Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Και κρύβομαι στο αντίο..


Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Ἂν Σίμων ἦς Κυρηναῖος...


Ἂν Σίμων ἦς Κυρηναῖος͵ τὸν σταυρὸν ἆρον καὶ ἀκολούθησον. 
Ἂν συσταυρωθῇς ὡς λῃστής͵ ὡς εὐγνώμων τὸν Θεὸν γνώρισον· εἰ κἀκεῖνος μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθη διὰ σὲ καὶ τὴν σὴν ἁμαρτίαν͵ σὺ γενοῦ δι΄ ἐκεῖνον ἔννομος. 
Προσκύνησον τὸν διὰ σὲ κρεμασθέντα καὶ κρεμάμενος κέρδανόν τι καὶ παρὰ τῆς κακίας· ὤμνησαι τῷ θανάτῳ τὴν σωτηρίαν· εἰς τὸν παράδεισον εἴσελθε μετὰ Ἰησοῦ͵ ὥστε μαθεῖν ὧν ἐκπέπτωκας· 
Τὰ ἐκεῖ κάλλη θεώρησον· τὸν γογγυστὴν ἄφες ἀποθανεῖν ἔξω͵ μετὰ τῆς βλασφημίας. 
Κἂν Ἰωσὴφ ᾖς ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας͵ αἴτησαι τὸ σῶμα παρὰ τοῦ σταυροῦντος· σὸν γενέσθω τὸ τοῦ κόσμου καθάρσιον. 
Κἂν Νικόδημος ᾖς͵ ὁ νυκτερινὸς θεοσεβής͵ μύροις αὐτὸν ἐνταφίασον. 
Κἂν Μαρία τις ᾖς κἂν ἡ ἄλλη Μαρία κἂν Σαλώμη κἂν Ἰωάννα͵ δάκρυσον ὀρθρία. Ἴδε πρώτη τὸν λίθον ἡρμένον͵ τυχὸν δὲ καὶ τοὺς ἀγγέλους καὶ Ἰησοῦν αὐτόν. Φθέγξαι τι· φωνῆς ἄκουσον. Ἂν ἀκούσῃς, Μή μου ἅπτου͵ πόῤῥω στῆθι͵ σεβάσθητι τὸν Λόγον͵ ἀλλὰ μὴ λυπηθῇς. Οἶδε γὰρ οἷς ὀφθῇ πρῶτον.

Ἐγκαίνισον τὴν ἀνάστασιν· τῇ Εὔᾳ βοήθησον͵ τῇ πρώτῃ πεσούσῃ͵ τῇ πρώτῃ Χριστὸν ἀσπάσασθαι καὶ γνωρίσαι τοῖς μαθηταῖς. 
Γενοῦ Πέτρος ἢ Ἰωάννης· ἐπὶ τὸν τάφον ἐπείχθητι͵ ἀντιτρέχων͵ συντρέχων͵ τὴν καλὴν ἅμιλλαν ἁμιλλώμενος. Κἂν προληφθῇς τῷ τάχει͵ τῇ σπουδῇ νίκησον μὴ παρακύψας εἰς τὸ μνημεῖον͵ ἀλλ΄ ἔνδον γενόμενος. 
Κἂν ὡς Θωμᾶς ἀπολειφθῇς͵ τῶν μαθητῶν συνηγμένων͵ οἷς Χριστὸς ἐμφανίζεται͵ ὅταν ἴδῃς͵ μὴ ἀπιστήσῃς· κἂν ἀπιστήσῃς͵ τοῖς λέγουσι πίστευσον· εἰ δὲ μηδὲ τούτοις͵ τοῖς τύποις τῶν ἥλων πιστώθητι. 
Ἂν εἰς ᾅδου κατίῃ͵ συγκάτελθε. Γνῶθι καὶ τὰ ἐκεῖσε τοῦ Χριστοῦ μυστήρια͵ τίς ἡ οἰκονομία τῆς διπλῆς καταβάσεως͵ τίς ὁ λόγος· ἁπλῶς σώζει πάντας ἐπιφανεὶς ἢ κακεῖ τοὺς πιστεύοντας.

Κἂν εἰς οὐρανοὺς ἀνίῃ͵ συνάνελθε· γενοῦ μετὰ τῶν παραπεμπόντων ἀγγέλων ἢ τῶν δεχομένων. Ἀρθῆναι ταῖς πύλαις διακέλευσαι͵ ὑψηλοτέραις γενέσθαι͵ ἵν΄ ἐκ τοῦ παθεῖν ὑψηλότερον δέξωνται. Ἀπόκριναι τοῖς ἀποροῦσι διὰ τὸ σῶμα καὶ τὰ τοῦ Πάθους σύμβολα͵ οἷς μὴ κατελθὼν συνανέρχεται καὶ διὰ τοῦτο πυνθανομένοις· 
Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης; ὅτι Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατὸς ἐν πᾶσί τε οἷς ἀεὶ πεποίηκε καὶ ποιεῖ καὶ τῷ νῦν πολέμῳ καὶ τροπαίῳ περὶ τῆς ἀνθρωπότητος· καὶ δὸς τῷ διπλῷ τῆς ἐρωτήσεως διπλῆν τὴν ἀπόκρισιν. 
Κἂν θαυμάζωσι͵ λέγοντες͵ κατὰ τὴν Ἡσαΐου δραματουργίαν· Τίς οὗτος ὁ παραγενόμενος ἐξ Ἐδὼμ καὶ τῶν γηίνων; ἢ Πῶς ἐρυθρὰ τὰ ἱμάτια τοῦ ἀναίμου καὶ ἀσωμάτου͵ ὡς ληνοβάτου͵ καὶ πλήρη ληνὸν πατήσαντος; προβαλοῦ τὸ ὡραῖον τῆς στολῆς τοῦ πεπονθότος σώματος͵ τῷ Πάθει καλλωπισθέντος καὶ τῇ Θεότητι λαμπρυνθέντος͵ ἧς οὐδὲν ἐρασμιώτερον͵ οὐδὲ ὡραιότερον.

Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΜΕ' Εις το Άγιον Πάσχα

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

Διὰ τοῦτο Μεγάλη καλεῖται Ἑβδομάς..

Περάσαμε πιὰ τὸ πέλαγος τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Καὶ τώρα στεκόμαστε μπροστὰ στὴ θύρα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ὁποῦ ὀνομάζεται Μεγάλη ὄχι γιατί εἶναι μεγαλύτερη, ἢ ἔχει περισσότερες μέρες, ἀλλὰ «ἐπειδὴ μεγάλα ἡμῖν γέγονεν ἐν αὐτῇ παρὰ τοῦ Δεσπότου κατορθώματα. Καὶ γὰρ ἐν αὐτῇ τῇ ἑβδομάδι τῇ Μεγάλῃ, ὅπως λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἡ χρονία τοῦ διαβόλου κατελύθη τυραννίς· ὁ θάνατος ἐσβέσθη· ὁ ἰσχυρὸς ἐδέθη· τὰ σκεύη αὐτοῦ διηρπάγη· ἁμαρτία ἀνηρέθη· ἡ κατάρα κατελύθη· ὁ Παράδεισος ἀνεώχθη· ὁ Οὐρανὸς βάσιμος γέγονεν· ἄνθρωποι ἀγγέλοις ἀνεμίγησαν· τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ ἤρθη· τὸ θριγγίον περιηρέθη· ὁ τῆς εἰρήνης Θεὸς εἰρηνοποίησε τὰ ἄνω καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς· διὰ τοῦτο Μεγάλη καλεῖται Ἑβδομάς».

Ὄντως φοβερὰ αὐτῆς τῆς ἑβδομάδος τὰ Μυστήρια! Ὅλη ἡ ποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ὅλη ἡ δόξα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα πηγάζουν. Ἀπ᾿ τὸν καιρὸ πού, μαθητούδια ἀκόμη, παίρναμε ἀπ᾿ τὸ ζεστὸ χέρι τῆς μάνας μας τὴ σύνοψη καὶ τὸ κερί, ποὺ καθὼς ἦταν ἁγνὸ μοσκοβολοῦσε σὰν λιβάνι ὅταν ἔκαιγε, καὶ πηγαίναμε στὶς ἀκολουθίες τοῦ Νυμφίου, ἢ στὶς Μεγάλες Ὧρες τῶν Παθῶν, τῆς Μεγ. Πέμπτης καὶ τῆς Μεγ. Παρασκευῆς, ὅπου κλαίγαμε ἀπὸ καρδιᾶς μπρὸς στὸν Ἐσταυρωμένο, καθὼς ἀποθέταμε μὲ τρέμοντα δάχτυλα τὰ παρθενικὰ ἀγριολούλουδα, ποὺ μὲ μίαν ὁλόζεστη λαχτάρα τρέχαμε νὰ μάσουμε στοὺς κήπους καὶ στὰ χωράφια· ἀπ᾿ τὰ μικρά μας ἐκεῖνα χρόνια, ποὺ προσμέναμε νά ῾ρθει ἡ ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γιὰ νὰ δεχτοῦμε ὕστερα καὶ τὴν Ἀνάσταση, μέχρι τὰ γηρατειά μας τὰ βαθιά, αὐτὴ ἡ Ἑβδομάδα εἶναι ποὺ μᾶς κρατάει συντροφιὰ μὲ τὸν πόνο της, μὲ τὰ δάκρυά της, μὲ τὴ λύπη της, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐφροσύνη τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ ἀκολουθεῖ.

Κι αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη φιλοσοφία τῆς ζωῆς, ποὺ ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας τὴν δίνει μὲ τὸν πιὸ ὡραῖο, ἁπλὸ καὶ κατανυκτικὸ τρόπο στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Καὶ εἶναι ἀλήθεια, ὅτι αὐτὴ ἡ φιλοσοφία, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ θεολογία τοῦ Σταυροῦ, δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ κανεὶς νὰ τὴν ἀφομοιώσει καὶ νὰ τὴν κατανοήσει ἔξω ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸ περίβολο, ἔξω ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὁ Σταυρὸς ἢ ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα γίνεται λογοτεχνία, γίνεται θέατρο ἢ κινηματογράφος, γίνεται στοχαστικὴ διάλεξη ἢ δημοσιογραφικὸ ἄρθρο, γίνεται εὐκαιρία γιὰ νὰ δοκιμάσει κανεὶς τὶς ἱκανότητές του μ᾿ ἕναν τρόπο – ὁποιοδήποτε – ἐπάνω σ᾿ ἕνα σοβαρὸ θέμα. Καὶ μόνο μέσα ἀπὸ τὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ φτάσει στὴν κορφὴ τῆς πνευματικῆς φιλοσοφίας καὶ στὴ δόξα τῆς Ἀναστάσεως, ἀνεβαίνοντας τὸν ἀνηφορικὸ δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ καὶ περνώντας πνευματικὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἀγωνία τῆς Σταυρώσεως.

Ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός, ὅλη τὴν Ἑβδομάδα ἔχει ἕνα μεγάλο δρόμο νὰ ὁδοιπορήσει. Μεγάλο, ὄχι μὲ τὶς ἐξωτερικές, ἀλλὰ μὲ τὶς ἐσωτερικὲς διαστάσεις. Ἕνα δρόμο, ποὺ περπάτησε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ναί, κι ἂς μὴ φανεῖ σὲ κανέναν αὐτὸ τὸ πράγμα παράδοξο. Ἂν δὲν «συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν», δὲν θὰ μπορέσουμε οὔτε τὴ Μεγαλοβδομάδα νὰ νιώσουμε, οὔτε καὶ στὴν Ἀνάσταση νὰ φτάσουμε μαζί του. Σ᾿ αὐτὸ τὸ δρόμο, ποὺ βρίσκεται πάντα κάτω ἀπ᾿ τὴ σκιὰ τοῦ Σταυροῦ, καὶ ἀντικρύζει στὸ βάθος τὸ φωτεινὸ λόφο τῆς Ἀναστάσεως, οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔβαλαν μερικὰ σημάδια σὰν ὁρόσημα, ποὺ μᾶς βοηθοῦν κι αὐτὰ μ᾿ ἕναν εἰδικὸ τὸ καθένα τρόπο, γιὰ νὰ πετύχουμε τὸ σκοπό μας...

Ὤ! Εὐτυχισμένοι καὶ τρισμακάριοι, ὅσοι μπορέσουν ν᾿ ἀφήσουν τὶς βιοτικές τους μέριμνες αὐτὲς τὶς μέρες, κι ἀρχίσουν ἀπὸ τώρα, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὥρα κιόλας, τὴν εὐλογημένη πορεία δίπλα στὸν πορευόμενο πρὸς τὸ Πάθος Χριστό! «Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν, καὶ νεκρωθῶμεν δι᾿ αὐτόν, ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς», «ἵνα μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».

Παντελής Πάσχος

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα..


Τα λόγια που θα διαβάσετε πιό κάτω, τα απηύθυνε ένας φωτισμένος δάσκαλος στους μαθητές του, στο 2ο ΕΠΑΛ Αχαρνών για την επέτειο της 25ης Μαρτίου. 




Σκέφτηκα να σου μιλήσω για τον Καραϊσκάκη, 
Αλλά το μυαλό σου θα πάει στο γήπεδο.


Σκέφτηκα να σου μιλήσω για το 21, 
Αλλά ο νους σου θα πάει στην Ορίτζιναλ. 


Συλλογίστηκα πολύ, για να καταλήξω αν αξίζει 
Να σε ταλαιπωρήσω για κάτι τόσο μακρινό, τόσο ξένο. 


Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα 
Τι να λένε σε σένα, Σε εσένα που βιάζεσαι να φύγεις, 
Να πας για τσιγάρο, για καφέ ή για κάτι άλλο. 


Θα σου μιλήσω λοιπόν προσωπικά. 
Εγώ ο δάσκαλος που δούλεψα ένα χρόνο σε αυτό το σχολείο 
Και σε δεκαπέντε μέρες φεύγω για αλλού 
Σε εσένα που είσαι εδώ ένα, δύο, τρία 
'Η και περισσότερα χρόνια, 


Θα σου μιλήσω σταράτα 
Για να σου εκφράσω δυο σκέψεις μου. 
Οι μαθητές που συνάντησα μέσα στις τάξεις, 
Οι μαθητές που δίδαξα φέτος 
Στην συντριπτική τους πλειονότητα με σεβάστηκαν, 
Αν και δεν ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του μαθήματος. 


Πολλοί όμως από τους υπόλοιπους μαθητές 
Δε με σεβάστηκαν, με προσέβαλαν κατ' επανάληψη. 
Με έργα, με λόγια, με ύβρεις, 
Δείχνοντας ένα χαρακτήρα και ένα ήθος 
Που με σόκαρε, που με έβαλε σε μελαγχολικές σκέψεις. 


Αυτό το φαινόμενο αποδεικνύει 
Πως κάτι σάπιο υπάρχει σε αυτό το σχολείο, 
Πως εκτός του γνωστικού ελλείμματος 
Το συγκεκριμένο σχολείο χωλαίνει δραματικά 
Και στο ηθικοπλαστικό του έργο, 
Στη διαμόρφωση δηλαδή των μαθητικών ψυχών και πνευμάτων. 


Και η ευθύνη για αυτήν την αποτυχία 
Είναι ευθύνη αποκλειστικά δική μας, 
Των δασκάλων σας και των γονιών σας. 


Δεν έχουμε κατορθώσει να σας δείξουμε 
Πως χωρίς αρχές η ζωή σας αύριο θα είναι μια κόλαση, 
Πως χωρίς όνειρα και στόχους θα χρειαστείτε υποκατάστατα.


Θα καταφύγετε πιθανόν σε επιλογές που θα σας ξεφτιλίσουν, 
Θα σας κάνουν να σιχαίνεστε τον εαυτό σας, 
Θα σας γεμίσουν τη ζωή πλήξη και κούραση, 
Θα σας γεράσουν πρόωρα. 


Αν όμως θέλετε μια συμβουλή από ένα δάσκαλο, 
Σκεφτείτε το παράδειγμα του Μακρυγιάννη, 
Που έφτασε αγράμματος μέχρι τα πενήντα σχεδόν, 
Για να καταλάβει τότε πως η μόρφωση, η καλλιέργεια 
Ηταν το όπλο που έλειπε από την προσωπική του θήκη.. 
Και κάθισε με πολλή δυσκολία και χωρίς δάσκαλο 
Και έμαθε πέντε κολλυβογράμματα, 
Για να μας πει την ιστορία του βίου του, 
Το παραμύθι της επανάστασης των υπόδουλων Ρωμιών. 


Αυτό το παράδειγμα είναι για σένα το πιο κατάλληλο, 
Και μπορείς τριάντα χρόνια νωρίτερα από το στρατηγό Μακρυγιάννη 
Να ακολουθήσεις το δρόμο που εκείνος έδειξε, 
το μονοπάτι της καλλιέργειας, 
το δρόμο της παιδείας, 
τη λεωφόρο της προσωπικής σου προκοπής.

Δεν είστε σε τίποτε λιγότερο ικανοί από τον μπάσταρδο 
γιο της καλογριάς, τον Αρβανίτη Γιώργη Καραϊσκάκη. 
Ηταν κι αυτός αθυρόστομος σαν κι εσάς, 
Αλλά είχε αυτό που από τα αλβανικά μάθαμε σαν μπέσα, 
Ηταν πάνω απ' όλα μπεσαλής. 
Αυτό θα 'θελα να έχετε κι εσείς. 
Υπευθυνότητα, μπέσα, τσίπα. 
Να αναλαμβάνετε τις ευθύνες σας, 
Να απεχθάνεστε την υποκρισία, να σιχαίνεστε το συμφέρον, 
Να μισείτε το ψέμα και την ευθυνοφοβία. 


Η αγάπη για τον τόπο του, η λατρεία για την πατρίδα του 
Ηταν αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του Νικήτα Σταματελόπουλου, 
του Νικηταρά. 
Αγωνίστηκε στη διάρκεια της επανάστασης, 
Συνέβαλε στην απελευθέρωση της πατρίδας του 
Κι έπειτα φυλακίστηκε, 
Για να χαθεί σ' ένα στενοσόκακο του Πειραιά, 
Σχεδόν τυφλωμένος, πάμπτωχος και εγκαταλειμμένος από όλους, 
Δεν ζήτησε τίποτε από την ελεύθερη Ελλάδα 
Κι όταν οι γύρω του τον παρακινούσαν να απαιτήσει 
Από την κυβέρνηση μια πλούσια σύνταξη, 
Απαντούσε πως η πατρίδα τον αμείβει πολύ καλά, 
Λέγοντας ψέματα, για να μην προσβάλει την πατρίδα του. 
Είναι δύσκολο, το κατανοώ, το παράδειγμα του Νικηταρά. 
Αλλά νομίζω πως κι εσείς είστε ικανοί για τα δύσκολα, 
Μπορείτε να ακολουθήσετε το δρόμο της αξιοπρέπειας, 
Να προσπαθήσετε τίμια και με αγωνιστικότητα 
Για εσάς και για το μέλλον της οικογένειας που αύριο θα κάνετε. 


Ξέρω, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι 
Πως σας προτείνω μια διαδρομή ζωής δύσκολη και απαιτητική, 
Οταν δίπλα σας κυριαρχεί ο εύκολος δρόμος 
των γονιών, των δασκάλων, των πολιτικών, 
της εποχής στην οποία μεγαλώνετε. 


Ομως κάθε εποχή ελπίζει στους νέους της, 
Περιμένει από αυτούς να σηκώσουν ψηλά 
Και με επιτυχία τη σημαία του αγώνα 
και να οδηγήσουν την πατρίδα τους, τον τόπο τους 
σε καλύτερες μέρες, σε πιο φωτεινές σελίδες. 


Κι όταν βλέπω την εποχή μας 
Να μαραζώνει χωμένη στην αλλοτρίωση, 
Να ξεψυχά από την τηλεοπτική ανία, 
Να μουχλιάζει από το κυνήγι της ευκολίας, 
Μόνο σε εσάς ελπίζω, 
Στην ειλικρινή σας διάθεση 
να αγωνιστείτε, 
να αντισταθείτε, 
να πολεμήσετε, 
να νικήσετε. 
Μη μας απογοητεύσετε. 

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Κραυγές και Ψίθυροι...



Μια μέρα, ένας σοφός Ινδός έκανε την παρακάτω ερώτηση στους μαθητές του:
-"Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;"
-"Γιατί χάνουν την ηρεμία τους" απάντησε ο ένας.
-"Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν παρότι ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους;" ξαναρωτά ο σοφός.
-"Ξεφωνίζουμε, όταν θέλουμε να μας ακούσει ο άλλος"
είπε ένας άλλος μαθητής Και ο δάσκαλος επανήλθε στην ερώτηση: "Μα τότε δεν είναι δυνατόν να του μιλήσει με χαμηλή φωνή;
Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά.. καμιά δεν ικανοποίησε τον δάσκαλο..
"Ξέρετε γιατί ουρλιάζουμε κυριολεκτικά όταν είμαστε θυμωμένοι;
Γιατί όταν θυμώνουν δύο άνθρωποι, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ..
και για να μπορέσει ο ένας να ακούσει τον άλλο θα πρέπει να φωνάξει δυνατά, για να καλύψει την απόσταση.. Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιο δυνατά θα πρέπει να φωνάξουν για ν'ακουστούν.

Ενώ αντίθετα τι συμβαίνει όταν είναι ερωτευμένοι;
Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνήσουν, κάθε άλλο, μιλούν σιγανά και τρυφερά..
Γιατί; Επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ πολύ κοντά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη. Μερικές φορές είναι τόσο κοντά που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν... παρά μονάχα ψιθυρίζουν.
Και όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν, τους αρκεί να κοιταχθούν.
 Έτσι συμβαίνει όταν δύο άνθρωποι που αγαπιούνται  πλησιάζουν ο ένας προς τον άλλον.
Στο τέλος ο Σοφός είπε συμπερασματικά:
"Όταν συζητάτε μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν, μην λέτε λόγια που σαν απομακρύνουν, γιατί θα φτάσει μια μέρα που η απόσταση θα γίνει τόσο μεγάλη που δεν θα βρίσκουν πια τα λόγια σας το δρόμο του γυρισμού"

Mahatma Gandhi

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Αχ! Πατρίδα μου γλυκιά, του Γ.Μπέζου


Έχουμε όλοι μας προσέξει -φαντάζομαι- ότι η λέξη «πατρίδα» σημαίνει για τους νεώτερους αλλά και για πολλούς γεροντοεφήβους, οπισθοδρόμηση, συντηρητισμό, χούντα, εμβατήρια, σχολικές γιορτές κλπ κλπ.

Αυτό συμβαίνει διότι -κατά τη γνώμη μου- υπάρχει άρνηση να καταπιαστούμε με την έρευνα του τί εννοεί η λέξη. Στο γενικότερο πλαίσιο, λοιπόν, της ραθυμίας και της δήθεν προοδευτικότητας που μαστίζουν τη χώρα μας, πετάμε εύκολα στον σκουπιδοτενεκέ ό,τι αγνοούμε και κυρίως ό,τι μας φοβίζει.

Φυσικά με την πρώτη δυσκολία το βρίσκουμε πάλι μπροστά μας… Πατρίδα δεν είναι τα γεωγραφικά μας σύνορα. Είναι ο τρόπος που ζούμε, που σκεπτόμαστε, που αισθανόμαστε, που χαιρόμαστε για πράγματα της καθημερινότητας, είναι η γλώσσα που χρησιμοποιούμε και που μας δένει σαν παλαμάρι με το παρελθόν και τον υπόλοιπο κόσμο, είναι η πίστη που συνομολογούμε και που αφορά στον καθένα ξεχωριστά, είναι ο τρόπος που θρηνούμε τους νεκρούς μας, είναι οι ματιές μας που ακουμπούν μεταξύ τους με έναν ιδιαίτερο τρόπο.

Είναι όλη η ιστορία του τόπου μας που επιδεικτικά αγνοούμε. Είναι το κλίμα. Είναι ο αέρας που αναπνέουμε. Υπερασπίζομαι ή έστω αγαπώ την πατρίδα μου δεν σημαίνει ότι κάνω αγγαρεία για το κράτος. Το κράτος είναι απρόσωπο. Ο πολίτης έχει (είναι πρόσωπο) και υποχρεούται να μάχεται για τον τόπο του και για τον τρόπο που επέλεξε να ζει. Οι έλληνες βλέπουν την Ελλάδα ως «φιλέλληνες» έλεγε ο Γιάννης Τσαρούχης. Είχε επικίνδυνα δίκιο.

Θυμίζω ότι ο μέγας Αισχύλος στον τάφο του δεν ζήτησε να γράψουν ότι ήταν ο δημιουργός της Ορέστειας. Ζήτησε να γράψουν ότι πολέμησε στη μάχη του Μαραθώνα. Μια μάχη που  γιορτάσαμε με θόρυβο, αγνοώντας φυσικά την σημασία της.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Στο ναό, της Μάρως Βαμβουνάκη



Ακούω τα ισπανικά λόγια του ιερέα και δυσκολεύομαι να νιώσω την κατάνυξη που αισθανόμαι στους δικούς μας εσπερινούς.

Δεν είναι προκατάληψη. Οσο περισσότερο εκκλησιάζομαι στην Ορθοδοξία, τόσο με κερδίζει. Μέσα εδώ μού λείπει η δική μας αισθητική: Το θερμό ημίφως, τα σοβαρά μάτια των εικόνων μας που ατενίζουν ορίζοντες εσωτερικούς, η τελετουργία των δαχτύλων τους, η γνώση των σφιχτών χειλιών τους. Η άφατη έννοια που συνταράσσει, ο σεβασμός στα μεγάλα συναισθήματα που σιωπά. Εκεί πέρα, σε μάς, στην Ορθόδοξη τέχνη, τα μεγάλα και τα σημαντικά υπονοούνται, στέλνουν μονάχα νύξεις κι αν μέσα σου συναπαντήσουν κάποιους σπόρους, τους καρπίζουν. Το ζητούμενο πνέει πιο μέσα απ΄τις λέξεις, πιο πίσω απ΄τις εικόνες και είναι φειδωλό.

Εδώ, στη Δύση, όλα περιφέρονται ανυπόφορα εκφραστικά, πληθωρικά, σχεδόν φλύαρα. Ο συναισθηματισμός καταντάει πόζα. Οι μορφές δεν είναι πλέον σύμβολα, κάνουν τα πάντα για να εκβιάσουν τη συγκίνησή σου. Μπροστά σε τόση πληθωρικότητα αμύνεσαι, αντί ν΄ανοίγεσαι κλείνεις.



Από το βιβλίο «Λουλούδι της κανέλλας» (αφήγηση ενός ταξιδιού στην Ισπανία), εκδόσεις ¨Φιλιππότη¨, 1993

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Απειλή Ανεργίας..


Στο καφενείο δεκάδες οικοδόμοι καπνίζουν τα τελευταία τσιγάρα απελπισίας. Ούτε σήμερα δουλειά. Δεν κινείται τίποτε στην πιάτσα. Μεγάλωσε η ανέχεια, η θλίψη στην καρδιά. «Ποιος είπε ότι το ψωμί δεν είναι πνευματική υπόθεση», θα διερωτηθεί ο Γάλλος ιερέας, ο Αβάς Πιέρ.
Λίγο παρακάτω, δεκάδες γυναίκες γυρίζουν από τον ΟΑΕΔ. Πήγαν να καταθέσουν τα χαρτιά τους για το επίδομα ανεργίας. Ρίχνουν πού και πού κλεφτές ματιές στις βιτρίνες, που, προκλητικά πολύχρωμες, μένουν ανέγγιχτες. «Όταν κάτι δεν μπορείς να το έχεις, καλύτερα να μην το σκέφτεσαι», συλλογίζεται η Μαρία, μητέρα τριών παιδιών, που εδώ και πέντε μήνες τόσο αυτή όσο και ο οικοδόμος άντρας της έμειναν άνεργοι.
Αργά, έως και πένθιμα, ανεβαίνει με ένα σωρό σκέψεις και διλήμματα προς το σπίτι. Η ώρα πέρασε και τα παιδιά σε λίγο θα σχολάσουν. Θέλουν να φάνε. Τι να μαγειρέψει κανείς; Διαμαρτύρονται κι αυτά. Παιδιά είναι. Τι να καταλάβουν –και γιατί άλλωστε;– για την ποιότητα του κόσμου που τα φέραμε;
«Είναι και η μέρα σήμερα που πρέπει να πληρώσουμε τα φροντιστήριά τους, άσε που το Σάββατο είχαμε πει να πάμε για παπούτσια και φόρμες».
Έχουν καταλάβει κι αυτά τη δύσκολη οικονομική μας κατάσταση. Μάθανε κι αυτά στο “περίμενε”. Σ’ ένα αύριο γεμάτο ερωτηματικά. Αβέβαιο. Γίναμε όλοι καχύποπτοι στη χαρά.
Τα Χριστούγεννα, ό,τι τους έδωσαν οι παππούδες και οι διάφοροι συγγενείς πήραν την απόφαση να τα προσφέρουν στην οικογένεια. Γνώριζαν ότι δεν είχαμε τα απαραίτητα. Τα μικρά μάς έδωσαν τα λεφτά από τα κάλαντα που είπαν με τους φίλους τους.
Ο πατέρας τους δεν ήθελε να τα πάρει. Ντρεπόταν. Σιχαινόταν τον εαυτό του, έλεγε. Έβριζε και καταριόταν τη ζωή.
Τα βράδια, συχνά έβγαινε για περίπατο. Έλεγε ότι κάνει καλό στην υγεία του. Μονάχα εγώ ήξερα ότι έβγαινε έξω για να κλάψει. Να μην τον δουν τα παιδιά. Να μην τον ακούσουν. Να κρύψει την απογοήτευσή του. Την οδύνη της καρδιάς του. Τέσσερις φορές σκέφτηκε να δώσει την ψυχή του στον διάβολο. Όταν τον ρώτησα τι εννοεί, μου είπε: “Να αυτοκτονήσω ήθελα”.
Την ώρα που σκεπτόμουν όλα αυτά άκουσα, τη φωνή του.
“Μαρία, στάσου, περίμενε…”. Ήταν εκείνος. Καθόταν σ’ ένα καφενείο γεμάτο ντόπιους και ξένους εργάτες. Ο καπνός και η απελπισία είχαν γεμίσει τον χώρο. Με δυσκολία μπορούσες να διακρίνεις τα πρόσωπά τους. Ίσως να μην έφταιγε και ο καπνός, ίσως να μην ήταν οι ανάσες που θάμπωναν τα τζάμια του μαγαζιού. Ίσως και να ήταν οι χιλιάδες ανέλπιδοι αναστεναγμοί τους. Η υγρασία των ματιών τους. Ήταν και τόσοι πολλοί, άλλωστε. Όλες οι ηλικίες μαζί. Γέροι, νέοι, πολλοί ακόμη και με τα παιδιά τους. Σκιές, φιγούρες, με κοινή επωδό την αγωνία για δουλειά, για το αύριο, για το μεροκάματο, το ψωμί των παιδιών τους, την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους. Και δυστυχώς κάθε μέρα γίνονταν όλο και πιο πολλοί.
“Πού πας;” με ρώτησε.
“Ε, πού αλλού, στο σπίτι. Τα παιδιά σε λίγο σχολάνε και πρέπει να είμαι εκεί”.
“Κάτσε, θα έρθω κι εγώ μαζί σου”.
Κατάλαβα ότι και σήμερα δεν είχε υπάρξει καμία προοπτική για δουλειά. Την ώρα που με έπιανε από το μπράτσο για να φύγουμε, αισθάνθηκα ότι κάτι ήθελε να μου κρύψει. Κάτι σαν να μην ήθελε να δω στην πόρτα του μαγαζιού, γι’ αυτό και βγήκε τόσο γρήγορα έξω και με έπιασε βιαστικός αγκαζέ για να πάμε σπίτι. Δεν συνήθιζε αυτή τη συμπεριφορά.
“Κάτσε, άνθρωπέ μου, τι με τραβάς;” πρόλαβα να πω και τα μάτια μου καρφώθηκαν στο μυστικό που δεν ήθελε να δω. Στην πόρτα του καφενείου κρέμονταν δυο κηδειόχαρτα. Δύο άνθρωποι, ο ένας νέο παιδί 25 ετών και ο άλλος μεσήλικας, 52, ήταν νεκροί. Και οι δύο άνεργοι. Και οι δύο είχαν δώσει την ψυχή τους στον διάβολο. Στον έναν βρήκαν την απόλυση μέσα στο μπουφάν. Στον δεύτερο ένα κυριακάτικο κήρυγμα της ενορίας του».

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Όσο υπάρχουν άνθρωποι..


Είμαστε πια μια κοινωνία σχιζοφρενών. Από τη μια ένας αφύσικος πολιτισμός και από την άλλη η οντότητά μας σαν άνθρωποι. Είμαστε ψυχασθενείς. Απλώς ο καθένας νομίζει ότι ο άλλος είναι, κι όχι ο ίδιος!

Αν θέλουμε λοιπόν να οραματιστούμε ένα ανθρώπινο μέλλον, οφείλουμε κατ’ αρχήν να το οραματιστούμε σε ανθρώπινα μέτρα. Αυτές οι χαβούζες που λέγονται πόλεις εξαφανίζουν τον άνθρωπο.

Θα κάνω μια παρένθεση: πήγα κάποτε στην Ιταλία και μπήκα σε μία από αυτές τις τεράστιες εκκλησίες που έχουνε. Στάθηκα μέσα σ’ αυτό το πράγμα και χάθηκα πραγματικά. και ένιωσα έτσι, ανύπαρκτος. Αυτόματα σκέφτηκα κι ένα δικό μας, ένα εκκλησάκι σ’ ένα λοφίσκο, που μπαίνεις μέσα και ακουμπάς το Θεό ρε παιδί μου! Εκεί εκμηδενίζουν εντελώς τον άνθρωπο. Ενώ, αντίθετα, μπαίνεις σ’ σ’ ένα ερημοκλήσι και βλέπεις τον Παντοκράτορα από πάνω να σου χαμογελάει, να απλώσεις το χέρι να τον πιάσεις!

Δηλαδή, ο άνθρωπος ο οποίος θέλει να επικοινωνήσει, ανεξάρτητα αν πιστεύει στον Θεό ή δεν πιστεύει στο Θείο, κλπ. Όσο υπάρχουν άνθρωποι -κι αυτοί λιγοστεύουν ολοένα και περισσότερο και αντικαθίστανται από τους μεταλλαγμένους- θα νιώθουνε αυτή την ανάγκη μιας διαφορετικής επικοινωνίας. Πολλές φορές όταν είμαι «φορτωμένος» και έχει Πανσέληνο βγαίνω στην βεράντα εδώ έξω ανοίγω τα χέρια μου -όπως όταν σταύρωσαν τον Χριστό- κι ανοίγω το στόμα μου και προσπαθώ να... καταπιώ το φεγγάρι. Στέκω, έτσι, πέντε με δέκα λεπτά, και κάποια στιγμή χάνομαι, σταματάω μόνος μου, γιατί δεν ξέρω αν θα γυρίσω πίσω…

Χρόνης Μίσσιος

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Το λιβάδι που δακρύζει..


Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Ευτυχία είναι...


Έπρεπε να γεράσω, αγόρι μου, για να μάθω τι είναι  ευτυχία.
Τελικά  ευτυχία  είναι ένα  ζευγάρι  χέρια, δύο χέρια… Αυτά που θα σε αγκαλιάσουν, θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμήσουν, θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν, θα σε χαιδέψουν και στο τέλος θα σου κλείσουν τα μάτια. Τα πολλά χέρια απλά σε κατσιάζουν… 
Χάσιμο χρόνου. Θα το δείς κι εσύ όσο μεγαλώνεις…

Θανάσης  Βέγγος

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Χριστού παθών Πίστεως υπέρ...


Ὁ Ἅγιος Γεώργιος γεννήθηκε τὸ 1808 στὸ χωριὸ Τζούραλη τῆς ἐπαρχίας Γρεβενῶν ἀπὸ γονεῖς φτωχούς, τὸν Κωνσταντίνο καὶ τὴν Βασιλική, καὶ λόγω τῆς φτώχειας τῆς οἰκογένειάς του ἔμεινε ἀγράμματος. Σὲ μικρὴ ἡλικία ἀπορφανίσθηκε καὶ μετέβη στὰ Ἰωάννινα, ὅπου ἔγινε ἱπποκόμος τοῦ Χατζῆ Ἀβδουλᾶ, ἀξιωματικοῦ του Ἰμὶν Πασᾶ, πλησίον τοῦ ὁποίου παρέμεινε ἐπὶ ὀκτὼ χρόνια.
Κατὰ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1836 συκοφαντήθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὅτι εἶχε ἐξισλαμισθεῖ κατὰ τὰ προηγούμενα χρόνια καὶ ἐπανῆλθε στὴν ὀρθόδοξη πίστη. Προσαχθεὶς στὸ κριτήριο ἀπολογήθηκε καὶ μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἀπέδειξε ὅτι οὐδέποτε ἔγινε ἀρνησίθρησκος. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἐπειδὴ τὸν βρῆκαν καὶ ἀπερίτμητο, ἀπολύθηκε.
Ἀργότερα ἔλαβε σύζυγο, τὴν Ἑλένη καὶ προσλήφθηκε ὡς ἱπποκόμος στὸν μουσελίμι τῶν Φιλιατῶν ἐπὶ τοῦ ἡγεμόνος Ἰωαννίνων Μουσταφᾶ Πασᾶ. Χρειάσθηκε ὅμως νὰ μεταβεῖ καὶ πάλι στὰ Ἰωάννινα γιὰ ἰδιωτικές του ὑποθέσεις. Ἐκεῖ, στὶς 12 Ἰανουαρίου 1838, ἡμέρα Τετάρτη, ἕνας Ὀθωμανὸς τὸν συκοφάντησε καὶ πάλι ὅτι προηγουμένως ἦταν Τοῦρκος καὶ τώρα εἶναι Χριστιανός. Ἀφοῦ τὸν συνέλαβαν τὸν ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ καὶ τὸν ἐκβίαζαν νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Ἐκεῖνος παρέμεινε ἀμετάπειστος, ὁμολογώντας τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαὸς τῶν Ἰωαννίνων μάταια προσπάθησαν νὰ προλάβουν τὴν ἄδικη ἀπόφαση κατὰ τοῦ Γεωργίου καὶ νὰ τὸν πείσουν νὰ δραπετεύσει ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ νὰ φυγαδευτεῖ στὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα. Τὸ μαρτύριο ἄρχισε. Τοῦ τρυποῦσαν τὰ νύχια μὲ βελόνες καὶ ἔβαζαν στὰ στήθη τοῦ μεγάλες πέτρες. Ἐκεῖνος ὑπέμενε γενναία λέγοντας : «Εἶμαι Χριστιανός».
Στὶς 17 Ἰανουαρίου, ἡμέρα Δευτέρα, ὁ Ἅγιος ἀπαγχονίστηκε στὴν ἀγορὰ καὶ δέχθηκε ἀπὸ τὸν Σταυρωθέντα Κύριο τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Τὸ ἱερὸ λείψανό του παρέμεινε κρεμασμένο μέχρι τὶς 19 Ἰανουαρίου καὶ κατόπιν δωρήθηκε ἀπὸ τὸν Μουσταφᾶ πασᾶ στὸν Μητροπολίτη Ἰωαννίνων Ἰωακείμ, ὁ ὁποῖος τὸν ἐνταφίασε μὲ τιμὲς στὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Ἐπὶ τοῦ τάφου καὶ στὴν οἰκία τοῦ Ἁγίου τελέσθηκαν πλεῖστα θαύματα.
Στὶς 26 Ὀκτωβρίου 1971 ἔγινε ἡ ἀνακομοιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτοῦ, τὰ ὁποία ἐναπετέθησαν στὸ φερώνυμο ναὸ τῶν Ἰωαννίνων, ὅπου ἦταν πρὶν ἡ οἰκία τοῦ Ἁγίου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον. 
Τὸν πανεύφημον Μάρτυν Χριστοῦ Γεώργιον, Ἰωαννίνων τὸ κλέος καὶ πολιοῦχον λαμπρόν, ἐν ᾠδαῖς πνευματικαῖς ἀνευφημήσωμεν· ὅτι ἐνήθλησε στερρῶς, καὶ κατήνεγκεν ἐχθρόν, τοῦ Πνεύματος τῇ δυνάμει· καὶ νῦν ἀπαύστως πρεσβεύει, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Λευκοφόροι την διάνοιαν...


Είναι κανείς από το μέρος της αθωότητας -λευκοφόρος την διάνοιαν, που λέει κι ο Ρωμανός- σε δύο περιπτώσεις: όταν δεν έχει φτάσει στο σημείο να υποψιασθεί καν το μαύρο. Κι όταν το έχει διατρέξει ως την έσχατη άκρη του, έτσι που να πατήσει από το άλλο μέρος πάλι στο λευκό. Με πλήρη συνείδηση ότι όσα γνώρισε στο αναμεταξύ του είναι απολύτως άχρηστα.

Μορφές όπως του Πλωτίνου, του Ρωμανού του Μελωδού, του Fra Angelico, του Blake, του Vermeer, του Holdelrin, του Novalis, του Mozart, του Rimbaud, του Shelley, του Θεόφιλου, του Παπαδιαμάντη, διαφορετικές στο έπακρο, μ' ελκύσανε ανέκαθεν -ανεξάρτητα εντελώς από τη ζωή τους- γι' αυτό το λευκό σημάδι που διασώζανε στο έργο τους, τη λάμψη που έφερναν είτε με τρόπο ήπιο είτε με αγριότητα. Επειδή, βέβαια, η χώρα της αθωότητας δεν είναι όπως τη φαντάζονται μερικοί. Έχει τους αγίους της και τ' αγρίμια της, τα παρθένα δάση και τα γαλήνια νερά της. Χρειάζεται να΄σαι τέλεια αφοπλισμένος για να προχωρήσεις μέσα της..

Οδυσσέα Ελύτη, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Τώρα εις το νέον έτος..


Εις την δόξα! Εις την δόξα! Εις την δόξα του Θεού, της Αγια-Τριάδος, της Θεοτόκος, του Α-Γιάννη του Βαφτιστή κ πάντα των Αγίων, κ του Αγίου Βασιλείου: να πρεσβέψει εις την ΠαντοδυναμίανΤου κ εις την ΒασιλείανΤου να μας λευτερώσει τώρα εις το νέον έτος, να μας λευτερώσει απο την κακίαμας, απο την ιδιοτέλειάμας κ απο τα πάθημας, κ απο την επιβουλίαν των ξένων! 


Με αυτά τα λόγια, Πρωτοχρονιά του 1851, ξεκινά την ιστόρηση του βιβλίου του "Οράματα και Θάματα" ο Στρατηγός Μακρυγιάννης. 
Καλή Χρονιά..

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Το τελευταίο ηλιοβασίλεμα...

Το τελευταίο ηλιοβασίλεμα της χιλιετίας
Σαντορίνη 31-12-1999

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Ο πλούς εν νυκτί, πυρσός ουδαμού..

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Γεννήθηκε η ευσπλαχνία...



Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. 
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. 
Μου' δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. 
«Είδες – μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία». 
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα' χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ' αυτό.




Τάσος Λειβαδίτης, Η γέννηση

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Διάπλους του δύσκολου καιρού, του Νίκου Γ. Ξυδάκη


Αξέχαστα θα μείνουν τα φετινά Χριστούγεννα. Σκληρά και κρύα, για πολλούς συνανθρώπους μας, συναδέλφους, γείτονες, συγγενείς, φίλους. Εχασαν τη δουλειά τους, η επιχείρησή τους μαράζωσε, η φτώχεια τους κύκλωσε. Αλλοι έχασαν το πολυτιμότερο: έναν άνθρωπο. Ολοι χάσαμε το κέφι και το χαμόγελό μας, την αισιοδοξία μας.

Κερδίζουμε κάτι ωστόσο. Κερδίζουμε την ξεχασμένη αίσθηση του μέτρου· τι είναι πράγματι αναγκαίο, χρειώδες, απαραίτητο. Σφιγμένοι απ’ την ανάγκη, στερημένοι από το αποκούμπι ενός προβλεπτού καλόγνωμου χρόνου, με το βραχύ μέλλον σκοτεινό, ξαναλογαριάζουμε τα απαραίτητα. Και παρά το σοκ της φτωχοποίησης, παρά το βίαιο ταρακούνημα απ’ τις παλιές βεβαιότητες, βλέπουμε ότι τα απαραίτητα δεν είναι τόσο πολλά και δεν μας λείπουν όλα ― ακόμη και σε τούτο το ζοφερό κατώφλι.

Υγεία, αγάπη, πίστη στον άνθρωπο, στον εαυτό και στον άλλο. Τα απαραίτητα είναι εντυπωσιακά κοινότοπα, τριμμένα και γλυμμένα απ΄τον χρόνο, περιεχόμενα σε κάθε βιοθεωρία, απ’ την αυγή των μύθων ώς τη ροδαυγή του Νίτσε και του Φρόιντ. Αυτά απαιτούνται οπωσδήποτε για να διαπλεύσουμε τον δύσκολο καιρό ― άνευ αυτών ουδέν. Εικονισμένα σε λαϊκή λιθογραφία με τις τρείς παρθενομάρτυρες, Πίστις, Ελπίς, Αγάπη ― και μητέρα αυτών η Σοφία.

Η εορταστική ανάπαυλα των Χριστουγέννων, στο μέσον του χειμώνα, αυτή τη σοφία φέρνει, αυτή την πρόσκληση για αισθηματική εκδίπλωση και αναστοχασμό. Η κρίση μάς προσκαλεί να ξαναγεννηθούμε, δηλαδή να βρούμε τον εαυτό μας ανακαινισμένο, απαλλαγμένο από βάρη και περιττά μαλάματα. Χωρίς χλιδή, χωρίς λεφτά, χωρίς εταιρικά δώρα και δαπάνες επίδειξης, χωρίς τις φλύαρες συμβάσεις· αλλά όχι χωρίς το μέγα δώρο της ακερδούς, της άυλης χαράς, όχι χωρίς την πίστη στο διαρκές θαύμα της ζωής.

Πυκνός, βαρύς, πολύς, ο καιρός χιονίζει πάνω μας και μας βαραίνει. Αντέξαμε πολλά, θ’ αντέξουμε κι άλλα.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Γέρων διχαλογένης φορών σκούφον, του Φ. Κόντογλου

Ο Άγιος Σπυρίδων γεννήθηκε στον καιρό του αυτοκράτορος Kωνσταντίνου του Mεγάλου στο νησί της Kύπρου, από γονιούς φτωχούς. Γι' αυτό στα μικρά χρόνια του ήτανε τσομπάνης και φύλαγε πρόβατα. Ήτανε πολύ απλός στη γνώμη σαν τους ψαράδες που διάλεξε ο Xριστός να τους κάνει μαθητές του. Σαν ήρθε σε ηλικία, παντρεύθηκε, και μετά χρόνια χήρεψε, και τόση ήτανε η αρετή του, που τον κάνανε επίσκοπο σε μια πολιτεία λεγόμενη Tριμυθούντα, μ' όλο που ήτανε ολότελα αγράμματος. Παίρνοντας αυτό το πνευματικό αξίωμα έγινε ακόμα απλούστερος και ταπεινός, και ποίμανε τα λογικά πρόβατα που του εμπιστεύθηκε ο Xριστός με αγάπη, αλλά και με αυστηρότητα ωσάν υπεύθυνος όπου ήτανε για τη σωτηρία τους. Ήτανε προστάτης των φτωχών, πατέρας των ορφανών, δάσκαλος των αμαρτωλών. Kαι είχε τέτοια καθαρότητα και αγιότητα, που του δόθηκε η χάρη άνωθεν να κάνει πολλά θαύματα, για τούτο ονομάσθηκε θαυματουργός. Mε την προσευχή του μάζευε τα σύννεφα κ' έβρεχε σε καιρό ξηρασίας, γιάτρευε τις αρρώστιες, τιμωρούσε τους πονηρούς ανθρώπους... 

Kαι στην Πρώτη Oικουμενική Σύνοδο που έγινε στη Nίκαια, ήτανε κι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανάμεσα στους τριακοσίους δέκα οκτώ θεοφόρους πατέρας και, παρ' όλο που δεν γνώριζε γράμματα, αποστόμωσε τον αιρεσιάρχην Άρειο που ήτανε ο πιο σπουδασμένος στα γράμματα από όλους τους δεσποτάδες... 

Kάποτε πήγε στον άγιο μια γυναίκα που είχε ένα παιδάκι και της πέθανε, και τον παρακαλούσε με δάκρυα πολλά να το αναστήσει, τόσο συνηθισμένοι ήτανε οι άνθρωποι, που τον γνωρίζανε, στα θαύματα που έκανε ο άγιος. Kαι εκείνος το ανάστησε με την προσευχή του. Mα η μητέρα του σαν το είδε ζωντανό, από την πολλή χαρά της πέθανε η ίδια. Kι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανέστησε και τη γυναίκα. 

Aυτά τα μεγάλα θαύματα ξακουσθήκανε στον κόσμο, κι' ο άγιος Σπυρίδωνας, ζώντας ακόμα, τιμήθηκε σαν άγιος και θαυματουργός. Kαι έως τώρα κάνει πολλά θαύματα το σκήνωμά του που είναι ο θησαυρός των Kερκυραίων... 

Kατά τη βασιλεία των Tούρκων ευρέθη εις τα χέρια ενός ευλαβούς χριστιανού που τον λέγανε Bούλγαρη, κι' αυτός με μεγάλα βάσανα και κόπους το έφερε έως την Aλβανία κρυμμένο μέσα σε τσουβάλια, κι' από κει το πέρασε μ' ένα καΐκι στην Kέρκυρα που την κρατούσανε οι Bενετσιάνοι, κι' από τότε βρίσκεται σ' αυτό το νησί, απείραχτο από τον καιρό, με όλο όπου περάσανε 1600 χρόνια από την κοίμησή του. Στο κουβούκλιο στέκεται όρθιος ο άγιος, με χέρια σταυρωμένα, ντυμένος με τα άμφιά του και τον βγάζουνε σε λιτανεία δύο φορές το χρόνο. Oι Kερκυραίοι έχουνε το ιερό σκήνωμα σε μεγάλη ευλάβεια και το θεωρούνε θησαυρό του νησιού τους. Tον καιρό που δούλεψα στο Mουσείο της Kέρκυρας γνώρισα τον παπα-Bούλγαρη, που ήτανε εφημέριος του ναού, κατά κληρονομικό δικαίωμα, άνθρωπος που αγαπούσε την τέχνη και τα γράμματα. Tο άγιο λείψανο θαυματουργεί πάντα έως σήμερα σε όποιους επικαλεσθούνε με πίστη τον άγιο. 

Στην ορθόδοξη αγιογραφία ο άγιος Σπυρίδωνας παριστάνεται γηραλέος με γυριστή μύτη και με διχαλωτό κοντό άσπρο γένι, "γέρων διχαλογένης φορών σκούφον". O σκούφος του είναι παράξενος, σαν κινέζικος, μυτερός στην κορυφή. Δεν ζωγραφίζεται ποτέ ξεσκούφωτος. Eκτός από τις εικόνες απάνω σε σανίδι είτε σε τοίχο σε άλλο μέρος της εκκλησίας, ζωγραφίζεται συχνά στο άγιο Bήμα μαζί με τους άλλους μεγάλους ιεράρχας Bασίλειο, Xρυσόστομο και Γρηγόριο κάτω από την Πλατυτέρα. Στο χαρτί που βαστά είναι γραμμένο: "Έτι προσφέρομέν Σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον θυσίαν"... 

Φώτης Κόντογλου 
Γίγαντες Ταπεινοί, Εκδόσεις Aκρίτας 2000