδομένη όσο και ο θάνατος. Την ύπαρξη που ιδρύεται ως σχέση τη διαχειριζόμαστε με ελευθερία.

Η εκκλησιαστική εμπειρία και μαρτυρία, όταν και όπου λειτουργεί, είναι ο πιο συναρπαστικός αγνωστικισμός που μπορεί να συναντήσει ο άνθρωπος. Δεν είναι ο αγνωστικισμός της ορθολογικής αμφισβήτησης, το εγώ που αμφιβάλλει ζητώντας θωράκιση. Είναι ο αγνωστικισμός της απροσδιοριστίας του έρωτα, τα ενδεχόμενα που επιφυλάσσει η περιπέτεια της σχέσης, της ερωτικής αυτοπαράδοσης και αυτοπροσφοράς. Οταν ξεκινάει ένας αληθινός έρωτας, όλα είναι άγνωστα και όλα είναι δυνατά, όχι σαν πιθανά ενδεχόμενα, αλλά σαν δυνατές κατακτήσεις του ολόκληρου, του πληρωματικού. Η εκκλησιαστική πρόκληση συνοψίζεται στη δυνατότητα να ελέγξει ο καθένας εμπειρικά αν, πραγματικά (υπαρκτικά), η σχέση νικάει τη φύση, αν η αγάπη νικάει τον θάνατο.

Οι «πολιτικές κηδείες» γίνονται όλο και πιο συχνό σύμπτωμα, γιατί η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας είναι όλο και πιο δυσεύρετη στην ελληνική κοινωνία. Υπάρχει καταιγισμός κηρυγμάτων, έντυπων, ραδιοφωνικών, τηλεοπτικών. Υπάρχουν τέσσερις πανεπιστημιακές Σχολές Θεολογίας, πάμπολλες ιερατικές, υποχρεωτικό μάθημα Θρησκευτικών στα σχολειά. Και όλος αυτός ο ορυμαγδός είναι, κατά κανόνα, μια ευτελέστατη ιδεολογική προπαγάνδα, που ανάλογη δεν επιβιώνει πια σε άλλη έκφανση του κοινωνικού βίου (μόνο στο ΚΚΕ). «Χριστιανική» αλήθεια λογαριάζεται το αυγουστίνειο σκιάχτρο ενός σαδιστή Θεού, που καραδοκεί στον θάνατο να ικανοποιήσει τη «δικαιοσύνη» του: Να επιβάλει βασανισμούς αιώνιους στον ιδεολογικά απείθαρχο «αμαρτωλό». Αυτό ξέρει σαν εκκλησιαστικό «ευαγγέλιο» η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων σήμερα. Οπότε, οι εραστές της ελευθερίας και ζηλωτές της αξιοπρέπειας καταφεύγουν στην «πολιτική κηδεία».

Δεν έχουμε οι Ελληνες στο κοινωνικό προσκήνιο εκκλησιαστικές παρουσίες να καταθέσουν μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Εχουμε εξωπραγματικές χρυσοστολισμένες φιγούρες με αχυρένιο λόγο θρησκευτικής παιδαριωδίας, σε νοητικό επίπεδο χαμηλότερο και της κομματικής ολιγόνοιας. Αυτό το κενό απηχούν οι «πολιτικές κηδείες». Ομως, ανυποψίαστοι για την πάλη «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, δίχως πια την παραμικρή αίσθηση του «ιερού», αίσθηση ότι «λάμπει» αυτό που αγνοούμε και σώζουμε τη συστολή της άγνοιας, χωρίς αυτή την αρματωσιά, πώς να αρνηθούμε τη ζούγκλα για χάρη της κοινωνίας;

Πώς να κάνουμε πολιτική δίχως άξονα αναφοράς της ευθύνης, δίχως κριτήρια αξιολόγησης της ποιότητας; Αν ερχόμαστε από το πουθενά και πηγαίνουμε στο τίποτα, τότε γιατί και ο εφοριακός να μη λαδωθεί, ο γιατρός να μην πάρει φακελάκι, ο τραπεζίτης να μην τοκογλυφήσει, ο υπουργός να μην καταχραστεί, ο κομματάρχης να μην εμπαίξει και απατήσει τους πάντες; Γιατί; Μόνο για την πιστότητα στη σύμβαση, την τήρηση του «κοινωνικού συμβολαίου» - μιλάμε σοβαρά; Εδώ την απειλή βασανιστηρίων αιώνιας κόλασης την ξορκίζουμε με λίγον ορθολογισμό και «πολιτική κηδεία». Θα αντισταθούμε με τη σύμβαση στην ορμέμφυτη ζούγκλα;

Είναι «άθλημα αληθείας» η πολιτική. Δεν συνταιριάζει με την καφρίλα της χρησιμοθηρίας.

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Τοῦ φθινοπώρου ἦρθεν ἡ Ὥρα


Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἦρθεν ἡ Ὥρα
στὴν πόρτα μου ἔξω. Κίτρινο φορεῖ
στεφάνι ἀπὸ μυρτιά. Στὰ νικηφόρα
χέρια της μία κιθάρα θλιβερή,

Κιθάρα παλαιϊκὴ ποὺ κλεῖ πληθώρα
μέσα της ἤχους καὶ ἤχους. Ἱερὴ
κοιτίδα. Κάθε πόνος, κάθε γνώρα
ποὺ ἦταν γλυκιὰ καὶ γίνηκε πικρή,

Ἦχος μέσ᾿ στὴν καρδιά της ἀποστάζει.
Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἡ Ὥρα ἐκεῖ
στὴν πόρτα μου ἦρθε δίχως νὰ διστάζη

Καὶ τὸ κιθάρισμά της πότε πότε
σὰ νἄτανε ἡ φωνή σου ἡ μυστικὴ
τοὺς στίχους σου ποὺ μοῦ τραγούδαες τότε


Αφιέρωση, Μ.Πολυδούρη

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Bιβλία στα σκουπίδια, του Τ.Θεοδωρόπουλου


Αναγνώστης μού επισήμανε πως στη Γαλλία για να παραλάβει ο μαθητής το βιβλίο του υπογράφει απόδειξη: σε απλά ελληνικά, το χρεώνεται. Αν στο τέλος του χρόνου, όταν το δώσει πίσω, είναι φθαρμένο, αναγκάζεται να το πληρώσει.
Θα μου πείτε, στη Γαλλία ζουν Γάλλοι που μιλούν γαλλικά και ως γνωστόν οι Γάλλοι είναι άνθρωποι μίζεροι, σπαγκοραμμένοι και τόσο στριμμένοι που ούτε το ρο δεν μπορούν να προφέρουν κανονικά. Ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να τους θεωρούμε πρότυπα, ούτε αυτούς ούτε τους Ελβετούς, που κι αυτοί υποχρεώνουν τα παιδιά τους να υπογράφουν αποδείξεις παραλαβής, ώστε, όταν μεγαλώσουν, να γίνουν τραπεζίτες. Ασε που οι Ελβετοί είναι καλβινιστές, κι αυτό πια δεν χρειάζεται κανένα σχόλιο. Αυτό μιλάει από μόνο του.
Ενώ εμείς εδώ, που δεν είμαστε ούτε Γάλλοι ούτε και καλβινιστές, εξακολουθούμε να μοιράζουμε στα παιδιά μας στην αρχή του χρόνου βιβλία χωρίς να μας νοιάζει τι θα τα κάνουν και αν, τουλάχιστον, θα φροντίσουν στο τέλος της χρονιάς να τα πετάξουν στην ανακύκλωση. Διότι εμείς εδώ έχουμε ανακαλύψει τη χρυσή τομή της εκπαιδευτικής διαδικασίας, το ένα και μοναδικό βιβλίο ανά μάθημα, ώστε ούτε οι δάσκαλοι ούτε και οι μαθητές να ταλαιπωρούνται ψάχνοντας δεξιά κι αριστερά. Ας είναι καλά ο Ιωάννης Μεταξάς, που πρώτος εφάρμοσε την αρχή του ενός και μοναδικού βιβλίου, τον νόμο της βαρύτητας του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Ξοδεύουμε κάτι παραπάνω, όμως «τι να τα κάνεις τα λεφτά, όταν δεν έχεις φράγκο». Κι έτσι κανείς δεν νοιάζεται για τα 32 εκατ. αντίτυπα που βγαίνουν από τα τυπογραφεία ετησίως, τα οποία αντιπροσωπεύουν γύρω στα 10 εκατ. ευρώ. Και κανείς δεν αναρωτιέται πόσες σχολικές βιβλιοθήκες θα μπορούσαν να έχουν εξοπλισθεί αν κάποιος σκεφτόταν να βρει τρόπους για να εξοικονομήσει ένα μέρος αυτών των 10 εκατ. κάθε χρόνο.
Θα μου πείτε, όταν οι στόχοι σου είναι τόσο ψηλοί, όταν το έχεις γινάτι να κατορθώσεις το ακατόρθωτο, τότε δεν σε σταματάει τίποτε.
Αυτά είναι πράγματα που δεν μπορούν να τα καταλάβουν ούτε οι Γάλλοι ούτε οι Ελβετοί ούτε οι Φινλανδοί που, απ' ό, τι ξέρω, επιτρέπουν στους δασκάλους να διδάσκουν στα παιδιά το μάθημα από όποιο βιβλίο επιλέξουν αυτοί. Διότι στην Ελλάδα του 2011 το ζήτημα είναι αν θα καταφέρουν να τυπωθούν εγκαίρως τα βιβλία που στο τέλος του χρόνου θα μεταμορφωθούν σε παλιόχαρτα, πόσες επιτροπές χρειάζεται να συνεδριάσουν και πόσοι εργάζονται στον ΟΕΔΒ. Κι όταν έχεις να ασχοληθείς με τόσο σοβαρά ζητήματα, πού να βρεις χρόνο για να ασχοληθείς με την ποιότητα του προϊόντος που, ούτως ή άλλως, ανακυκλώσιμο είναι.
Ούτε βέβαια να αναρωτηθείς μήπως κατ' αυτόν τον τρόπο υπονομεύεις τη σχέση του δεκάχρονου παιδιού με το βιβλίο και την ανάγνωση, μια και το ίδιο το σχολείο τού μαθαίνει πως το βιβλίο είναι ένα ευτελές αντικείμενο, χωρίς καμιά αξία, που το βοηθάει ίσα ίσα να βγάλει τον χειμώνα στην τάξη πριν το πετάξει στα σκουπίδια.

Εφημερίδα Τα Νέα

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Αλφαβητάρι, γράμμα Φ


Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Καλή Χρονιά..


Σε όλο το Δυτικό κόσμο οι άνθρωποι κάνουν τα σχέδια τους για την καινούργια σεζόν τον Σεπτέμβριο, την ουσιαστική «νέα χρονιά». Μένει, αυτό το σοφό αντανακλαστικό του κόσμου να γίνει θέσμος.

Διάβασα πρόσφατα σε μια έρευνα οτι ένα από τα λίγα κοινά στον κοινωνικό ιστό των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ότι στις μέρες των γιορτών αυξάνονται τα κρούσματα κατάθλιψης. Πιστεύω ότι αυτό ισχύει αποκλειστικά για την Πρωτοχρονιά. Οι κάθε είδους απελπισμένοι έχουν εναποθέσει την ελπίδα στο νέο χρόνο. Η κατανόηση ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει και η συνακόλουθη κατάθλιψη έρχεται με το «Πάει ο Παλιός ο Χρόνος». Στο όνομα αυτών των ανθρώπων ας αλλάξουμε την παρωχημένη ημερομηνία της Πρωτοχρονιάς. Ας τη βάλουμε το Σεπτέμβριο. Το λέω πολύ οοβαρά. Αν κάποιος πάρει τη σχετική πρωτοβουλία, θα του είμαστε αιώνια ευγνώμονες. Το εορταστικό κλίμα των ημερών που δυανύουμε δεν θα διαταραχτεί και πιστεύω ότι μπορεί να αναβαθμιστεί και η πολύπαθη γιορτή των Φώτων, που είναι η αδικημένη της ιστορίας καθώς δεν γιορτάζεται με τη λαμπρότητα που της πρέπει.
Κάποτε η Πρωτοχρονιά είχε νόημα να γιορτάζεται τον Ιανουάριο. Τότε που οι άνθρωποι μετρούσαν τις μέρες με την ανατολή και τη δύση και όχι με το «Καλημέρα Ελλάδα» του Παπαδάκη και το νυχτερινό δελτίο της Λίζας Δουκακάρου. Πιο πολύ και από γιορτή, η Πρωτοχρονιά ήταν κάτι σαν ανάσα ελπίδας, σαν μια προσπάθεια να εξορκιστεί· ο χειμώνας, που ήταν στο φόρτε του. Συμφωνώ οτι η Πρωτοχρονιά υπήρχε στη θέση της πριν από τα Χριστούγεννα, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό είναι λόγος για να τη διατηρήσουμε. Αλλιώς, ας διώξουμε τη Λίζα και ας ξαναφέρουμε την Κέλλυ Σακκάκου.
Τα Χριστούγεννα είναι από μόνα τους αρκετά λαμπερά, οι μπόμπιρες προτιμούν το Pro Enolution της Sony με το τρομερό γραφιστικό από κάποιον Αϊ Βασίλη κι ο Αντένα δεν βγάζει πλέον το νικητή του «Fame Story». Η ίδια η ευχή «καλή χρονιά» είναι εντελώς passe.  Όλοι ξέρουν ότι όταν τα πράγματα πηγαίνουν στραβά, σιγά μην σε σώσει ο καινούριος χρόνος…
Στα αθλητικά η Πρωτοχρονιά είναι μια σκέτη θλίψη.  Οι παικτες παίρνουν ρεπό (ένα, συνήθως τα Χριστούγεννα).  Το χειρότερο είναι ότι τέτοιες μέρες αρχίζει το πανηγύρι των ψηφοφοριών και των βραβείων. Όλα αφορούν στην περασμένη σεζόν, αλλά απ’ τη στιγμή που στο μεταξύ έχει περάσει η μισή τρέχουσα, άντε να βγάλεις άκρη!  Τα κατορθώματα των πρωταγωνιστών είναι τόσο παλιά που νομιζεις ότι δεν έχουν γίνει ποτέ.  Στην ετήσια ψηφοφορία των Ελλήνων αθλητικών συντακτών βραβεύονται συνήθως πρωταθλητές που εντυπωσίασαν όσο ακόμα κρατούσε το καλοκαίρι.  Μπορεί ακούγοντας το όνομα του καλύτερου να μην ρωτάμε «ποιος είναι αυτός;» αλλά το γιατί κέρδισε δεν είναι πάντα αυτονόητο και συχνά επιβάλλεται να στο αναλύσουν!  Ο χρόνος πλέον τρέχει τόσο γρήγορα που ένα εξάμηνο είναι αρκετό για να φέρει τα πάνω κάτω...
Ο Σεπτέμβριος είναι πλέον ο ιδανικός μήνας για να γιορτάζουμε την Πρωτοχρονιά. Ερχόμαστε όλοι ξεκούραστοι απ’ το καλοκαίρι, ενώ τον Ιανουάριο – και μάλιστα λίγες μόνο μέρες μετά την κρεπάλη των Χριστουγεννων – είμαστε όλοι πτώματα.  Ο Σεπτέμβρος επιβάλλει προβληματισμό και προγραμματισμό (αφού καλοκαιριάτικα έχουμε ξεπαραδιαστεί ενώ αντίθετα ο Ιανουάριος φέρνει σκοτούρες – ο δέκατος τρίτος μισθός δεν φτάνει για τίποτα – και σε μερικές περιπτώσεις πανικό (μαζί με τον πρώτο λογαριασμό για το πετρέλαιο).
Ο Σεπτέμβριος αφήνει περιθώρια για σχέδια, ενώ ο Ιανουάριος είναι ο μήνας που συνήθως συνειδητοποιείς ότι δεν θα κανείς τίποτα απ’ όσα ήθελες και φέτος. Το Σεπτέμβριο οι πόλεις είναι πανέμορφες και οι άνθρωποι ξαναβρίσκονται, ξεκινούν τα νέα προγράμματα των καναλιών και αρχίζουν τα πρωταθλήματα και οι ευρωπαϊκές διοργανώσεις.  Ο Ιανουάριος είναι ο μήνας που οι φίλοι σ’ έχουν κουράσει, που διάφοροι σου λένε να κάνεις δίαιτα, που τα προγράμματα των καναλιών τα έχεις βαρεθεί, που το πρωτάθλημα είναι χάλια και που οι ομάδες μας στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις έχουν κουνήσει μαντίλι.
Δεν χρειάζεται η Πρωτοχρονιά του Γενάρη, τα Χριστούγεννα αρκούν για να βρεθούμε με τους δικούς μας, για να πάμε ταξίδια στο εξωτερικό ή την Αράχοβα (που στοιχίζει περίπου το ίδιο), να χαρτοπαίξουμε, να παρηγορηθούμε εμείς οι γκαντέμηδες ότι κερδίζουμε στην αγάπη, να κάνουμε δώρα, να έχουμε μια ωραία αφορμή για να βαλουμε τα καιά μας και να γίνουμε φέσι.
Η Πρωτοχρονιά, τη στιγμή που έρχεται, είναι, απλά, too much.

Αντώνης Καρπετόπουλος