Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός...

τὸν ποιοῦντα ἀεὶ μεθ' ἡμῶν μεγάλα τε καὶ ἀνεξιχνίαστα, ἔνδοξά τε καὶ ἐξαίσια, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός... (Ακολουθία του Μεσονυκτικου)



Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

Κοστρείς του Απριλίου...



Δευτέρα ήτουν της Καθαράς που κάμνουν την νομάδαν
Μες το καράβιν έμπηκεν την πρώτην εβτομάδαν
Και τρεις ημέρες έκαμεν να ρέξει το Βερούτιν
Ψουμίν, νερόν εν εβρέθηκεν μεσά στην χώραν τούτην

Ψουμίν νερόν είχεν πολλύν κατω μακρά στο πλάτος
Κειμέσα εκατώκησεν ένας μεάλος δράκος
Και δεν ταʼ αφήνει το νερόν στην χώραν τους να πάει
Ταΐνιν του εκάμνασιν ποναν παιδίν να φάει
Να ξαπολύσει το νερό, στην χώραν για να πάει

Άλλοι είχαν έξι και οκτώ κι επέμπαν του τον έναν
Κι ήρτεν γυριν τʼ αφέντη μας, τʼ αφέντη βασιλέα
Είχεν μιαν κόρην μοναχήν κι είχεν να την παντρέψει
Θέλοντας και μη θέλοντας του δράκου να την πέψει

Παντές κι η κόρη εν άγιος, Χριστός κι απάκουσεν την
Τον Άη Γιώρκην να σου τον ʽπου πάνω κατεβαίνει
Και με την σέλλαν την γρουσήν και το γρουσόν αππάριν

Στέκεται συλλοΐζεται πώς να την χαιρετήσει
-Για να την πω μουσκοκαρκιάν, μουσκοκαρκιά έχει κλώνους
Για να την πω τρανταφυλλιάν, τρανταφυλλιά έχει αγκάθια
Άτε ας τη χαιρετήσουμε σαν χαιρετούμεν πάντα

-Ώρα καλή σου λυερή, ώρα καλή και γειά σου
Μουσκούς και ροδοστέμματα στα καμαρόβρυα σου
Κι είντα γυρεύκεις Λυερή στου δράκου το πηγάδιν
Του δράκοντα του πονηρού, να βκεί και να σε φάει

-Αφέντη μου τα πάθη μας να σου τα πω δεν φτάννω
Άθθρωποι που την πείναν τους τρώσιν ένας τον άλλον
Έτσι έθελεν η τύχη μου, έτσι ήτουν το γραφτό μου
Μες στην κοιλιάν του δράκοντα να κάμω το θαφκειόν μου

Να σου ποκεί τον δράκοντα που κάτω κι ανεβαίνει
Κι όταν τους είδε κι ήταν τρεις κρυφές χαρές παθαίνει
-Μπουκκωμαν τρώω τον άδρωπον, το γιώμαν την κοπέλλαν
Και ως τα λιωβουττήματα άππαρον με την σέλλαν

Μιαν χατζιαρκάν του χάρισεν κιη πόλις ούλλη εσείστην
Και το σκαμνίν του βασιλιά έππεσεν κι ετσακκίστην
Βκάλλει που το δισσάκκιν του μεάλον αλυσίδιν
Κι έπκιασεν κι εχαλίνωσεν κείτο μεάλον φίδιν

-Τράβα το κόρη λυερή στην χώραν να το πάρεις
Για να το δουν αβάφτιστοι να παν να βαφτιστούσιν
Για να το δουν απίστευτοι να παν να πιστευτούσιν

Άνταν τους βλέπει ο βασιλιάς κρυφές χαρές παθθαίνει
-Πκοιός εινʼ αυτός που μου ʽκαμεν τούτην την καλοσύνην
Να δώκω το βασίλειον μου κι ούλλον τον θησαυρόν μου
Να δώκω και την κόρην μου και να γενεί γαμπρός μου

Κι επολοήθην Άγιος και λέει και λαλεί του
-Έν θέλω το βασίλειον σου μήτε τον θησαυρόν σου
Μιαν εκκλησιάν να χτίσετε, μνήμην τʼ Άη Γιωργίου
Που έρκεται η μέρα του κοστρείς του Απριλλίου
Που έρκεται η μέρα του κοστρείς του Απριλλίου

Παραδοσιακό Κυπριακό τραγούδι

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Η κατάργηση του «10» ως επαναστατική καινοτομία, του Απ. Δοξιάδη


...για να ανεβάσουμε το επίπεδο της Παιδείας μας ακόμη περισσότερο μάλιστα μπορούμε σταδιακά να λάβουμε και μερικά μέτρα ακόμη, όλα στην ίδια φωτεινή κατεύθυνση που δείχνει η κατάργηση του «10».

Το πρώτο είναι να καταργήσουμε εντελώς τη βαθμολογία, αρχικά στο γυμνάσιο, μετά στο λύκειο και, στο πλαίσιο ενός πενταετούς προγράμματος, στο πανεπιστήμιο. Αλλωστε, η βαθμολογία είναι κατ΄ εξοχήν μορφή αξιολόγησης, και είναι γνωστό πόσους αγώνες έχουν κάνει πολλοί εκπαιδευτικοί μας, κάθε βαθμίδας, για να μην αξιολογούνται (η ΟΛΜΕ μάλιστα καταδικάζει ρητά τις σχετικές απαράδεκτες αποφάσεις των νέων μέτρων). Γιατί λοιπόν να μην προσφέρουν τώρα οι διδάσκοντες αυτό που το θεωρούν προνόμιό τους- και κατά την κρίση τους τόσο βελτιωτικό του επιπέδου της Παιδείας- και στους μαθητές και στους φοιτητές τους;

Το δεύτερο μέτρο- αυτό εμπνευσμένο από άλλο επαναστατικό βήμα, της ανωτατοποίησης των ΤΕΙ-, θα είναι η ανωτατοποίηση του λυκείου। Ετσι, ο απόφοιτος του ελληνικού λυκείου θα θεωρείται αυτομάτως πτυχιούχος πανεπιστημίου। Η απαραίτητη συνέχεια βέβαια είναι η υπερανωτατοποίηση του πανεπιστημιακού πτυχίου και η αναγόρευσή του, αυτομάτως, σε διδακτορικό. (Το διδακτορικό, σε συνεννόηση με τη Σουηδική Ακαδημία, μπορεί να πετύχουμε να θεωρείται Νομπέλ.) Υπάρχουν πάμπολλες ιστοσελίδες που προσφέρουν διπλώματα κάθε λογής επί πληρωμή. Γιατί να μην τους ανταγωνιστούμε, προσφέροντας στη χειμαζόμενη οικονομία μας το πλούσιο έσοδο που τώρα καρπώνονται κάποιοι επιτήδειοι; Σίγουρα θα τους επιβληθούμε κατά κράτος! Γιατί τι νομίζετε ότι θα προτιμούν οι αλλοδαποί υποψήφιοι; Το τσίτικο, το ξένο, που βρωμάει από δέκα χιλιόμετρα ότι είναι αγορασμένο από το Διαδίκτυο, ή ένα λαχταριστό δίπλωμα ελληνικού πανεπιστημίου, με ωραιότατες σφραγίδες, με ιωνικές κολόνες, με Πλάτωνα, Αριστοτέλη και όλους μας τους σοφούς επάνω;

Το Βήμα της Κυριακής 18 Απριλίου

Ο Απόστολος Δοξιάδης είναι έλληνας συγγραφέας και σκηνοθέτης. 'Εγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης σε ηλικία 15 ετών. Σπούδασε Εφαρμοσμένα Μαθηματικά στο École Pratique des Hautes Études του Παρισιού, κατασκευάζοντας μαθηματικά μοντέλα για το νευρικό σύστημα.
Μετά το πέρας των σπουδών του, ο Δοξιάδης γύρισε στις αγάπες της εφηβείας του: τη συγγραφή, τον κινηματογράφο και το θέατρο. Δημοσίευσε τέσσερα μυθιστορήματα: Παράλληλη ζωή (1985), Μακαβέττας (1988), Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ (1992) και Τα τρία ανθρωπάκια (1997). Αρχικά γράφτηκαν στα ελληνικά, ωστόσο η μετάφραση που έκανε ο ίδιος στα αγγλικά τού Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ εκδόθηκε διεθνώς το 2000.
Το 2008, ο Δοξιάδης κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα-κόμιξ Logicomix, σε συνεργασία με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϋ στην Επιστήμη των Υπολογιστών Χρίστο Παπαδημητρίου και τους καλλιτέχνες Αλέκο Παπαδάτο και Annie di Donna. Σύντομα το βιβλίο έγινε παγκόσμιο best seller.

Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

Το κίνημα των αποδείξεων, του Γ. Γραμματικάκη


Η μακρά απουσία μου από το protagon.gr προκάλεσε θύελλα κλυδωνισμών και ερωτημάτων σε κυβερνήσεις, κόμματα και πολίτες. Πολλαπλές ερμηνείες έχουν δοθεί, μακροσκελή άρθρα και εκπομπές με κρυφές κάμερες ασχολήθηκαν με την εξαφάνισή μου, οι αιτίες αναζητήθηκαν σε μυστικές υπηρεσίες και μυστικά κονδύλια. Ακόμα και η μη βράβευση μου από το STATUS ως άνδρα της δεκαετίας -η έστω, του πενθημέρου- επιστρατεύθηκε, για την ερμηνεία του ανεξήγητου γεγονότος.

Τώρα, με πλήρη συναίσθηση των υποχρεώσεών μου απέναντι στο Έθνος και το ευρωπαϊκό του μέλλον, ήρθε η ώρα να ανακοινώσω την αλήθεια. Γνωρίζω ότι η στιγμή είναι ιστορική, ότι τα μάτια των τηλεοράσεων και των στενών μου συγγενών είναι καρφωμένα επάνω μου, ότι ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως ανέστειλε κάθε δραστηριότητα εναντίον των κερδοσκόπων για να με ακούσει.

Ναι, αισθάνομαι υπερήφανος και πλήρης εθνικού οίστρου: Όλο αυτό το διάστημα, αφιερώθηκα στην συλλογή αποδείξεων. Αποδείξεις από μπακάλικα, περίπτερα, βενζινάδικα, καφενεία, διόδια, αποδείξεις κάθε είδους, κάθε προελεύσεως. Αφού είχα σπαταλήσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου σε αδιέξοδα κινήματα, για την Ειρήνη, την Παιδεία, το Περιβάλλον, ήρθε η ώρα της δικαίωσης μου: Συμμετέχω στο Κίνημα των Αποδείξεων. Με πάθος και πλήρη συναίσθηση της αποστολής μου, με ηρεμία αλλά και βεβαιότητα για τις τιμές και την ευγνωμοσύνη, που μου επιφυλάσσει το μέλλον. Ακόμα και βουλευτής, σκεφτόμουνα, μπορεί να εκλεγώ, αν κατάφερνα να συγκεντρώσω χιλιάδες αποδείξεις, εκατομμύρια αποδείξεις.
Ένα μόνον ερώτημα απασχολούσε το μυαλό μου, θόλωνε λίγο την απόφασή μου: Αν, δηλαδή, έπρεπε να συγκεντρώνω αποδείξεις και για τα άλλα. Τα Άλλα: εκείνα που δεν αναγράφουν ποσά σε ευρώ, που δεν προέρχονται από ταμειακές μηχανές. Αποτελούνται συνήθως από λέξεις, λέξεις ωστόσο με αξία αδιαπραγμάτευτη και διαρκή. Είναι –όπως λέει ο ποιητής-, “λέξεις-χρησμοί, λέξεις ενώσεως αψιδωτής και κορυφαίας, λέξεις με σημασίαν απροσμέτρητον διά το παρόν και διά το μέλλον…”.
Έμπλεος λοιπόν πάντοτε ενθουσιασμού, αλλά και με απόλυτη μυστικότητα απέναντι στο Δ.Ν.Τ., άρχισα να συγκεντρώνω αποδείξεις και για κάποιες λέξεις. Επίπονο έργο ασφαλώς, αφού μήτε από ταμειακές μηχανές προέρχονται οι λέξεις, μήτε σε μέτρα, έκτακτα η τακτικά, αντιστοιχεί το περιεχόμενο τους. Λέξεις όπως Παιδεία η Αλληλεγγύη, η αξία της Τέχνης και το βλέμμα ενός παιδιού, η σιωπή του μετανάστη και η αξία της Γνώσεως -κι ακόμα το βλέμμα εκείνης και το τραγούδι της θάλασσας, το βιβλίο των ποιημάτων, το περιβάλλον και η ποιότητα του, η χειραψία της φιλίας.
Έγραφα χωρίς σταματημό, η Τέχνη, η Μουσική, το βλέμμα ενός ανέργου, το θέατρο και η συγκίνηση του θεατή, η έγνοια για τους άλλους -δίπλα στην κάθε λέξη σημείωνα την κρυφή αξία της, “την απροσμέτρητον σημασία της δια το παρόν και για το μέλλον” . Έμεινα γρήγορα έκπληκτος: Λίγες μόνον λέξεις είχα ήδη καταγράψει, και η αξία τους υπερέβαινε κατά πολύ το έλλειμμα το Ελληνικό, υπερέβαινε όλα μαζί τα ελλείμματα των Ευρωπαϊκών χωρών, ξέφευγε από τα όρια του Δ.Ν.Τ.( έπαψα πια να θυμούμαι τι σημαίνουν τα αρχικά), άγγιζε τα ελλείμματα της ψυχής και της ζωής μας.

http://www.protagon.gr/

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Ο Ρωμανός και πάλιν, του Θ.Π. Τάσιου


Πριν από τρία χρόνια περίπου, στην ίδια ετούτη στήλη, είχα αναφερθεί στη διπλή «παγκοσμιότητα» του 5ου αιώνος - Χριστιανική πίστη αφενός και Ελληνική γλώσσα αφετέρου. Μέσα-της άνθησε ο ωραίος εκείνος εβραιοσύριος ποιητής, ο διάκονος του ναού της Θεοτόκου στην Πόλη - ο Ελλην την παιδείαν Ρωμανός. Υποπίπτω σήμερα στην ίδια γοητεία των στίχων-του, μ' ένα άλλο απάνθισμα, λόγω επικαιρότητος.

* Και πώς να μην αρχίσεις πάλι από της Μάννας το δράμα όταν, κατα τον ποιητή, προσπαθεί να μεταπείσει τον Υιόν της: «Υπάγεις ώ τέκνον προς άδικον φόνον». Κι εκείνος απαντά «μη θάνω; πώς ουν ελκύσω προς ζωή τους εν τω Αδη;»· Αλλ' η τυραγνισμένη Μάννα δεν πείθεται απ' το μεταφυσικό επιχείρημα· και αντιτάσσει την πρακτική άποψη οτι πάμπολλους έσωσες, χωρίς να πάθεις τίποτε - τώρα γιατί να πάθεις: «Τί μοι λέγεις, σπλάγχνον, "ει μή θάνω, ο Αδάμ ουχ υγιαίνει"; Και μήν άνευ πάθους εθεράπευσας πολλούς: Λεπρόν γάρ καθήρας και ούκ ήλγησας ουδέν. Παράλυτον σφίγξας, ου κατεπονήθης. Πήρον πάλιν λόγω ομματώσας, απαθής μεμένηκας». Αλλεπάλληλα τα επιμέρους παραδείγματα σωτηρίας ανθρώπων, χωρίς κατ' ανάγκην να πάθει τίποτα το Παιδί-της: «Νεκρούς αναστήσας, νεκρός ούκ εγένου»! Καθώς όμως Εκείνος εμμένει στην υπέρτατη θυσία, η κατακαϋμένη Μάννα τολμάει να ρωτήσει άν πάντως θα μπορέσει να τον ξαναϊδεί. «Μην οργισθής μοι, έτι άπαξ άν ειπώ: Αν θάνης, βλέψω σοι πάλιν;»· Δεν αμφιβάλλει για την Ανάσταση. Φοβάται μόνον μήπως Εκείνος μετά τον τάφο φύγει για τα Ουράνια και «ζητούσα-σε ιδείν, κλαύσω, κράξω "πού εστίν ο υιός και θεός μου"»· Ανθρώπινος πόνος βαθύς και μητρικό αίσθημα απαρηγόρητο. Θα την διαβεβαιώσει όμως Εκείνος: «Θάρσει μήτερ οτι πρώτη με οράς απο του τάφου!»...

* Ας πάμε όμως να ακούσομε και τα κατα Ρωμανόν Πάθη του Αδη. Και πρώτα η άκρως εμβληματική εικόνα την οποία χρησιμοποιεί ο ποιητής: «Τους τρεις σταυρούς τους έμπηξε στον Γολγοθά ο Πιλάτος. / Το νοιώθει ο Αδης και ρωτά / το καρφί στην καρδιά ποιός μου τό 'μπηξε; / Πονάν τα μέσα μου, αλγεί η καρδιά-μου / και μ' αναγκάζουνε να βγάλω έξω / το σόι του Αδάμ· / με το ξύλο της Γνώσης τους απόχτησα / και τώρα ενα ξύλο πάλι / τους ξαναμπάζει στον Παράδεισο»! Ετούτη η ανεπαρκής παράφραση του Οίκου α´ του Κοντακίου της Σταυρώσεως περισώζει παρα ταύτα την εικονοποιητική δεινότητα του Μελωδού. Και λέει ο Αδης ο ταλαίπωρος στον Διάβολο: «Δράμε και ίδε, του ξύλου την ρίζαν εντός της ψυχής-μου· κάτω κατήλθεν ίν' αναστήση τον Αδάμ ως σίδηρον». Ο Διάβολος όμως αρνείται να παραδεχθεί την ήττα· κατηγορεί τον Αδη («δειλέ και φοβιτσιάρη»), θυμίζει πως κι η σταύρωση άλλωστε διαβολικό έργο είναι - και τάζει να ανατρέψει την κατάσταση. Αλλ' ο πληγωμένος Αδης αποκρίνεται: «Αυτό γαρ το ξύλον εις ό εγκαυχάσαι, το πάν εσάλευσεν, και τους εν μνήμασι εξανέστησε».

* Τα «Πάθη των Κάτω» θα τελειώσουν βέβαια με τον Διάβολο να «τύπτει το στήθος εκπληττόμενος» και να παρακαλάει τον Αδη να του προσφέρει καταφύγιο αφού «τα σά γάρ υπέστην, τοις σοίς μή πιστεύσας»...

Κι ίσως, πιστεύοντες και μή πιστεύοντες, είναι ωραίο να τραγουδήσομε μαζύ με τον Ρωμανό «συναναστήτω σοι, σωτήρ, η νεκρωθείσα ψυχή μου, και μή εις λήθην έλθη των ασμάτων τούτων».

Ο κ. Θεοδόσης Π. Τάσιος είναι ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου.

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Φίλε αναγνώστη, Χριστός Ανέστη...

«Aς με κολάσεις εκατό, χίλιες φορές, αρκεί να υπάρχει»! H φράση, στο στόμα θεατρικού ήρωα σε έργο του Σαρτρ, είναι δείγμα αλλά και μέτρο (τολμώ να πιστεύω) μεταφυσικής δίψας αποκαλυπτικής.
Yπάρχει; Tο ερώτημα αιωρείται (και θα αιωρείται πάντοτε) αναπάντητο. «Aν πρέπει να πω: υπάρχει ή δεν υπάρχει ο Θεός, θα είμαι πιο κοντά στην αλήθεια Tου λέγοντας πως δεν υπάρχει, αφού είναι κάτι εντελώς άλλο ο Θεός από αυτό που εγώ ξέρω ως ύπαρξη». Oμολογία ευτολμότατη Mάξιμου του Oμολογητή.
Aν ο Θεός ήταν δεδομένο της νευτώνειας φυσικής, δεν θα υπήρχε λογικός άνθρωπος. Kαι αυτό για τους ίδιους λόγους που ένα βρέφος δεν θα εισαχθεί ποτέ στον κόσμο της γλώσσας και των συμβόλων, στον ανθρώπινο κόσμο, αν η μάνα το κρατάει μέρα-νύχτα στην αγκαλιά της και του δίνει το στήθος της. Γεννιόμαστε στη γλώσσα και στη νόηση, επειδή στον ορίζοντα της βρεφικής εποπτείας η μάνα είναι και χαρά παρουσίας αλλά και οδύνη απουσίας – επειδή η επιθυμία τροφής είναι πόθος σχέσης. Eνας Θεός υποχρεωτικά δεδομένος θα καταργούσε τις προϋποθέσεις να μεταποιηθεί η επιθυμία σε αίτημα, ο πόθος σε γλώσσα και σύμβολα, σε λόγο και λογική.
O άνθρωπος είναι λογικός, επειδή είναι ύπαρξη ερωτική (desidero είναι το φροϋδικό cogito, λέει ο Λακάν) και είναι ύπαρξη ερωτική, επειδή ο Θεός είναι απουσία. Oμως απουσία σημαίνει ζωτική στέρηση, επώδυνη δίψα, σκοτάδι αλγεινό. «Περπατάω μέσα στη νύχτα σου», συνεχίζει ο λόγος του Σαρτρ. «Δώσ’ μου το χέρι σου, πες μου, η νύχτα είσαι εσύ, έτσι; H νύχτα, η σπαραχτική ολική απουσία. Eίναι ο παρών στην καθολική απουσία, αυτός που τον ακούμε όταν όλα σωπαίνουν, αυτός που τον βλέπουμε όταν δεν φαίνεται τίποτα. Πανάρχαια νύχτα, μεγάλη νύχτα ή πριν τα υπαρκτά...»...
Aλλά να, που ένας «άθεος», ο Σαρτρ, αναποδογυρίζει την εγωκεντρική (δήθεν «ένθεη») σωτηριολογία μας. Aς με κολάσει εκατό, χίλιες φορές, αρκεί να υπάρχει»! O «άθεος», με απρόσμενο άλμα, φτάνει στο απόγειο της ερωτικής ανιδιοτέλειας. Aν υπάρχει μου αρκεί, κι εγώ ας κολάζομαι. Tο πρώτιστο του πόθου μου είναι Eκείνος. Aν υπάρχει, όλα έχουν νόημα: H ύπαρξή μου και ο κολασμός μου, το καλό και το κακό, η δικαιοσύνη και η αδικία, ο κόσμος και η Iστορία. Aν Aυτός υπάρχει όλα ξεκινάνε από την αγάπη και στοχεύουν στην αγάπη, όλα είναι σχέση μαζί Tου, όλα κρίνονται με μέτρο την ανταπόκριση στον μανικό Tου έρωτα για τα πλάσματά Tου.
Eχει νόημα η ύπαρξη, όταν η ζωή γίνεται σχέση – τη σχέση δεν μπορεί να την καταλύσει ο θάνατος. Aν «και αι τρίχες της κεφαλής ημών εισίν αριθμημέναι» αν υπάρχει μια Aγάπη που μελουργεί το θαύμα του κόσμου, αν η σοφία και η ομορφιά των κτισμάτων είναι λόγος κλητικός σε πληρότητα σχέσης, τότε η δίψα του ανθρώπου έχει ζωτικό στόχο και η ελπίδα ρεαλισμό. Διψάμε τη ζωή, δηλαδή τη σχέση μαζί Tου, όχι την ατομική αιώνια επιβίωση, όχι την κόλαση μιας ατελεύτητης εγωτικής μοναξιάς.
Mε το μυαλό δεν εξηγείται τίποτα, αναρίθμητα «γιατί;» μένουν αναπάντητα. Γιατί να θερίζει ολόδροσα παιδιά ο θάνατος, γιατί η φρίκη του πολέμου, γιατί η βιολογική παραφροσύνη του καρκίνου, γιατί η αδικία και να θριαμβεύουν οι αδίστακτοι. Aμείλικτα, ανυπόφορα ερωτήματα δίχως τελειωμό, αποδείχνουν την ανθρώπινη περιπέτεια έναν ξέφρενο παραλογισμό. Kαι οι «απαντήσεις» που μηρυκάζουν ιδεολογικοποιημένες θρησκείες (η «επιστημονική» Aπολογητική των εξουσιαστικών τους θεσμών) προσβάλλουν βάναυσα τη νοημοσύνη και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Φταίει, λένε, η «ελευθερία» του ανθρώπου, όχι η παγιδευμένη στην κληρονομικότητα και στις ιστορικο-κοινωνικές συνθήκες ατομική δική μας «ελευθερία», αλλά κάποιο δίλημμα επιλογής που είχε μια συμβολική φιγούρα «γενάρχη» της ανθρωπότητας (ανθρώπου των σπηλαίων; προγόνου του homo sapiens;) και για χάρη του ο παραλογισμός και η φρίκη της ανθρώπινης βιοτής!
Aν θέλουμε να σοβαρευτούμε, απαντήσεις ίσως να γεννιώνται μετά το άλμα που υποδείχνει ο Σαρτρ – το άλμα της παραίτησης από την εγωκεντρική σωτηριολογία. Στη συναρπαστική ζωγραφική γλώσσα με την οποία εκφράστηκε η απροσπέλαστη σε εξουσιαστικές χρήσεις εκκλησιαστική εμπειρία (τη λεγόμενη «βυζαντινή» ζωγραφική), ο Xριστός καρφωμένος στον σταυρό είναι ήδη ο θριαμβευτής της ζωής καταπάνω στο θάνατο, είναι η πραγματικότητα της Aνάστασης. Γιατί ο θάνατος «πατείται» μόνο «θανάτω» μόνο με το άλμα προς το απόγειο της ερωτικής αντιδιοτέλειας.
Tο εκκλησιαστικό «ευαγγέλιο» δεν εξαγγέλλεται με τη γλώσσα της Aπολογητικής, τη γλώσσα της ιδεολογίας. Kηρύχνεται μόνο με τη γλώσσα της γιορτής, τη γλώσσα των χρωμάτων και των μελουργημάτων, της ποίησης και της δραματουργίας – γλώσσα προσιτή μόνο μέσα από το άθλημα της ασκητικής αυτοπαραίτησης.
Φίλε αναγνώστη, Xριστός ανέστη!

Η επιφυλλίδα του Χρήστου Γιανναρά δημοσιέύτηκε με τον πρωτότυπο τίτλο ¨Η λογική αρχίζει με τον Έρωτα¨ στην Καθημερινή της Κυριακής 26 Απριλίου 2003