Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

Ο κορυφαίος των Μακαρισμών, Αρχιεπ. Αυστραλίας Στυλιανού


Γνώρισα ανθρώπους που δεν θα τους έλεγα απαραιτήτως θρησκευόμενους, μήτε θα μπορούσα να πω πως φαινόταν να έχουν κάποια ιδιαίτερη σχέση με τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Εντούτοις, μόλις η κουβέντα μας στράφηκε στα κάπως πνευματικότερα, δεν δυσκολεύτηκαν να δηλώσουν ότι, αν κάτι τους έχει πάντα σαγηνεύσει από το Ευαγγέλιο του Χριστού, αυτό είναι η Επί του Όρους Ομιλία (Ματθ. 5, 7).

Φυσικό επομένως είναι, για τον πολύ κόσμο -ακόμη και για τον μέσο χριστιανό- να σαγηνεύεται και να συγκινείται από την Επί του Όρους Ομιλία, όχι κυρίως λόγω του νέου και βαθύτερου νοήματος... όσο λόγω της απλότητας του ύφους και της στοργής, να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις πιο «αφανείς τάξεις» των ανθρώπων, «τους αδελφούς τους ελαχίστους», όπως έλεγε, σε άλλη περίπτωση, ο Χριστός (πρβλ Ματθ. 25,40).
Δεν έχει κανείς παρά να ξαναδιαβάσει ολόκληρη τη σειρά όπου «μακαρίζονται», δηλαδή ευλογούνται, «οι πτωχοί τω πνεύματι», «οι πενθούντες», «οι πράείς», «οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην», «οι ελεήμονες», «οι καθαροί τη καρδία», «οι ειρηνοποιοί»... για να εκτιμήσει αναλόγως την εν συνεχεία αποστροφή του Χριστού στους ίδιους τους μαθητές του, με κορύφωστι της αξιολογικής κλίμακας στη δήλωση «μοκάριοι εστέ όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσιν και είπωσιν παν πονηρόν ρήμα καθ' υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού» (Ματθ. 5, 11).

Πάντως, όσο και αν η ενθουσιώδης κρίση των πολλών για την Επί του Όρους Ομιλία δεν οφείλεται πρωτίστως στο βαθύτερο ηθικό και θεολογικό περιεχόμενο... είναι προφανές και για τον απλούστερο πιστό ότι ο κάθε επιμέρους μακαρισμός δεν αφορά σε ολόκληρη την ανθρώπινη ζωή, παρά σε μία μόνο συγκεκριμένη κατάσταση, και μάλιστα στιγμιαία. Αυτός είναι, άλλωστε, και ο λόγος που οι στιγμιαίες αυτές καταστάσεις αποδίδονται, κατά το πλείστον, με τον τύπο της μετοχής (πεινώντες, διψώντες, πενθούντες κ.ά.) Πώς, όμως, να παρηγορήσει κανείς μια ολόκληρη ζωή με ένα μακαρισμό που αναφέρεται στην αντιμετώπιση μιας μόνο κατάστασης; Με άλλα λόγια, πώς να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος την απροσδιόριστη ποικιλία των ενδεχόμενων και επερχόμενων «εκπλήξεων» με καταναλωτικά αγαθά μόνο «μιας χρήσεως”; ...όλος αυτός ο προβληματισμός, ως προς την ψυχολογία του μέσου αναγνώστη, φωτίζεται κατά τρόπον μοναδικό από ένα άλλο σημαντικότατο χωρίο της Καινής Διαθήκης. Πρόκειται για ένα στιγμιότυπο από τη ζωή του Χριστού το οποίο δεν έχει προσεχθεί όσο θα έπρεπε. Ιδού το εν λόγω χωρίο:
Εγένετο δε εν τω λέγειν αυτόν ταύτα επάρασα τις γυνή φωνήν εκ του όχλου είπεν αυτώ· Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ούς εθήλασας. αυτός δε είπε· Μενούνγε μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν... (Λουκ. 11, 27)

Σε αυτό το χωρίο βλέπουμε ότι και πάλι ο λόγος για μακαρισμούς. Όμως, αυτήν τη φορά, µε κάπως ανεστραµµένους τους όρους. Εδώ, δηλαδή, δεν είναι ο Χριστός που αρχίζει να μακαρίζει ανθρώπους ξεχωριστούς. Είναι μια άγνωστη, απλή γυναίκα που μακαρίζει τη Μάνα του Χριστού. Και αυτό, σηµειωθήτω, γίνεται πρώτη και μοναδική φορά στις διηγήσεις της Κοινής Διαθήκης. Συγκλονισμένη από το κήρυγμα του Χριστού, η ταπεινή ακροάτρια δεν κρατήθηκε και ξέσπασε μέσα από το πλήθος µε μια κραυγή ασυνήθιστης περιπάθειας. Δεν μακάρισε η απλή γυναίκα το πρόσωπο της Παναγίας αορίστως. Μακάρισε τα συγκεκριμένα µέλη του σώματος της που ήλθαν σε άμεση επαφή µε τον Θεάνθρωπο, κατά την κυοφορία και τον θηλασμό: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και µαστοί ους εθήλασας».
...για να ευλογηθεί σε αυτό τον βαθµό η Παναγία, πρέπει να θυµήσουµε ότι είχε προηγουμένως καταθέσει την ανεπιφύλακτη ταπείνωση και υπακοή της στο ουράνιο μήνυμα. Μοναδική της απάντηση το «ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτό µοι κατά το ρήµα Σου» (Λουκ. 1, 38). Οι διηγήσεις των Ευαγγελίων μας λένε, επίσης, ότι, ακούοντας πάντα η Θεοτόκος το κήρυγμα του γιού της, δεν τόλµησε ποτέ ούτε να ρωτήσει ούτε να αµφισβητήσεις τίποτε, αλλά µόνο «διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτού (Λουκ. Ζ, 51). Η μόνη «ένσταση» που ψέλλισε, στην όλη περιπέτεια που θα ζούσε, αναφερόταν στο κατά πόσο ήταν «επαρκής» για μια τέτοια αποστολή: «Πως έσται µοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;» (Λουκ. 1,34).

Απ' όσα ελέχθησαν πιο πάνω, έγινε ασφαλώς φανερό ότι, απαντώντας ο Χριστός στον μακαρισμό της Παναγίας από την απλή γυναίκα του πλήθους, µας καλεί να παραδειγµατιστούµε και εμείς από τη σχέση της Αειπαρθένου µε τον λόγο του Θεού. Και αυτή η σχέση, όπως βγαίνει ανάγλυφη από τις διηγήσεις των ιερών Ευαγγελίων, δεν ήταν βεβαίως τυπολατρική, νοµικιστική ή ηθικιστική εκπλήρωση τούτης ή εκείνης της εντολής. Ήταν μια παµµερής και ανεπιφύλακτα εγκατάλειψη ολόκληρου του εαυτού της στα χέρια «του ζώντος Θεού».

Αυτήν ακριβώς τη στάση της Παναγίας, που είναι το μείζον, μακαρίζει ο Χριστός, και όχι το ότι τον κυοφόρησε και τον θήλασε, που είναι το έλασσον. ...γι' αυτό ο μακαρισμός τής Παναγίας είναι ο «κορυφαίος», όχι µόνο σε όλο το πλήθος των γνωστών μακαρισμών, αλλά σε όσους άλλους ακόμη θα μπορούσε να φανταστεί ο ευλαβής στοχασμός. Γιατί τους συνοψίζει όλους και τους καταξιώνει, από το ανεξάντλητο βάθος της... αυτοπροσφοράς του ανθρώπου, μπροστά στις ανεξερεύνητες βουλές του Θεού.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ως ύψιστο στόχο τού επιμέρους πιστού μέσα στην εκκλησία θέτει το να «κυοφορήσει» διά βίου τον λόγο του Θεού, ώστε ο καθείς να αναδειχθεί µε τον τρόπο του «Θεοτόκο» . Γι' αυτό ο μακαρισμός της Παναγίας είναι ο «κορυφαίος», γιατί τους συνοψίζει όλους και τους καταξιώνει, από το ανεξάντλητο βάθος της πλήρους αυταπάρνησης και αυτοπροσφοράς του ανθρώπου, μπροστά στις ανεξερεύντητες βουλές του Θεού.


Περιοδικό Θεός & Θρησκεία, Ιαν. 1999

Δεν υπάρχουν σχόλια: