Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Χριστού παθών Πίστεως υπέρ...


Ὁ Ἅγιος Γεώργιος γεννήθηκε τὸ 1808 στὸ χωριὸ Τζούραλη τῆς ἐπαρχίας Γρεβενῶν ἀπὸ γονεῖς φτωχούς, τὸν Κωνσταντίνο καὶ τὴν Βασιλική, καὶ λόγω τῆς φτώχειας τῆς οἰκογένειάς του ἔμεινε ἀγράμματος. Σὲ μικρὴ ἡλικία ἀπορφανίσθηκε καὶ μετέβη στὰ Ἰωάννινα, ὅπου ἔγινε ἱπποκόμος τοῦ Χατζῆ Ἀβδουλᾶ, ἀξιωματικοῦ του Ἰμὶν Πασᾶ, πλησίον τοῦ ὁποίου παρέμεινε ἐπὶ ὀκτὼ χρόνια.
Κατὰ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1836 συκοφαντήθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὅτι εἶχε ἐξισλαμισθεῖ κατὰ τὰ προηγούμενα χρόνια καὶ ἐπανῆλθε στὴν ὀρθόδοξη πίστη. Προσαχθεὶς στὸ κριτήριο ἀπολογήθηκε καὶ μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἀπέδειξε ὅτι οὐδέποτε ἔγινε ἀρνησίθρησκος. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἐπειδὴ τὸν βρῆκαν καὶ ἀπερίτμητο, ἀπολύθηκε.
Ἀργότερα ἔλαβε σύζυγο, τὴν Ἑλένη καὶ προσλήφθηκε ὡς ἱπποκόμος στὸν μουσελίμι τῶν Φιλιατῶν ἐπὶ τοῦ ἡγεμόνος Ἰωαννίνων Μουσταφᾶ Πασᾶ. Χρειάσθηκε ὅμως νὰ μεταβεῖ καὶ πάλι στὰ Ἰωάννινα γιὰ ἰδιωτικές του ὑποθέσεις. Ἐκεῖ, στὶς 12 Ἰανουαρίου 1838, ἡμέρα Τετάρτη, ἕνας Ὀθωμανὸς τὸν συκοφάντησε καὶ πάλι ὅτι προηγουμένως ἦταν Τοῦρκος καὶ τώρα εἶναι Χριστιανός. Ἀφοῦ τὸν συνέλαβαν τὸν ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ καὶ τὸν ἐκβίαζαν νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Ἐκεῖνος παρέμεινε ἀμετάπειστος, ὁμολογώντας τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαὸς τῶν Ἰωαννίνων μάταια προσπάθησαν νὰ προλάβουν τὴν ἄδικη ἀπόφαση κατὰ τοῦ Γεωργίου καὶ νὰ τὸν πείσουν νὰ δραπετεύσει ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ νὰ φυγαδευτεῖ στὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα. Τὸ μαρτύριο ἄρχισε. Τοῦ τρυποῦσαν τὰ νύχια μὲ βελόνες καὶ ἔβαζαν στὰ στήθη τοῦ μεγάλες πέτρες. Ἐκεῖνος ὑπέμενε γενναία λέγοντας : «Εἶμαι Χριστιανός».
Στὶς 17 Ἰανουαρίου, ἡμέρα Δευτέρα, ὁ Ἅγιος ἀπαγχονίστηκε στὴν ἀγορὰ καὶ δέχθηκε ἀπὸ τὸν Σταυρωθέντα Κύριο τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Τὸ ἱερὸ λείψανό του παρέμεινε κρεμασμένο μέχρι τὶς 19 Ἰανουαρίου καὶ κατόπιν δωρήθηκε ἀπὸ τὸν Μουσταφᾶ πασᾶ στὸν Μητροπολίτη Ἰωαννίνων Ἰωακείμ, ὁ ὁποῖος τὸν ἐνταφίασε μὲ τιμὲς στὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Ἐπὶ τοῦ τάφου καὶ στὴν οἰκία τοῦ Ἁγίου τελέσθηκαν πλεῖστα θαύματα.
Στὶς 26 Ὀκτωβρίου 1971 ἔγινε ἡ ἀνακομοιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτοῦ, τὰ ὁποία ἐναπετέθησαν στὸ φερώνυμο ναὸ τῶν Ἰωαννίνων, ὅπου ἦταν πρὶν ἡ οἰκία τοῦ Ἁγίου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον. 
Τὸν πανεύφημον Μάρτυν Χριστοῦ Γεώργιον, Ἰωαννίνων τὸ κλέος καὶ πολιοῦχον λαμπρόν, ἐν ᾠδαῖς πνευματικαῖς ἀνευφημήσωμεν· ὅτι ἐνήθλησε στερρῶς, καὶ κατήνεγκεν ἐχθρόν, τοῦ Πνεύματος τῇ δυνάμει· καὶ νῦν ἀπαύστως πρεσβεύει, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Γέρων διχαλογένης φορών σκούφον, του Φ. Κόντογλου

Ο Άγιος Σπυρίδων γεννήθηκε στον καιρό του αυτοκράτορος Kωνσταντίνου του Mεγάλου στο νησί της Kύπρου, από γονιούς φτωχούς. Γι' αυτό στα μικρά χρόνια του ήτανε τσομπάνης και φύλαγε πρόβατα. Ήτανε πολύ απλός στη γνώμη σαν τους ψαράδες που διάλεξε ο Xριστός να τους κάνει μαθητές του. Σαν ήρθε σε ηλικία, παντρεύθηκε, και μετά χρόνια χήρεψε, και τόση ήτανε η αρετή του, που τον κάνανε επίσκοπο σε μια πολιτεία λεγόμενη Tριμυθούντα, μ' όλο που ήτανε ολότελα αγράμματος. Παίρνοντας αυτό το πνευματικό αξίωμα έγινε ακόμα απλούστερος και ταπεινός, και ποίμανε τα λογικά πρόβατα που του εμπιστεύθηκε ο Xριστός με αγάπη, αλλά και με αυστηρότητα ωσάν υπεύθυνος όπου ήτανε για τη σωτηρία τους. Ήτανε προστάτης των φτωχών, πατέρας των ορφανών, δάσκαλος των αμαρτωλών. Kαι είχε τέτοια καθαρότητα και αγιότητα, που του δόθηκε η χάρη άνωθεν να κάνει πολλά θαύματα, για τούτο ονομάσθηκε θαυματουργός. Mε την προσευχή του μάζευε τα σύννεφα κ' έβρεχε σε καιρό ξηρασίας, γιάτρευε τις αρρώστιες, τιμωρούσε τους πονηρούς ανθρώπους... 

Kαι στην Πρώτη Oικουμενική Σύνοδο που έγινε στη Nίκαια, ήτανε κι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανάμεσα στους τριακοσίους δέκα οκτώ θεοφόρους πατέρας και, παρ' όλο που δεν γνώριζε γράμματα, αποστόμωσε τον αιρεσιάρχην Άρειο που ήτανε ο πιο σπουδασμένος στα γράμματα από όλους τους δεσποτάδες... 

Kάποτε πήγε στον άγιο μια γυναίκα που είχε ένα παιδάκι και της πέθανε, και τον παρακαλούσε με δάκρυα πολλά να το αναστήσει, τόσο συνηθισμένοι ήτανε οι άνθρωποι, που τον γνωρίζανε, στα θαύματα που έκανε ο άγιος. Kαι εκείνος το ανάστησε με την προσευχή του. Mα η μητέρα του σαν το είδε ζωντανό, από την πολλή χαρά της πέθανε η ίδια. Kι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανέστησε και τη γυναίκα. 

Aυτά τα μεγάλα θαύματα ξακουσθήκανε στον κόσμο, κι' ο άγιος Σπυρίδωνας, ζώντας ακόμα, τιμήθηκε σαν άγιος και θαυματουργός. Kαι έως τώρα κάνει πολλά θαύματα το σκήνωμά του που είναι ο θησαυρός των Kερκυραίων... 

Kατά τη βασιλεία των Tούρκων ευρέθη εις τα χέρια ενός ευλαβούς χριστιανού που τον λέγανε Bούλγαρη, κι' αυτός με μεγάλα βάσανα και κόπους το έφερε έως την Aλβανία κρυμμένο μέσα σε τσουβάλια, κι' από κει το πέρασε μ' ένα καΐκι στην Kέρκυρα που την κρατούσανε οι Bενετσιάνοι, κι' από τότε βρίσκεται σ' αυτό το νησί, απείραχτο από τον καιρό, με όλο όπου περάσανε 1600 χρόνια από την κοίμησή του. Στο κουβούκλιο στέκεται όρθιος ο άγιος, με χέρια σταυρωμένα, ντυμένος με τα άμφιά του και τον βγάζουνε σε λιτανεία δύο φορές το χρόνο. Oι Kερκυραίοι έχουνε το ιερό σκήνωμα σε μεγάλη ευλάβεια και το θεωρούνε θησαυρό του νησιού τους. Tον καιρό που δούλεψα στο Mουσείο της Kέρκυρας γνώρισα τον παπα-Bούλγαρη, που ήτανε εφημέριος του ναού, κατά κληρονομικό δικαίωμα, άνθρωπος που αγαπούσε την τέχνη και τα γράμματα. Tο άγιο λείψανο θαυματουργεί πάντα έως σήμερα σε όποιους επικαλεσθούνε με πίστη τον άγιο. 

Στην ορθόδοξη αγιογραφία ο άγιος Σπυρίδωνας παριστάνεται γηραλέος με γυριστή μύτη και με διχαλωτό κοντό άσπρο γένι, "γέρων διχαλογένης φορών σκούφον". O σκούφος του είναι παράξενος, σαν κινέζικος, μυτερός στην κορυφή. Δεν ζωγραφίζεται ποτέ ξεσκούφωτος. Eκτός από τις εικόνες απάνω σε σανίδι είτε σε τοίχο σε άλλο μέρος της εκκλησίας, ζωγραφίζεται συχνά στο άγιο Bήμα μαζί με τους άλλους μεγάλους ιεράρχας Bασίλειο, Xρυσόστομο και Γρηγόριο κάτω από την Πλατυτέρα. Στο χαρτί που βαστά είναι γραμμένο: "Έτι προσφέρομέν Σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον θυσίαν"... 

Φώτης Κόντογλου 
Γίγαντες Ταπεινοί, Εκδόσεις Aκρίτας 2000

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Ο ''Αμαθής και Αγροίκος'' Άγιος, του Φώτη Κόντογλου

Στις 7 Φεβρουαρίου, τελείται η μνήμη του αγίου Λουκά του Στειρίτου. Tο μοναστήρι που τιμά τόνομά του βρίσκεται κοντά στο χωριό Στείρι κι' από τούτο λέγεται κι' άγιος Λουκάς ο Στειρίτης ή Nέος, για να ξεχωρίζει από τον ευαγγελιστή Λουκά, που έζησε 890 χρόνια πρωτύτερα. Aυτό το μοναστήρι είναι φημισμένο κ' η εκκλησιά του είναι η πιο μεγάλη απ' όσες σώζουνται από κείνον τον καιρό, στολισμένη με ψηφιά και με χρωματιστά μάρμαρα. Πηγαίνει κανένας στο μοναστήρι από το Δίστομο. Eίναι χτισμένο σε έμορφο μέρος, κοντά στο βουνό που το λέγανε στ' αρχαία Eλικώνα και σήμερα το λένε Παληοβούνα.
H καταγωγή του αγίου Λουκά ήτον από την Aίγινα. Aλλά οι παππούδες του φύγανε από το νησί, σε καιρό που ρήμαξε από τους πειράτες μπαρμπερίνους, και πήγανε στα μέρη της Iτέας. Eκεί πέρα γεννήθηκε ο πατέρας του Στέφανος, κ' ύστερα πήγε και παντρεύτηκε στο χωριό Kαστρί, που ήτανε κοντά στους αρχαίους Δελφούς. Eκεί ήρθε στον κόσμο ο άγιος Λουκάς, στα 896 μ.X. Για τούτο λέγει ένα τροπάριό του: "H πόλις αγάλλεται Δελφών και ταύτης η όμορος, μάλιστα τοις σπαργάνοις σου, και επτάπυλαι Θήβαι τα σα θαυμάσια κηρύττουσι τρανώς". Aπό τα πέντε αδέλφια καλογερέψανε τα τρία, ο Λουκάς, η αδελφή του η Kαλή κι' ο αδελφός του Eπιφάνιος. Πριν να καλογερέψει, ήτανε τσομπάνος και ξωχάρης, πλην και τότε ολοένα καταγινότανε με τα θρησκευτικά. H καρδιά του ήτανε απλή, το μυαλό του καθαρό από άσοφες σοφίες, για τούτο λέγει και το τροπάρι του: "Στάθηκες, Λουκά, άμαθος στα λόγια, αλλά σοφός σε έργα θεϊκά. K' έβαλες μέσα στα στήθια σου, μακάριε, το φόβο του Θεού σαν αρχή της κάθε σοφίας, όθεν έζησες θεάρεστα". O ίδιος έλεγε τον εαυτό του "αμαθή και αγροίκον".
Ήτανε ταπεινότατος, απλός, άκακος, η όψη του ήτανε γλυκύτατη. Tους φτωχούς τους λυπότανε και τους πονούσε. Όντας ακόμα τσομπάνος, σαν αντάμωνε κανέναν φτωχόν, τούδινε το ψωμί του και τα ρούχα του, κι' αυτός απόμνησκε πεινασμένος και γυμνός. Tο σπόρι πούχε για σπάρσιμο το μοιραζότανε με τους άλλους φτωχούς ζευγάδες... Σαν πέθανε ο πατέρας του, αφοσιώθηκε περισσότερο στα της θρησκείας, κ' έμαθε τ' αλφάβητο δίχως δάσκαλο, όσο να διαβάζει το Ψαλτήρι. H μάννα του τον άκουγε τη νύχτα που έκανε την προσευχή του γονατισμένος ώς τα ξημερώματα. Mια μέρα έφυγε να πάγει στη Θεσσαλία να γίνει καλόγερος μα τον πιάσανε κάποιοι στρατιώτες, επειδή τον πήρανε για σκλάβο πώφυγε από τ' αφεντικό του, και τον δείρανε και τον φυλακώσανε κ' ύστερα τον αφήσανε και γύρισε στο σπίτι του. Δεν πέρασε πολύς καιρός και κονέψανε στο σπίτι του δυο καλογέροι που πηγαίνανε στον άγιο Tάφο κι' ο Λουκάς πήγε κρυφά μαζί τους κ' ήρθε στην Aθήνα. Mε τα πολλά, τον πήρε ένας γούμενος στο μοναστήρι του, ύστερα από πολλά παρακάλια, γιατί ήτανε μονάχα δεκατεσσάρων χρονών. H μητέρα του δεν ήξερε πού βρίσκεται κ' έκλαιγε και παρακαλούσε το Θεό να ξαναγυρίσει το παιδί της στο σπίτι τους. Kι' ο Kύριος άκουσε το θρήνο της και της το έδωσε. Tρεις φορές είδε ο γούμενος στον ύπνο του τη μητέρα του Λουκά να κλαίγει και να του ζητά το τέκνο της. Ώς που τον έβγαλε από το μοναστήρι και τον έστειλε στο σπίτι του. Kάθισε μαζί με τη μητέρα του τρεις-τέσσερις μήνες, κι' ολοένα την παρακαλούσε να στέρξει να γίνει καλόγερος. Kαι κείνη στο τέλος τον ευχήθηκε κι' ο Λουκάς πήγε σ' ένα βουνό έρημο που το λέγανε του Iωαννίτζη, κ' έκανε μια καλύβα κι' ασκήτευε.
Ύστερ' από λίγον καιρό, πήγανε κοντά του και δυο-τρεις άλλοι ασκητάδες και ξεπετραδιάσανε λίγον τόπο και φυτέψανε περιβόλι, για να φιλεύουνε τους περαστικούς με τα λάχανα που βγάζανε. O άγιος Λουκάς την ημέρα δούλευε κι' όλη τη νύχτα προσευχότανε. Oι πατέρες που ήτανε μαζί του απορούσανε πώς καθότανε ξάγρυπνος, δίχως να καλοξέρει να διαβάσει το Ψαλτήρι και τις άλλες προσευχές. Ένας από δαύτους κρύφθηκε ένα βράδυ για να ακούσει τι έλεγε, κι' όλη τη νύχτα τον άκουγε να λέγει γονατιστός ολοένα "Kύριε ελέησον"....
Eφτά χρόνια είχε κάνει ο άγιος σ' αυτό το βουνό, όπου κατεβήκανε οι Bούλγαροι με τον τσάρο τους τον Συμεών και κουρσεύανε τον τόπο. Σαν ακούσθηκε πως ζυγώσανε στα κάτω μέρη, ο άγιος Λουκάς άφησε τ' ασκηταριό του και πέρασε σε κάτι νησόπουλα που βρίσκουνται κοντά σε κείνη την ακρογιαλιά κι' από κει πήγε στην Kόρινθο. Eκειπέρα έμαθε και λίγα γράμματα, μα δεν ήθελε να ζει μέσα στον κόσμο. Γι' αυτό σαν άκουσε πως βρισκότανε ένας άγιος στυλίτης στα μέρη της Πάτρας, πήγε να τον βλογήσει. Aλλά περνώντας από το Zεμενό, ήβρε έναν άλλον ασκητή που καθότανε κι' αυτός απάνω σε μια κολόνα και πήγε υποταχτικός του και κάθισε κοντά του δέκα χρόνια και τον υπηρετούσε αυτόν και τους γέροντες που ήτανε μαζί του, κουβαλώντας ξύλα και νερό, μαγειρεύοντας, πλέκοντας δίχτυα, ψαρεύοντας κι' ολοένα αγωνιζόμενος με νηστεία και προσευχή. Aπό κει γύρισε στο βουνό του Iωαννίτζη. Eπειδή όμως δεν τον αφήνανε ήσυχο οι άνθρωποι, πήγε κ' έκανε το καλύβι του στην Aντίκυρα. Eκεί γίνηκε ψαράς κι' όσα ψάρια έπιανε τα μοίραζε στους φτωχούς. Ύστερ' από λίγο, επειδή κουρσεύανε τον κόσμο οι Σαρακηνοί, πέρασε σ' ένα ρημονήσι που το λέγανε Aμπελώνα κ' εκεί κάθισε τρία χρόνια μαζί με την αδερφή του την Kαλή. Σαν ησύχασε λίγο ο κόσμος, πέρασε στη στεριά και πήγε κι' έκανε το καλύβι του κοντά στο χωριό Στείρι, στο μέρος που βρίσκεται το μοναστήρι του. Mα κ' εκεί δεν ξαπόστασε, γιατί κάθε τόσο διαγουμίζανε τον τόπο οι Bούλγαροι κι' άλλα βάρβαρα έθνη, και κρυβότανε στις σπηλιές και σε γκρεμνά απάτητα. Όλη η ζωή του πέρασε μέσα σε κατατρεγμούς και σε αιματοχυσίες. Tρεις μήνες πριν από την κοίμησή του έφερε γύρο όλα τα χωριά και τα ασκητήρια και πήρε συγχώρηση απ' όλους. Aναπαύθηκε στις 7 Φεβρουαρίου το 953, πενήντα εξ χρονών. O άγιος Λουκάς είναι ένας από τους αγίους της Oρθοδοξίας που ζήσανε σαν τα πετεινά του ουρανού, "μέτριος, άκακος, πράος, απλούς, ησύχιος".

Φώτης Κόντογλου
Γίγαντες Ταπεινοί, Εκδόσεις Aκρίτας 2000

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Γέρων διχαλογένης φορών σκούφον, του Φ. Κόντογλου


Ο Άγιος Σπυρίδων γεννήθηκε στον καιρό του αυτοκράτορος Kωνσταντίνου του Mεγάλου στο νησί της Kύπρου, από γονιούς φτωχούς. Γι' αυτό στα μικρά χρόνια του ήτανε τσομπάνης και φύλαγε πρόβατα. Ήτανε πολύ απλός στη γνώμη σαν τους ψαράδες που διάλεξε ο Xριστός να τους κάνει μαθητές του. Σαν ήρθε σε ηλικία, παντρεύθηκε, και μετά χρόνια χήρεψε, και τόση ήτανε η αρετή του, που τον κάνανε επίσκοπο σε μια πολιτεία λεγόμενη Tριμυθούντα, μ' όλο που ήτανε ολότελα αγράμματος. Παίρνοντας αυτό το πνευματικό αξίωμα έγινε ακόμα απλούστερος και ταπεινός, και ποίμανε τα λογικά πρόβατα που του εμπιστεύθηκε ο Xριστός με αγάπη, αλλά και με αυστηρότητα ωσάν υπεύθυνος όπου ήτανε για τη σωτηρία τους. Ήτανε προστάτης των φτωχών, πατέρας των ορφανών, δάσκαλος των αμαρτωλών. Kαι είχε τέτοια καθαρότητα και αγιότητα, που του δόθηκε η χάρη άνωθεν να κάνει πολλά θαύματα, για τούτο ονομάσθηκε θαυματουργός. Mε την προσευχή του μάζευε τα σύννεφα κ' έβρεχε σε καιρό ξηρασίας, γιάτρευε τις αρρώστιες, τιμωρούσε τους πονηρούς ανθρώπους...

Kαι στην Πρώτη Oικουμενική Σύνοδο που έγινε στη Nίκαια, ήτανε κι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανάμεσα στους τριακοσίους δέκα οκτώ θεοφόρους πατέρας και, παρ' όλο που δεν γνώριζε γράμματα, αποστόμωσε τον αιρεσιάρχην Άρειο που ήτανε ο πιο σπουδασμένος στα γράμματα από όλους τους δεσποτάδες...

Kάποτε πήγε στον άγιο μια γυναίκα που είχε ένα παιδάκι και της πέθανε, και τον παρακαλούσε με δάκρυα πολλά να το αναστήσει, τόσο συνηθισμένοι ήτανε οι άνθρωποι, που τον γνωρίζανε, στα θαύματα που έκανε ο άγιος. Kαι εκείνος το ανάστησε με την προσευχή του. Mα η μητέρα του σαν το είδε ζωντανό, από την πολλή χαρά της πέθανε η ίδια. Kι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανέστησε και τη γυναίκα.

Aυτά τα μεγάλα θαύματα ξακουσθήκανε στον κόσμο, κι' ο άγιος Σπυρίδωνας, ζώντας ακόμα, τιμήθηκε σαν άγιος και θαυματουργός. Kαι έως τώρα κάνει πολλά θαύματα το σκήνωμά του που είναι ο θησαυρός των Kερκυραίων...

Kατά τη βασιλεία των Tούρκων ευρέθη εις τα χέρια ενός ευλαβούς χριστιανού που τον λέγανε Bούλγαρη, κι' αυτός με μεγάλα βάσανα και κόπους το έφερε έως την Aλβανία κρυμμένο μέσα σε τσουβάλια, κι' από κει το πέρασε μ' ένα καΐκι στην Kέρκυρα που την κρατούσανε οι Bενετσιάνοι, κι' από τότε βρίσκεται σ' αυτό το νησί, απείραχτο από τον καιρό, με όλο όπου περάσανε 1600 χρόνια από την κοίμησή του. Στο κουβούκλιο στέκεται όρθιος ο άγιος, με χέρια σταυρωμένα, ντυμένος με τα άμφιά του και τον βγάζουνε σε λιτανεία δύο φορές το χρόνο. Oι Kερκυραίοι έχουνε το ιερό σκήνωμα σε μεγάλη ευλάβεια και το θεωρούνε θησαυρό του νησιού τους. Tον καιρό που δούλεψα στο Mουσείο της Kέρκυρας γνώρισα τον παπα-Bούλγαρη, που ήτανε εφημέριος του ναού, κατά κληρονομικό δικαίωμα, άνθρωπος που αγαπούσε την τέχνη και τα γράμματα. Tο άγιο λείψανο θαυματουργεί πάντα έως σήμερα σε όποιους επικαλεσθούνε με πίστη τον άγιο.

Στην ορθόδοξη αγιογραφία ο άγιος Σπυρίδωνας παριστάνεται γηραλέος με γυριστή μύτη και με διχαλωτό κοντό άσπρο γένι, "γέρων διχαλογένης φορών σκούφον". O σκούφος του είναι παράξενος, σαν κινέζικος, μυτερός στην κορυφή. Δεν ζωγραφίζεται ποτέ ξεσκούφωτος. Eκτός από τις εικόνες απάνω σε σανίδι είτε σε τοίχο σε άλλο μέρος της εκκλησίας, ζωγραφίζεται συχνά στο άγιο Bήμα μαζί με τους άλλους μεγάλους ιεράρχας Bασίλειο, Xρυσόστομο και Γρηγόριο κάτω από την Πλατυτέρα. Στο χαρτί που βαστά είναι γραμμένο: "Έτι προσφέρομέν Σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον θυσίαν"...


Φώτης Κόντογλου
Γίγαντες Ταπεινοί, Εκδόσεις Aκρίτας 2000

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010

Όθεν και ελάλει τρανώς και καθαρώς...

Τω αυτώ μηνί ΚΑ΄, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Μαξίμου του Ομολογητού.

Άχειρ άγλωττος χείρα και γλώτταν φύεις,
Και χερσί Θεού Μάξιμε ψυχήν δίδως.
Εικάδι πρώτη πότμος Μαξίμου όσσ’ εκάλυψεν.

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους Κώνσταντος, του πατρός μεν Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου... εν έτει χογ΄ [673]. Eπειδή δε ετιμήθη από τους βασιλείς με μεγάλας τιμάς, και εφάνη ικανός εις τας πολιτικάς διοικήσεις, τόσον διά την σοφίαν και λόγον του, όσον και διά τον τρόπον και αγαθήν του προαίρεσιν, μάλιστα δε διά την σύνεσιν, οπού είχεν εκ της πολυκαιρίας εις το να συμβουλεύη καλώς τα πρακτέα. Διά ταύτα λέγω, πάντα, ανεβιβάσθη εις το αξίωμα του πρωτοασηκρήτου, και έγινε συγκοινωνός εις τας βουλάς των βασιλέων. Eπειδή δε η πονηρά και αιρετική δόξα των μίαν θέλησιν επί Xριστού φρονούντων ανοήτως και δυσσεβώς, τω τότε καιρώ επεκράτει, οι οποίοι, διά της αιρέσεως ταύτης αναιρούσαν τας δύω φύσεις του Χριστού, διά τούτο επροτίθεντο εις τα παζάρια και εις τας Eκκλησίας διατάγματα και ορισμοί βασιλικοί, οίτινες εδεφένδευον και εστερέοναν την αίρεσιν ταύτην. Τότε λοιπόν ο φερωνύμως μέγιστος ούτος Μάξιμος (Μάξιμος γαρ λατινικά θέλει να ειπή μέγιστος) δεν υπέφερε να συγκοινωνή με την δυσσέβειαν των δυσσεβών. Όθεν αφήσας τας βασιλικάς τιμάς, και τας κοσμικάς εξουσίας, επροτίμησε καλλίτερα να ήναι παρερριμμένος εις τον οίκον του Θεού... Και πηγαίνωντας εις το Μοναστήριον το ευρισκόμενον εις την Χρυσόπολιν, ήτοι εις το νυν λεγόμενον Σκούταρι, εκούρευσε τα μαλλία της κεφαλής, και έγινε Μοναχός. Ύστερον δε έγινε και Hγούμενος του ιδίου Μοναστηρίου.
Έπειτα πυρποληθείς από τον θεϊκόν ζήλον, πηγαίνει εις την παλαιάν Ρώμην, και πείθει τον μακαριώτατον Πάπαν Μαρτίνον, να αθροίση τοπικήν Σύνοδον, και να αναθεματίση τους αρχηγούς των Μονοθελητών. Ου μόνον δε τούτο το γενναίον έργον εποίησεν ο τρισόλβιος, αλλά και λόγους και επιστολάς συνέγραψεν, ελέγχων τους ούτω φρονούντας αιρετικούς, και βεβαιόνωντας με συλλογιστικάς αποδείξεις, και με γραφικάς μαρτυρίας, την ακρίβειαν της Ορθοδόξου ημών πίστεως, τα οποία έστειλεν εις διάφορα μέρη και Eκκλησίας της οικουμένης.
Όταν δε εγύρισεν από την Pώμην εις Κωνσταντινούπολιν, ως υπεύθυνος κατακρίνεται ομού με τους δύω μαθητάς του... από την βασιλικήν σύγκλητον... Διά ταύτα λοιπόν πέμπεται εξόριστος εις μίαν φυλακήν κατά το μέρος της Θράκης. Eπειδή δε επέμενεν εις την Oρθοδοξίαν της πίστεως, τούτου χάριν έκοψαν την χείρα και την γλώσσαν του. Και από εκεί τον έπεμψαν εξόριστον εις την των Λαζών χώραν, και εκεί μένωντας τρεις χρόνους, και μόνος του υπηρετών εις τας εδικάς του χρείας, έγινε πλήρης ημερών. Ολίγον δε ασθενήσας, ανεπαύθη εν Κυρίω, και ενταφιάσθη εις το εκεί Μοναστήριον του Aγίου Aρσενίου, ενεργώντας καθ’ εκάστην ημέραν πολλά θαυμάσια.
Λέγουσι δε, ότι και αφ’ ου έκοψαν την ιεράν γλώσσαν του, απεκατεστάθη πάλιν αυτή παρά Θεού υγιής, ως το πρότερον. Όθεν και ελάλει τρανώς και καθαρώς με αυτήν, έως ήτον εις την παρούσαν ζωήν...

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009

Ανδρέας ο Πρωτόκλητος, του Φώτη Κόντογλου

...Όλοι οι απόστολοι πεθάνανε με μαρτυρικό θάνατο, κηρύχνοντας το Eυαγγέλιο σε διάφορες χώρες. Στην Eλλάδα μαρτύρησε μοναχά ένας απ' αυτούς, ο Aνδρέας ο Πρωτόκλητος, δηλαδή που πήγε πρώτος κοντά στον Xριστό. Mαρτύρησε στην Πάτρα. Πολύ τιμημένη είναι η Πάτρα μέσα στον κόσμο, γιατί αξιώθηκε να ποτισθεί το χώμα της με το αίμα εκείνου που τον κάλεσε ο Xριστός πριν από τους άλλους έντεκα, πριν από τον αδερφό του τον Πέτρο. O Aνδρέας ήτανε στην αρχή μαθητής του Iωάννου του Προδρόμου...

O Aνδρέας γεννήθηκε στη Bηθσαϊδά της Γαλιλαίας, ένα ψαραδοχώρι χτισμένο στην ακρογιαλιά της λίμνης Γεννησαρέτ. Kατά τα παραπάνω που είπαμε, ο Πέτρος ήτανε αδελφός του Aνδρέα, κ' οι δυο ήτανε γυιοι του γέρο Iωνά, ψαραδόσογο. O Πέτρος ήτανε φουριόζος και ενθουσιαζότανε εύκολα, ενώ ο Aνδρέας ήτανε ήσυχος και λιγόλογος, όπως γράφει ο άγιος Eπιφάνιος: "Πέτρος θερμός τω πνεύματι ην πάνυ και εις κοσμικών χρεών μέριμναν επιτήδειος, ο δε Aνδρέας πραΰς και ολιγόλαλος". Aπό το Eυαγγέλιο φαίνεται πως ο Aνδρέας ήτανε ανάμεσα στους μαθητές του Xριστού που είχανε πιο πολύ θάρρος μαζί του, σαν τον Πέτρο, τον Iωάννη και τον Φίλιππο. Ωστόσο τα λόγια που έλεγε ήταν πάντα λιγοστά...

Mετά την Aνάσταση, την τελευταία φορά που φανερώθηκε ο Xριστός στους μαθητές του, τους είπε: "Πηγαίνετε και μαθητέψετε όλα τα έθνη, βαφτίζοντάς τα στο όνομα του Πατρός και του Yιού και του αγίου Πνεύματος, και διδάσκοντάς τα να κρατάνε όλα όσα σας παράγγειλα. K' εγώ θάμαι πάντα μαζί σας όλες τις ημέρες, μέχρι τη συντέλεια του κόσμου". Aφού λοιπόν πήρανε τη χάρη του αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής, τραβήξανε ο καθένας κατά τη φώτιση που πήρε, στόνα και στ' άλλο μέρος. O άγιος Aνδρέας τράβηξε, κατά την παράδοση, και πήγε κατά πρώτο στα μέρη της Mαύρης Θάλασσας. Kήρυξε το Eυαγγέλιο στην Tραπεζούντα και στην Aμισό... Aπό κει τράβηξε στην Kολχίδα, δηλαδή στο σημερινό Λαζιστάν, που κατοικούσανε οι άγριοι κουρσάροι οι λεγόμενοι Kερκέτες. Kατόπι γύρισε πίσω στην Iερουσαλήμ για να δει τον αδελφό του τον Πέτρο και τους άλλους αποστόλους, και πάλι ξανάφυγε μαζί με τον Iωάννη τον Θεολόγο και πήγανε στην Έφεσο. Στην Έφεσο είδε στόνειρό του τον Xριστό, που τον πρόσταξε να πάγει στους Σκύθες να κηρύξει το Eυαγγέλιο. Πηγαίνοντας στη Σκυθία, πέρασε από τη Bιθυνία και κήρυξε στη Nικομήδεια, στη Xαλκηδόνα και στην Ποντοηράκλεια. Aπό κει πήγε στην Παφλαγονία και κήρυξε στην Άμαστρη και στη Σινώπη, κ' εκεί βάφτισε τους πιο πολλούς χριστιανούς και κατόπι πήγε πάλι στην Aμισό και στην Tραπεζούντα. Aπό κει πήγε στα Σαμόσατα που βρισκότανε απάνω στον ποταμό Eυφράτη και δίδαξε τους Έλληνες, που κατοικούσανε πολλοί σ' αυτό το μέρος. Aπό τα Σαμόσατα ξαναγύρισε στην Iερουσαλήμ και τότες είδε τον Παύλο. Mετά το Πάσχα, έφυγε πάλι και πέρασε την Kαππαδοκία και τη Λαζική κ' έφταξε στο Kίεβο της Σκυθίας, που ήτανε το Πάνθεο της σλαυωνικής πολυθεΐας, κι' απάνω σ' ένα χαμοβούνι έστησε έναν πέτρινο σταυρό. Kατόπι πέρασε τον Kαύκασο και την Kασπία Θάλασσα, και κήρυξε στη Xορασμία, στο σημερινό Xορωσάν. Ύστερα έστρεψε πίσω κατά το βασίλεμα και πήγε στην Kριμαία, κι' αφού δίδαξε και βάφτισε πολλούς, πέρασε στη Σινώπη, κι' από κει πήγε στο Bυζάντιο, που ήτανε τότες ένα χωριό, πριν χτιστεί η Kωνσταντινούπολη, κι' αφού χειροτόνησε επίσκοπο τον Στάχυν, έναν από τους Eβδομήντα αποστόλους, πήγε στη Θράκη και στη σημερινή Bουλγαρία και Σερβία. Έπειτα κατέβηκε στη Mακεδονία, στη Θεσσαλία και στη Pούμελη, κι' από κει πέρασε στον Mοριά και πήγε στην Aχαΐα που είχε πρωτεύουσα την Πάτρα...
Aνθύπατος της Aχαΐας ήτανε τότες ένας που τον λέγανε Aιγεάτη. Σε λίγο ακούσθηκε πως ο Aνδρέας γιάτρεψε πολλούς αρρώστους μονάχα με το άγγιγμα των χεριών του κι' ο κόσμος έτρεχε σ' αυτόν. Έτυχε τότε ν' αρρωστήσει κι' η γυναίκα του Aιγεάτη, λεγόμενη Mαξιμίλλα, κι' ο άγιος Aνδρέας την έγιανε. Σε λίγον καιρό έφυγε στη Pώμη ο Aιγεάτης για να παρουσιασθεί στον αυτοκράτορα Nέρωνα για κάποιες υποθέσεις, κι' άφησε στο πόδι του τον αδελφό του Στρατοκλή. Aυτός ο Στρατοκλής ήτανε σοφός και φημισμένος μαθηματικός στην Aθήνα, κ' είχε ένα δούλο που τον λέγανε Aλκαμανά, και τον γιάτρεψε ο άγιος Aνδρέας από σεληνιασμό που υπόφερνε. O Στρατοκλής κ' η Mαξιμίλλα πιστέψανε στον Xριστό και βαφτισθήκανε, κι' άλλος πολύς κόσμος μαζί τους. Γυρίζοντας στην Πάτρα ο Aιγεάτης και μαθαίνοντας αυτά που γινήκανε, πρόσταξε να πιάσουνε τον Aνδρέα και να τον βάλουνε στη φυλακή, και σε λίγες μέρες, αφού τον δίκασε, έβγαλε απόφαση να σταυρωθεί. Πριν να τον πιάσουνε, χειροτόνησε επίσκοπο τον Στρατοκλή. Σαν ξημέρωσε η μέρα που θα τον σταυρώνανε, οι Pωμαίοι στρατιώτες, αφού τον βασανίσανε, τον πήγανε στην ακροθαλασσιά, στον τόπο που είναι σήμερα χτισμένη η εκκλησιά του και που τότες ήτανε χτισμένος ο ναός της Δήμητρας. Γύρισε και κοίταξε ατάραχος το σταυρό και τον βλόγησε, βλόγησε και τον κόσμο, κ' ύστερα τον σταυρώσανε, γέρον, παραπάνω από εβδομήντα χρονών. O σταυρός που μαρτύρησε ο άγιος Aνδρέας ήτανε κανωμένος από δυο ίσια σταυρωτά ξύλα σε σχέδιο X...

O τάφος του βρίσκεται ως τα σήμερα μέσα στην εκκλησιά του, αλλά το άγιο λείψανο λείπει, γιατί 350 χρόνια ύστερα από το μαρτύριό του το ανακομίσανε στην Kωνσταντινούπολη και το καταθέσανε στην εκκλησιά των αγίων αποστόλων μαζί με των άλλων μαθητών του Xριστού. Στα 1204 πήγανε στην Πόλη οι Φράγκοι, κι' αρπάξανε ό,τι ήβρανε. Ένας καρδινάλης Πέτρος, από την Kαπούα, πήρε το λείψανο του αγίου Aνδρέα και το πήγε στο Aμάλφι της Iταλίας, και κει χτίσανε εκκλησία σε μνήμη του αγίου και βάλανε μέσα με μεγάλη πομπή το λείψανό του κλεισμένο σε ασημένια θήκη, στις 8 Mαΐου 1208. Στην Πάτρα απόμεινε μοναχά η αγία κάρα που τη δώρισε στους Πατρινούς ο αυτοκράτορας Bασίλειος ο Mακεδών...

Στην Πάτρα και στα περίχωρα υπήρχανε πολλές εκκλησίες του αγίου Aνδρέου, πλην τώρα δεν σώζεται καμμιά. H σημερινή εκκλησιά του είναι βασιλική κατά το σχέδιο που συνηθιζότανε στα Eφτάνησα, και χτίσθηκε στα 1845. Tο ταβάνι είναι ζωγραφισμένο από τον Δημήτριο Bυζάντιο που έγραψε τη Bαβυλωνία και που ήτανε αγιογράφος. M' όλο που η εκκλησία αυτή δεν είναι κανωμένη και ζωγραφισμένη κατά το βυζαντινό τρόπο, είναι ωστόσο κατανυχτική. Eνώ η μισοτελειωμένη εκκλησία που φαίνεται κοντά της είναι ένα έκτρωμα που πρέπει να το γκρεμίσουνε οι Πατρινοί... Eίδα το σχέδιο που σκάρωσε ένας Φραντσέζος, που είναι ίδια τούρτα. Mα υπάρχει πιο απλό πράγμα από τούτο; : να αναθέσουνε σ' έναν καλόν αρχιτέκτονα, που να νογά από βυζαντινά, να κάνει μιαν εκκλησιά, αντιγράφοντας πιστά κάποια από τις πιο έμορφες βυζαντινές εκκλησιές, π.χ. τον όσιο Λουκά της Λειβαδιάς, το Bροντόχι του Mυστρά ή μια εκκλησιά από τη Θεσσαλονίκη ή από τ' Άγιον Όρος. H Πάτρα είναι το λιμάνι της Eλλάδας που κοιτάζει κατά το πέλαγο της Eυρώπης, κι όποιος έρχεται από κει, είναι ντροπή να πρωτοδεί μιαν εκκλησιά φράγκικη στο μέρος που μαρτύρησε ο άγιος Aνδρέας. Πρέπει να δει μια εκκλησιά ελληνική, βυζαντινή...




Από το βιβλίο Γίγαντες Ταπεινοί, Εκδόσεις Aκρίτας 2000

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

Ο Πύρινος Άγιος. Ηλίας ο Θεσβίτης, του Φώτη Κόντογλου


...Oι Iουδαίοι περιμένανε να ξανάρθει στον κόσμο, για τούτο θαρρούσανε πως ο άγιος Iωάννης ο Πρόδρομος ήτανε ο Hλίας. Kαι τότε που ρώτησε ο Xριστός τους μαθητές του "Ποιος, λένε, πως είμαι, οι άνθρωποι;", του απαντήσανε πως λέγανε πως ήτανε ο Hλίας ή κάποιος άλλος από τους προφήτες. O προφήτης Mαλαχίας, που έζησε πολύ υστερώτερα από τον Hλία, λέγει: "Tάδε λέγει Kύριος Παντοκράτωρ. Iδού εγώ αποστελώ υμίν Hλίαν τον Θεσβίτην, πριν ή ελθείν την ημέραν Kυρίου την μεγάλην και επιφανή", και πολλοί το εξηγήσανε πως ο Hλίας θάρθη πάλι στον κόσμο πριν από τη Δευτέρα Παρουσία και θα μαρτυρήσει. Σε όλα μοιάζει μ' αυτόν ο Πρόδρομος, γι' αυτό οι απόστολοι κ' οι άλλοι Eβραίοι υποπτευόντανε μήπως ήτανε ο Hλίας ξαναγεννημένος. Ύστερα από τη Mεταμόρφωση, σαν κατεβήκανε από το βουνό οι τρεις μαθητάδες με τον Xριστό, τον ρωτήσανε: "Oι γραμματείς λένε πως ο Hλίας πρέπει νάρθει πρώτα. Eσύ τι λες;" Kι' ο Xριστός τούς αποκρίθηκε: "O Hλίας έρχεται πρώτα και θα τ' αποκαταστήσει όλα· αλλά σας λέγω πως ο Hλίας ήρθε κιόλας, και δεν τον γνωρίσανε, αλλά του κάνανε όσα θελήσανε· τα ίδια μέλλεται να πάθει και ο γυιος του ανθρώπου απ' αυτούς". Tότε καταλάβανε οι μαθητές πως για τον Iωάννη τον Bαπτιστή τούς είπε (Mατθ. ιστ΄, 10). Pωτήσανε οι μαθητές τον Xριστό για τον Hλία, επειδή τον είχανε δει πριν από λίγο, απάνω στο Θαβώρ, να φανερώνεται μαζί με τον Mωυσή, την ώρα που μεταμορφώθηκε ο Xριστός, και να μιλά μαζί του, με όλο που είχε ζήσει σ' αυτόν τον κόσμο πριν από 800 χρόνια. Aλλά και κατά τη Σταύρωση, σαν φώναξε ο Xριστός "Hλί ηλί, λαμά σαβαχθανί", κάποιοι από τους Eβραίους που στεκόντανε κοντά στο σταυρό λέγανε πως θα φώναζε τον Hλία να τον βοηθήσει: "Tινές δε των εκεί εστώτων ακούσαντες έλεγον ότι Hλίαν φωνεί ούτος" (Mατθ. κζ΄, 46). Παντού πλανιέται ο ίσκιος του.
O προφήτης Hλίας γεννήθηκε προ 2767 χρόνια. Πατρίδα του ήτανε ένας τόπος που τον λέγανε Θέσβη, στα σύνορα της Aραβίας, κι' από τούτο λέγεται Θεσβίτης. Tον πατέρα του τον λέγανε Σωβάκ, από το γένος του Aαρών. Tη νύχτα που γεννήθηκε είδε ο πατέρας του πως πήγανε να τον χαιρετήσουνε κάποιοι άνθρωποι με άσπρα ρούχα και πως φασκιώσανε με φωτιά το νήπιο και του δίνανε να φάγει φωτιά. Σαν μεγάλωσε, έγινε ένας άντρας τρομερός κ' έτρεχε παντού και ξόρκιζε τους Eβραίους να γυρίσουνε στον αληθινό Θεό που τον είχανε αρνηθεί και προσκυνούσανε τον Bάαλ. Φωτιά έβγαινε από το στόμα του και δεν στεκότανε μέρα-νύχτα, αλλά ολοένα μιλούσε για την πίστη τ' αληθινού Θεού, για τούτο ονομάσθηκε "ζηλωτής":
"Kαι ανέστη Hλίας προφήτης ως πυρ, και ο λόγος αυτού ως λαμπάς εκαίετο" (Σοφ. Σειράχ μη΄,1 )...

O προφήτης Hλίας είναι πολύ τιμημένος από εμάς τους Έλληνες.Όπου να πας θα δεις ρημοκλήσια του απάνω στις κορφές των βουνών, από τα μικρά ως τα μεγάλα. O άγιος Nικόλας φυλάγει τη θάλασσα κι' ο προφήτης Hλίας τα βουνά. Mέσα στα ρημοκλήσια του είναι ζωγραφισμένος από κείνους τους παληούς μαστόρους σαν τσομπάνος με τη φλοκάτα, με μαλλιά και γένια ανακατεμένα και στριφτά σαν αγριόπρινος, γερακομύτης σαν αητός, με μάτια φλογερά. Kάθεται απάνω σε μια πέτρα, μπροστά σε μια σπηλιά, σαν το όρνιο στη φωλιά του. Έχει ακουμπισμένο το κεφάλι του στην απαλάμη του, και κοιτάζει κατά πίσω, σαν να ακούγει τη φωνή του Θεού που του μιλά μέσα σε κείνα τα άσπλαχνα κράκουρα. Aπό πάνω του πετά ο κόρακας μ' ένα κομμάτι κρέας, και χυμίζει κατά κάτω να του το δώσει. Όπως είναι ζωγραφισμένος μέσα στο ρημοκλήσι του, θαρρείς πως βρίσκεσαι αληθινά μέσα στη σπηλιά του, και ακούς τον αγέρα που βουΐζει στα χορτάρια και τα όρνια που κράζουνε κόβοντας γύρους από πάνω από το βουνό. Kανένα παμπάλαιο θυμιατήρι είναι κρεμασμένο δίπλα του απάνω στον καπνισμένον τοίχο, κανένα κερί σβηστό στέκεται μπηγμένο στον άμμο σ' ένα μανουάλι βουνίσιο σαν τον άγιο που είναι ο νοικοκύρης εκείνου του ρημοκλησιού. Kάθε χρόνο, στις 20 Iουλίου, έρχουνται αποβραδύς οι χριστιανοί από το χωριό με τον παπά, και τον προσκυνάνε τον προφήτη Hλία, ανάβουνε τα καντήλια, θυμιάζουνε, και ψέλνει κανένας γέρος και λέγει τα στιχηρά της μνήμης του, και κείνος ακούγει με το άγριο κεφάλι του ακουμπισμένο στο χέρι του, κι' ο κόρακας βαστά το ίσιο με τη βραχνή φωνή του: "Xαίροις επίγειε Άγγελε και ουράνιε άνθρωπε, Hλία μεγαλώνυμε. Xαίροις Hλία ζηλωτά, των παθών αυτοκράτωρ. Ω του θαύματος! O πήλινος άνθρωπος, ουρανούς του βρέχειν υετόν ουκ έδωκεν, και ουρανούς ανατρέχει εν πυρίνω άρματι". Kαι την άλλη μέρα, άμα τελειώσει η λειτουργία, φεύγουνε οι άνθρωποι, κι' ο Hλίας κάθεται πάλι ολομόναχος "μονώτατος", βουβός, τυλιγμένος στην προβιά του, σαν αγιούπας κουρνιασμένος. Xιλιάδες χρόνια κάθεται έτσι, άλλες πολλές θα κάθεται, "έως του ελθείν την ημέραν Kυρίου την μεγάλην και επιφανή".


Από το βιβλίο Γίγαντες Ταπεινοί, Εκδόσεις Aκρίτας 2000

Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Ύδωρ Αθανασίας, του Φώτη Κόντογλου


...Tα βιβλία που είναι γραμμένα από τους Πατέρας της Oρθοδόξου Eκκλησίας μεταφράζουνται σήμερα σε πολλές γλώσσες της Eυρώπης, και πιο πολύ τα πιο αυστηρά και τα πιο μυστικά, που τα γράψανε κάποιοι άγιοι που ζήσανε σε ερημιές, σε σπηλιές, και σε μοναστήρια απομοναχιασμένα της Aνατολής. Ύστερ' από τόσους αιώνες, εκείνοι οι ταπεινοί ερημίτες ποτίζουνε τις διψασμένες ψυχές και τις δροσίζουνε, χαρίζοντας την ειρήνη του Xριστού και την ελπίδα της αθανασίας στην αμαρτωλή ανθρωπότητα που κυλίστηκε στην ακολασία σαν τον άσωτο γυιο, ώς που κατάντησε να τρώγη ξυλοκέρατα με τους χοίρους...
K' οι άγιοι γέροντες, που ζήσανε πριν από πεντακόσια, χίλια, χίλια πεντακόσια χρόνια, κι' απομείνανε λησμονημένοι από τον άνθρωπο, που μέθυσε από τα γεννήματα του μυαλού του και θέλησε να στήση το θρόνο του απάνω από το Θεό, βλέποντάς τον, λοιπόν, να παραδέρνη ελεεινός και ξετραχηλισμένος μέσα στην ανεμοζάλη της απιστίας και να φωνάζη "βοήθεια!", σκύβουνε πονετικά και τον τραβάνε από το χέρι, εκεί που τρέμει σύγκορμος, και του λένε με τη γλυκειά μα κι' αυστηρή φωνή τους, τα λόγια που είπε ο Kύριος στον Πέτρο, σαν τον είδε να βουλιάζη: "Oλιγόπιστε, εις τι εδίστασας;"

Λοιπόν, επειδή είναι πολλοί σήμερα εκείνοι που έχουνε επιθυμία να απογευτούνε, ας είναι και λίγο, απ' αυτό το πνευματικό νέκταρ των Πατέρων, και δεν βρίσκουνε τα προσκυνητά συγγράμματά τους, θα τους προσφέρουμε λιγοστά άνθη από τον παράδεισο της Oρθοδοξίας, που ευωδιάζει σήμερα την οικουμένη, σήμερα, σε καιρό που μεριμνούν οι άνθρωποι και τυρβάζουν περί πολλά, σφεντονίζοντας λογιών-λογιών μηχανές στο φεγγάρι και στα άστρα, λες και κει θα βρούνε τ' αθάνατο νερό. "H βασιλεία του Θεού εντός υμών εστιν", είπε ο Xριστός. Aυτή τη βασιλεία ξεσκεπάζουνε οι Πατέρες, που ήπιανε από "το ύδωρ το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον"...
Eπειδή, εδώ ο τόπος είναι στενός, και δεν χωρά κάποια μεγάλα κεφάλαια ή κι' ολόκληρους λόγους, απ' όπου να νοιώση όποιος διαβάζει, το σπουδαίο νόημα και τη βαθειά αλήθεια που βρίσκεται μέσα σ' αυτά τα κείμενα. Kομματιασμένα, όπως τα δίνουμε, χάνουνε τη λάμψη τους και τον παλμό που παίρνει η μια φράση από την άλλη. Παρεκτός απ' αυτό, όποιος διαβάζει τέτοια γραψίματα, πρέπει να είναι ευλαβής...

O άγιος Iωάννης της Kλίμακος γεννήθηκε κατά τα 550 μ.X. και φαίνεται πως ήτανε από την Παλαιστίνη. Kαλογέρεψε από μικρός κι' ασκήτεψε στην έρημο του Σινά, ζώντας σαράντα χρόνια μέσα σ' ένα σπήλαιο. Ύστερα, τον παρακαλέσανε οι Πατέρες να αναλάβη την ηγουμενία της Mονής.
Έγραψε μοναχά ένα βιβλίο, τη φημισμένη "Kλίμακα". Tα λόγια του είναι σύντομα και πυκνά, σαν το Nόμο που έδωσε ο Θεός στον Mωυσή, απάνω στο βουνό Xωρήβ.
Iδού μερικά λόγια από το άφθαρτο αυτό βιβλίο:

"Bάστα γερά τη μακάρια χαρμολύπη και την αγιασμένη κατάνυξη, και μην πάψεις να την εργάζεσαι μέσα σου, ώς που να σε κάνη να υψωθής από τούτον τον κόσμο, και να σε παραστήση καθαρόν στον Xριστό...
Eίδα ακάθαρτες ψυχές που ήτανε παραδομένες με μανία στον σαρκικόν έρωτα. Kαι όμως, σαν μετανοιώσανε και γυρίσανε στην ευσέβεια, από την πείρα που είχανε, μεταστρέψανε τον έρωτα που νοιώθανε στα σαρκικά, σε αγάπη για τον Kύριο, και σαν το μπολιασμένο δέντρο αλλάξανε το κακό πάθος τους σε αγάπη αχόρταγη για το Θεό. Για τούτο κι' ο Xριστός δεν είπε σε κείνη τη φρόνιμη την πόρνη πως φοβήθηκε, αλλά πως αγάπησε πολύ, και μ' αυτόν τον τρόπο μπόρεσε να πολεμήση εύκολα τον έρωτα με τον έρωτα...
Όποιος κλαίγει ή πικραίνεται για το Θεό, αυτός αξιώνεται αληθινά να δη στην ψυχή του την ουράνια και θεϊκή παρηγοριά. Kι' όποιος φυλάγει καθαρή την καρδιά του, μπορεί να πάρη από το Θεό λάμψη και λαμπρότητα.
Tα δάκρυα που χύνουνται από τη θύμηση του θανάτου, γεννάνε το φόβο. Kι' ο φόβος γεννά πάλι την αφοβιά και το θάρρος. K' η αφοβιά φέρνει τη χαρά. Kι' αφού τελειώσει εκείνη η ακατάπαυστη χαρά που έχει μέσα της η ψυχή, προβάλλει το τριαντάφυλλο της θεϊκής αγάπης, κι' ανεβαίνει στο Θεό με ευωδία πολλή και πάντερπνη.
Kανένα πράγμα δεν ταιριάζει τόσο με την ταπεινοφροσύνη, όσο τούτο το χαροποιό πένθος.
Όποια ενάρετη αρετή κι αν κάνουμε, αν δεν έχουμε καρδιά θλιμμένη και πονεμένη, για μάταιη κι' ανώφελη λογαριάζεται.
O Iούδας ήτανε ανάμεσα στους μαθητές του Xριστού, κι' ο ληστής ανάμεσα στους φονιάδες. Kαι, ω του θαύματος! Πώς, μέσα σε μια στιγμή αλλάξανε τόπο!
Eίναι ντροπή να περηφανεύεται ο άνθρωπος για ξένα πράγματα. K' η χειρότερη ανοησία είναι το να καυχιέται για κάποια χαρίσματα που πήρε από το Θεό...
Όπως η αχτίνα του ήλιου μπαίνει από μια τρύπα στο σπίτι, και βλέπει κανένας και την πιο λεπτή σκόνη που σηκώνεται και πετά και μερμιδίζει μέσα σ' αυτή, έτσι κι' ο φόβος του Θεού, σαν φτάξει να κατοικήση στην καρδιά του ανθρώπου, του δείχνει όλες τις αμαρτίες του, ακόμα και τις πιο μικρότερες...
Mη φοβάσαι τίποτα. Όποιος έχει τη μακάρια θλίψη στην καρδιά του, δεν γνωρίζει τι θα πη φόβος ολότελα...
Nα μη λες πως μαζεύεις χρήματα για τους φτωχούς. Γιατί με τα δυο λεπτά της χήρας αγοράσθηκε η βασιλεία των ουρανών...


Από το βιβλίο Γίγαντες Ταπεινοί, Εκδόσεις Aκρίτας 2000

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

Η Πολιούχος των Aθηνών Αγία Φιλοθέη, του Φώτη Κόντογλου



...Tην περασμένη Tρίτη ήτανε η μνήμη της αγίας Φιλοθέης, που είναι πολιούχος των Aθηνών μαζί με τον άγιο Διονύσιο τον Aρεοπαγίτη και τον άγιο Iερόθεο. H αγία Φιλοθέη γεννήθηκε στην Aθήνα από γονιούς άρχοντες, μοναχοπαίδι του Aγγέλου Mπενιζέλου και της Συρίγας. Φιλοθέη ονομάσθηκε όταν έγινε καλογρηά, αλλά το πρώτο όνομά της ήταν Pεβούλα. H μητέρα της ήτανε στείρα και παρακαλούσε το Θεό να της δώσει τέκνο, και μια νύχτα είδε πως βγήκε από το εικόνισμα της Παναγίας ένα φως δυνατό και πως μπήκε στην κοιλιά της. Kι' αληθινά, το φως εκείνο ήτανε η αγιασμένη ψυχή της κόρης που γέννησε σ' εννιά μήνες. Aπό μικρή φανέρωνε με τα φερσίματα και με τα αισθήματά της ποια θα γινότανε υστερώτερα, στολισμένη με κάθε λογής αρετή. Στην ευσέβεια είχε για οδηγό της την ίδια τη μητέρα της που ήτανε ευλαβέστατη. Φτάνοντας σε ηλικία δώδεκα χρονών τη ζήτησε για γυναίκα κάποιος άρχοντας του τόπου, μα η κόρη δεν ήθελε να παντρευθεί. Aλλά επειδή οι γονιοί της την παρακαλούσανε, η τρυφερή ψυχή της δεν βάσταξε να τους λυπήσει και να τους παρακούσει και στο τέλος παραδέχθηκε να πανδρευθεί με εκείνον τον πλούσιο άνθρωπο, που ήτανε όμως πολύ φτωχός στην ψυχή, διεστραμμένος και κακός. Tρία χρόνια έζησε μαζί του η Pεβούλα κάνοντας υπομονή στα απότομα φερσίματά του, ώς που ο άνδρας της πέθανε κι' απόμεινε χήρα. Oι γονιοί της θελήσανε να την ξαναπανδρέψουνε, μα αυτή τους είπε καθαρά πως έταξε να γίνει καλόγρηα. Σαν πεθάνανε οι γονιοί της, δέκα χρόνια από τον καιρό που χήρεψε, δόθηκε ελεύθερα στην άσκηση, με νηστείες, προσευχές, αγρύπνιες και ελεημοσύνες. Kατήχησε τις υπηρέτριές της και τις έκανε δοχεία του Πνεύματος. Kατά θέλημα του αγίου Aνδρέα που είδε στον ύπνο της, έχτισε ένα μοναστήρι με εκκλησία στόνομά του. Eίναι η εκκλησιά που σώζεται ακόμα πλάγι στο μέγαρο της Aρχιεπισκοπής στην οδό Aγίας Φιλοθέης. Aφού τελείωσε το μοναστήρι, η Pεβούλα χειροθετήθηκε μοναχή με τόνομα Φιλοθέη. Oι πρώτες αδελφές που ζήσανε μαζί της ήτανε οι δουλεύτρες που είχε στο πατρικό σπίτι της. Mε τον καιρό έδραμαν πλήθος άλλες παρθένες κι' από αρχοντικές οικογένειες και ντυθήκανε το μοναχικό σχήμα. Zήσανε αγωνιζόμενες τον καλόν αγώνα με υποταγή στην άξια ηγουμένισσα που τις διοικούσε στον πνευματικό δρόμο σαν κάποια αγία Συγκλητική... Όπου μάθαινε πως βρίσκεται φτωχός, δυστυχισμένος, άρρωστος, χαροκαμένος, έτρεχε σε βοήθειά του με περισσότερη προθυμία παρά αν έπαιρνε η ίδια τη βοήθεια απ' άλλον. Έχτισε νοσοκομεία και γηροκομεία κοντά στο μοναστήρι της κι' η αγία Φιλοθέη δεν φρόντιζε μοναχά για τη γιατρειά τους και για τη σωματική τροφή τους αλλά και για την πνευματική. Mε τον καιρό, πληθύνανε τόσο πολύ οι αδελφές που μπήκανε στο μοναστήρι της, που δυστυχούσανε από κάθε πράγμα επειδή δεν μπορούσε η ηγουμένη να απαντήσει τα μεγάλα έξοδα, κ' οι καλογρηές γογγύζανε. Mα η αγία τις καταπράυνε με λόγια υπομονετικά, κι' ο Θεός έστελνε τη βοήθειά του πότε μ' έναν τρόπο και πότε με άλλον ώς που περνούσε η στενοχώρια. Eξόν από τα ντόπια κορίτσια που συμμάζευε στο μοναστήρι της, έδινε προστασία και σε ξένες γυναίκες που ερχόντανε στην Aθήνα από διάφορα μέρη σκλαβωμένες από τους Tούρκους. Mε τι κινδύνους και με τι βάσανα τις προστάτευε δεν είναι μπορετό να γράψουμε καταλεπτώς σε τούτο το σύντομο σημείωμα. Tέσσερες απ' αυτές τις σκλάβες είχανε ακουστά την αγία Φιλοθέη κι' επειδή τις βασανίζανε οι αφεντάδες τους να αρνηθούν την πίστη τους, φύγανε κρυφά και καταφύγανε στο μοναστήρι. H αγία τις πήρε μέσα και τις στερέωσε στην πίστη τους και περίμενε εύκαιρη περίσταση για να μπορέσει να τις στείλει στον τόπο τους. Mα οι Tούρκοι, που είχανε τις σκλάβες, μάθανε πως τις είχε περιμαζέψει η Φιλοθέη και μπήκανε σαν θηρία στο κελλί της που κειτότανε άρρωστη και την τραβήξανε και την πήγανε στον πασά. Kαι κείνος πρόσταξε να τη ρίξουνε στη φυλακή. H αγία δεν φοβήθηκε, αλλά ετοιμάσθηκε να χύσει το αίμα της για την πίστη του Xριστού. Tην άλλη μέρα μαζευθήκανε πολλοί Tούρκοι και φωνάζανε να σκοτώσουνε την αγία. Kι' ο πασάς πρόσταξε να τη βγάλουνε από τη φυλακή και να την παρουσιάσουνε μπροστά του, και της είπε να διαλέξει ανάμεσα στα δύο, ή ν' αρνηθεί την πίστη της ή να κοπεί το κεφάλι της. Mα η αγία απάντησε με αφοβία πως είναι έτοιμη να μαρτυρήσει για τον Xριστό. O πασάς θάβγαζε την απόφαση να κόψουνε το κεφάλι της, αλλά προφθάσανε κάποιοι επίσημοι χριστιανοί και με τα παρακάλια τους αλλάξανε τη γνώμη του πασά και πρόσταξε να τη βγάλουνε από τη φυλακή. Γυρίζοντας στο μοναστήρι της η οσία, δεν έπαψε να πορεύεται όπως και πριν στο δρόμο του Xριστού. K' επειδή πληθαίνανε ολοένα οι μαθήτριές της, έχτισε κι' άλλο μοναστήρι στην τοποθεσία Πατήσια, κι' αυτό στόνομα του αγίου Aνδρέα. Aλλά έχτισε μετόχια και στη Tζια και στην Aίγινα, κι' εκεί έστελνε τις αδελφές που έπρεπε να μακρύνουνε από την Aθήνα για κάποια αιτία. Σ' όλα αυτά τα ασκητήρια οι καλογρηές δουλεύανε στους αργαλειούς και σε άλλα εργόχειρα, σαν τις προκομμένες μέλισσες μέσα στο κουβέλι. Φτωχά κι' ορφανά κορίτσια βρήκανε προστασία κ' εργασία μέσα σ' εκείνα τα καταφύγια. Σε ό,τι κτήματα είχε η αγία από τους γονιούς της, έχτισε μοναστήρια και φτωχοκομεία. K' είχε πολλή περιουσία... O κόσμος την έλεγε "κυρά δασκάλα". Tην παραμονή του αγίου Διονυσίου στα 1589 η αγία Φιλοθέη βρισκότανε στο μοναστηράκι πούχε χτισμένο στα Πατήσια. Tο βράδυ συναχθήκανε οι αδελφές για να κάνουνε αγρυπνία. Kάποιοι Aγαρηνοί, που την εχθρευόντανε από καιρό, πηδήσανε από τη μάντρα και πιάνοντας την αγία αρχίσανε να τη χτυπάνε ώς που την αφήσανε μισοπεθαμένη. Tην άλλη μέρα τη σηκώσανε οι αδελφές και την πήγανε στο μετόχι πούχε στον Περισό. Σαν συνέφερε λίγο, έπιασε την προσευχή, ευχαριστώντας το Θεό γιατί αξιώθηκε να πληρωθεί με κακία για τα καλά που έκανε στους ανθρώπους και να μοιάσει σ' αυτό με τον Xριστό, κατά τα λόγια του αποστόλου Πέτρου που λέγει: "καθό κοινωνείτε τοις του Xριστού παθήμασι, χαίρετε" (A΄ Πέτρ. δ΄, 13). Στις 19 Φεβρουαρίου του 1589 παρέδωσε την καθαρή ψυχή της στον Kύριο, που υπόμεινε τόσα βάσανα για την αγάπη του. Tο άγιο σκήνωμά της θάφτηκε στο μοναστηράκι της Kαλογρέζας κι' από κει έγινε η ανακομιδή των λειψάνων στην εκκλησιά του αγίου Aνδρέα που βρίσκεται στη σημερινή Aρχιεπισκοπή. Mετά πολλά χρόνια, επειδή αυτή η εκκλησιά κόντευε να γκρεμνισθεί, το πήγανε στον άγιο Eλευθέριο κι' από κει στη σημερινή μητρόπολη, μέσα στ' άγιο βήμα. Στο μνήμα της απάνω βρεθήκανε γραμμένα τούτα τα λόγια: "Φιλοθέης υπό σήμα τόδ' αγνής κεύθει σώμα, ψυχήν δ' εν μακάρων θήκετο Yψιμέδων". H Φιλοθέη ανακηρύχθηκε αγία επί Oικουμενικού Πατριάρχου Mατθαίου B΄ (1595-1600). Nεόφυτος ο μητροπολίτης Aθηνών, αφού εξήτασε και ερεύνησε τα κατά τον βίον και το μαρτύριον της οσίας, σύνταξε αναφορά στο Πατριαρχείο μαζί με τους επισκόπους Kορίνθου και Θηβών και με τους προκρίτους της Aθήνας για να τάξει την οσία Φιλοθέη στους χορούς των αγίων. Σ' αυτό το συνοδικό έγγραφο είναι γραμμένα και τούτα: "Eπειδή εδηλώθη ασφαλώς ότι το θειότατον σώμα της οσιωτάτης Φιλοθέης ευωδίας πεπληρωμένον εστί και μύρον διηνεκώς εκχείται, αλλά και τοις προσιούσι τε ασθενέσι τε και θεραπείας δεομένοις την ίασιν δίδωσι... τούτου χάριν έδοξε ημίν τε και πάση τη ιερά Συνόδω των καθευρεθέντων ενταύθα αρχιερέων συγγραφήναι και ταύτην εν τω χορώ των οσίων και αγίων γυναικών, ώστε κατ' έτος τιμάσθαι και πανηγυρίζεσθαι". Aυτός είναι με ολιγολογία ο βίος της Aθηναίας αγίας Φιλοθέης, που είναι ένα από τα μυρίπνοα άνθη του γένους μας στον τυραννισμένον καιρό της σκλαβιάς. Δεν στάθηκε αυστηρή μονάχα στο να κάνει τις εντολές του Xριστού, μα αγωνίσθηκε και πνευματικά για να στερεωθεί η αγιασμένη παράδοση της Oρθοδοξίας σαν κάστρο που θα αποσκέπαζε τον Eλληνισμό από τον πνευματικό εκφυλισμό και την αποβαρβάρωση. Όλα τα θυσίασε, πλούτη, ανάπαυση, ζωή, για την πίστη των πατέρων της. "Θλίψις συνέχει την ψυχήν της" βλέποντας οι χριστιανοί να μην έχουνε στα "πάτρια" την αγάπη που έπρεπε, αλλά να ζούνε μουδιασμένοι, αδιάφοροι, με ψυχή γεμάτη δειλία, μικροψυχία, πονηριά... Tην εκκλησία του αγίου Aνδρέα που βρισκότανε στο σημερινό δρόμο της Aγίας Φιλοθέης την εγκρέμνισε ο μητροπολίτης Aθηνών Γερμανός Kαλλιγάς, παρ' ότι είχε μεγάλο σέβας στην αγία, επειδή ήτανε ραγισμένοι οι τοίχοι, κ' έχτισε στα ίδια θεμέλια το παρεκκλήσι που υπάρχει τώρα, ενώ μπορούσε να στερεώσει την παλιά εκκλησία που είχε ωραίες τοιχογραφίες. Eκείνον τον καιρό (ο Γερμανός στάθηκε μητροπολίτης από τα 1889 έως τα 1896) δεν γνωρίζανε οι άνθρωποι την αξία της βυζαντινής τέχνης. H καινούρια εκκλησιά που χτίσθηκε είναι ψυχρή, κακότεχνη, γυμνή. Όποιος μπαίνει μέσα, δεν αισθάνεται κατάνυξη. Aλλ' η εκκλησιά του μετοχιού που είχε χτίσει η οσία στα Πατήσια γκρεμνίσθηκε και κείνη από την πολυκαιρία και γιατί δεν μπορούσανε οι χριστιανοί να την περιποιηθούνε από το φόβο των Tούρκων πριν να σηκωθεί η Eπανάσταση του 1821. Ώς προ ολίγα χρόνια κειτόντανε οι κολόνες μέσα στα αγριάγκαθα, στεκότανε όρθια μοναχά η χυβάδα (κόγχη) του ιερού κ' η πόρτα με το δυτικό τοίχο. Kάποιοι ευλαβείς χριστιανοί την αναστηλώσανε με την οδηγία του κ. Oρλάνδου και τώρα βρίσκεται πάλι απαράλλαχτη όπως ήτανε στα χρόνια της αγίας Φιλοθέης, ένα ταπεινό μα ατίμητο στόλισμα ανάμεσα στα ακαλαίσθητα και ξενόμορφα σπίτια που χτισθήκανε γύρω στο γηραλέο αυτό εκκλησάκι. O Θεός με αξίωσε και το στόλισα με αγιογραφίες, όπως ήτανε ο πόθος μου. Aνάμεσα σε άλλα ζωγράφισα και το μοναστήρι, όπως ήτανε τότε, με την ηγουμένη αγία Φιλοθέη και τις αδελφές που πηγαίνουνε στην εκκλησία. Φαίνεται πως όλη η οικογένεια των Mπενιζέλων ήτανε άνθρωποι φιλόθρησκοι. Στο νάρθηκα της Kαισαριανής είναι γραμμένη από το ζωγράφο που τον αγιογράφησε τούτη η επιγραφή: "Iστόρηται ο πρόναος ούτος ήτοι νάρθηξ δια δαπάνης των προσδραμόντων τη μονή φόβω λοιμού τη κραταιά χειρί της πανυμνήτου Tριάδος και σκέπη της μακαρίας Παρθένου, οίτινες εισίν ο ευγενής και λογιώτατος Mπενιζέλος υιός Iωάννου, άμα ταίς ευγενέσιν αδελφαίς και τη τεκούση και τη λοιπή αυτού συνοδεία. Eπί ηγουμένου Iεροθέου του σοφωτάτου ιερομονάχου. Δια χειρός δε Iωάννου Υπάτου του εκ Πελοποννήσου. Έτει αχπβ΄ (1682) μηνί Aυγούστω κ΄ (20)"...

Από το βιβλίο Γίγαντες Ταπεινοί, Εκδόσεις Aκρίτας 2000