Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

Βροχή Επιστροφής...


Εγώ, όταν θα μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέβρης, έλεγε ο Αύγουστος


Έβρεξε δω λιγάκι.
Δοκιμαστικά σαν έλεγχος
αν λειτουργούν καλά οι πτώσεις.
Όπως χτυπάνε κάθε τόσο ξαφνικά οι σειρήνες, δοκιμαστικά,
αν λειτουργεί καλά ο τρόμος του πολέμου.
Ελάχιστη βροχή,
ίσα που την πλατάγισε στο στόμα του
το χώμα τη σταγόνα
-καθώς δοκιμαστής κρασιών-
μόλις που πρόλαβε η υγρόεσσα ευωδιά
παραπονιάρα να τριφτεί
πάνω στα περιβόλια.


Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το "προς το τέλος".
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέρι.


Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο.
Είσαι μες την αλμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.


Κ.Δημουλά

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Το «συμβόλαιο» να αντιπαλέψει τη ζούγκλα; Tου Χρήστου Γιανναρά


Είχε προηγηθεί η «πολιτική κηδεία» κορυφαίου της επαγγελματικής πολιτικής. Και στην τηλεόραση φίλος ομοϊδεάτης του τεθνεώτος εκθείαζε την προσωπικότητα και το έργο του. Για να καταλήξει στην κοινότοπη κορώνα: «Εκεί που είναι τώρα ο σύντροφος, θα κουβεντιάζει με τους παλιούς του συντρόφους, τον (τάδε), τον (δείνα), για τους κοινούς τους αγώνες και για στόχους που περιμένουν την πραγμάτωσή τους».

Εκφραστική αμηχανία, διολίσθηση στην κοινοτοπία; Πάντως η ρητορική εικόνα επέτρεπε στον τηλεθεατή το ερώτημα: Αν είναι έτσι, τότε προς τι η «πολιτική κηδεία»; Προς τι η άρνηση να εκκλησιαστεί η εξόδια μοναξιά, να σπαρεί το κορμί στην κοινωνούμενη ελπίδα, ελπίδα για κάτι που αγνοούμε κι όμως εμπιστευόμαστε τη ζεστασιά του;

«Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ· μα ωστόσο λάμπει», βεβαίωνε ο Ελύτης. Οταν χαθεί «η άγνοια η υπερτέρα πάσης γνώσεως», τότε προκύπτουν οι «βεβαιότητες» που οδηγούν στην «πολιτική κηδεία»: Δεν υπάρχει τίποτα μετά, ερχόμαστε από το πουθενά και πηγαίνουμε στο μηδέν. Καμιά ελπίδα, καμιά εμπιστοσύνη σε ό,τι δεν μπορεί να εξουσιάζει το εγώ σαν «στέρεη» γνώση.

Ομως να που ο φίλος ομοϊδεάτης του «πολιτικά» κηδευθέντος, στο αποκαλυπτικό lapsus της αυθορμησίας του, βλέπει να επιβιώνει η υπαρκτική ετερότητα των «συντρόφων». Ο,τι είναι κοινό και αδιαφοροποίητο (η «φύση» λέγανε οι Ελληνες) φυσικά υπόκειται στη νομοτέλεια, φυσικά και πεθαίνει. Ο,τι όμως είναι μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο, δηλαδή ελευθερία υπαρκτικής ετερότητας από το κοινό και αδιαφοροποίητο, πώς να υποταχθεί στην αναγκαιότητα του θανάτου;

Κάθε άνθρωπος έχει σκέψη, κρίση, φαντασία, θέληση, ποιητική (δημιουργική) ικανότητα, είναι ζώον ορθοβαδιστικόν, γελαστικόν. Αλλά κάθε άνθρωπος σκέπτεται, κρίνει, φαντάζεται, θέλει, δημιουργεί, ορθοβατεί, γελάει με τρόπο που ποτέ κανείς δεν επανέλαβε και δεν θα επαναλάβει. Και η υπαρκτική ετερότητα πραγματώνεται πάντοτε αναφορικά, πάντοτε ως - προς, πάντοτε ως ελευθερία από το κοινό και αδιαφοροποίητο, ελευθερία από τις αναγκαιότητες της φυσικής ομοείδειας. Η ελευθερία πραγματώνεται οπωσδήποτε ως σχέση, ποτέ ως φύση.

Ποιος λοιπόν είναι ο πραγματικός, με την πιο ρεαλιστική σημασία του πραγματικού, άνθρωπος; Το «τι» των υπαρκτικών δεδομένων της φύσης, το κορμί, ή το «πώς» της πραγμάτωσής τους, το λογικό υποκείμενο; Πραγματική ύπαρξη είναι η ασυνείδητη φύση των αναγκαιοτήτων ή η συνειδητή ελευθερία της σχέσης; Αν η ρήση του Lacan ότι «το λογικό υποκείμενο γεννιέται στον τόπο του Αλλου» έχει βεβαιωμένο εμπειρικά οντολογικό περιεχόμενο, τότε το ερώτημα για τον μηδενισμό ή όχι της ύπαρξης με τον θάνατο απαιτεί διασάφηση πώς καταλαβαίνουμε την ύπαρξη: σαν βιολογική και μόνο οντότητα (l’ homme machine) ή ως λογικό υποκείμενο παράγωγο της σχέσης; Την ύπαρξη ως βιολογική οντότητα δεν την επιλέγουμε, είναι δεδομένη όσο και ο θάνατος. Την ύπαρξη που ιδρύεται ως σχέση τη διαχειριζόμαστε με ελευθερία.

Η εκκλησιαστική εμπειρία και μαρτυρία, όταν και όπου λειτουργεί, είναι ο πιο συναρπαστικός αγνωστικισμός που μπορεί να συναντήσει ο άνθρωπος. Δεν είναι ο αγνωστικισμός της ορθολογικής αμφισβήτησης, το εγώ που αμφιβάλλει ζητώντας θωράκιση. Είναι ο αγνωστικισμός της απροσδιοριστίας του έρωτα, τα ενδεχόμενα που επιφυλάσσει η περιπέτεια της σχέσης, της ερωτικής αυτοπαράδοσης και αυτοπροσφοράς. Οταν ξεκινάει ένας αληθινός έρωτας, όλα είναι άγνωστα και όλα είναι δυνατά, όχι σαν πιθανά ενδεχόμενα, αλλά σαν δυνατές κατακτήσεις του ολόκληρου, του πληρωματικού. Η εκκλησιαστική πρόκληση συνοψίζεται στη δυνατότητα να ελέγξει ο καθένας εμπειρικά αν, πραγματικά (υπαρκτικά), η σχέση νικάει τη φύση, αν η αγάπη νικάει τον θάνατο.

Οι «πολιτικές κηδείες» γίνονται όλο και πιο συχνό σύμπτωμα, γιατί η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας είναι όλο και πιο δυσεύρετη στην ελληνική κοινωνία. Υπάρχει καταιγισμός κηρυγμάτων, έντυπων, ραδιοφωνικών, τηλεοπτικών. Υπάρχουν τέσσερις πανεπιστημιακές Σχολές Θεολογίας, πάμπολλες ιερατικές, υποχρεωτικό μάθημα Θρησκευτικών στα σχολειά. Και όλος αυτός ο ορυμαγδός είναι, κατά κανόνα, μια ευτελέστατη ιδεολογική προπαγάνδα, που ανάλογη δεν επιβιώνει πια σε άλλη έκφανση του κοινωνικού βίου (μόνο στο ΚΚΕ). «Χριστιανική» αλήθεια λογαριάζεται το αυγουστίνειο σκιάχτρο ενός σαδιστή Θεού, που καραδοκεί στον θάνατο να ικανοποιήσει τη «δικαιοσύνη» του: Να επιβάλει βασανισμούς αιώνιους στον ιδεολογικά απείθαρχο «αμαρτωλό». Αυτό ξέρει σαν εκκλησιαστικό «ευαγγέλιο» η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων σήμερα. Οπότε, οι εραστές της ελευθερίας και ζηλωτές της αξιοπρέπειας καταφεύγουν στην «πολιτική κηδεία».

Δεν έχουμε οι Ελληνες στο κοινωνικό προσκήνιο εκκλησιαστικές παρουσίες να καταθέσουν μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Εχουμε εξωπραγματικές χρυσοστολισμένες φιγούρες με αχυρένιο λόγο θρησκευτικής παιδαριωδίας, σε νοητικό επίπεδο χαμηλότερο και της κομματικής ολιγόνοιας. Αυτό το κενό απηχούν οι «πολιτικές κηδείες». Ομως, ανυποψίαστοι για την πάλη «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, δίχως πια την παραμικρή αίσθηση του «ιερού», αίσθηση ότι «λάμπει» αυτό που αγνοούμε και σώζουμε τη συστολή της άγνοιας, χωρίς αυτή την αρματωσιά, πώς να αρνηθούμε τη ζούγκλα για χάρη της κοινωνίας;

Πώς να κάνουμε πολιτική δίχως άξονα αναφοράς της ευθύνης, δίχως κριτήρια αξιολόγησης της ποιότητας; Αν ερχόμαστε από το πουθενά και πηγαίνουμε στο τίποτα, τότε γιατί και ο εφοριακός να μη λαδωθεί, ο γιατρός να μην πάρει φακελάκι, ο τραπεζίτης να μην τοκογλυφήσει, ο υπουργός να μην καταχραστεί, ο κομματάρχης να μην εμπαίξει και απατήσει τους πάντες; Γιατί; Μόνο για την πιστότητα στη σύμβαση, την τήρηση του «κοινωνικού συμβολαίου» - μιλάμε σοβαρά; Εδώ την απειλή βασανιστηρίων αιώνιας κόλασης την ξορκίζουμε με λίγον ορθολογισμό και «πολιτική κηδεία». Θα αντισταθούμε με τη σύμβαση στην ορμέμφυτη ζούγκλα;

Είναι «άθλημα αληθείας» η πολιτική. Δεν συνταιριάζει με την καφρίλα της χρησιμοθηρίας.

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Τοῦ φθινοπώρου ἦρθεν ἡ Ὥρα


Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἦρθεν ἡ Ὥρα
στὴν πόρτα μου ἔξω. Κίτρινο φορεῖ
στεφάνι ἀπὸ μυρτιά. Στὰ νικηφόρα
χέρια της μία κιθάρα θλιβερή,

Κιθάρα παλαιϊκὴ ποὺ κλεῖ πληθώρα
μέσα της ἤχους καὶ ἤχους. Ἱερὴ
κοιτίδα. Κάθε πόνος, κάθε γνώρα
ποὺ ἦταν γλυκιὰ καὶ γίνηκε πικρή,

Ἦχος μέσ᾿ στὴν καρδιά της ἀποστάζει.
Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἡ Ὥρα ἐκεῖ
στὴν πόρτα μου ἦρθε δίχως νὰ διστάζη

Καὶ τὸ κιθάρισμά της πότε πότε
σὰ νἄτανε ἡ φωνή σου ἡ μυστικὴ
τοὺς στίχους σου ποὺ μοῦ τραγούδαες τότε


Αφιέρωση, Μ.Πολυδούρη

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Bιβλία στα σκουπίδια, του Τ.Θεοδωρόπουλου


Αναγνώστης μού επισήμανε πως στη Γαλλία για να παραλάβει ο μαθητής το βιβλίο του υπογράφει απόδειξη: σε απλά ελληνικά, το χρεώνεται. Αν στο τέλος του χρόνου, όταν το δώσει πίσω, είναι φθαρμένο, αναγκάζεται να το πληρώσει.
Θα μου πείτε, στη Γαλλία ζουν Γάλλοι που μιλούν γαλλικά και ως γνωστόν οι Γάλλοι είναι άνθρωποι μίζεροι, σπαγκοραμμένοι και τόσο στριμμένοι που ούτε το ρο δεν μπορούν να προφέρουν κανονικά. Ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να τους θεωρούμε πρότυπα, ούτε αυτούς ούτε τους Ελβετούς, που κι αυτοί υποχρεώνουν τα παιδιά τους να υπογράφουν αποδείξεις παραλαβής, ώστε, όταν μεγαλώσουν, να γίνουν τραπεζίτες. Ασε που οι Ελβετοί είναι καλβινιστές, κι αυτό πια δεν χρειάζεται κανένα σχόλιο. Αυτό μιλάει από μόνο του.
Ενώ εμείς εδώ, που δεν είμαστε ούτε Γάλλοι ούτε και καλβινιστές, εξακολουθούμε να μοιράζουμε στα παιδιά μας στην αρχή του χρόνου βιβλία χωρίς να μας νοιάζει τι θα τα κάνουν και αν, τουλάχιστον, θα φροντίσουν στο τέλος της χρονιάς να τα πετάξουν στην ανακύκλωση. Διότι εμείς εδώ έχουμε ανακαλύψει τη χρυσή τομή της εκπαιδευτικής διαδικασίας, το ένα και μοναδικό βιβλίο ανά μάθημα, ώστε ούτε οι δάσκαλοι ούτε και οι μαθητές να ταλαιπωρούνται ψάχνοντας δεξιά κι αριστερά. Ας είναι καλά ο Ιωάννης Μεταξάς, που πρώτος εφάρμοσε την αρχή του ενός και μοναδικού βιβλίου, τον νόμο της βαρύτητας του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Ξοδεύουμε κάτι παραπάνω, όμως «τι να τα κάνεις τα λεφτά, όταν δεν έχεις φράγκο». Κι έτσι κανείς δεν νοιάζεται για τα 32 εκατ. αντίτυπα που βγαίνουν από τα τυπογραφεία ετησίως, τα οποία αντιπροσωπεύουν γύρω στα 10 εκατ. ευρώ. Και κανείς δεν αναρωτιέται πόσες σχολικές βιβλιοθήκες θα μπορούσαν να έχουν εξοπλισθεί αν κάποιος σκεφτόταν να βρει τρόπους για να εξοικονομήσει ένα μέρος αυτών των 10 εκατ. κάθε χρόνο.
Θα μου πείτε, όταν οι στόχοι σου είναι τόσο ψηλοί, όταν το έχεις γινάτι να κατορθώσεις το ακατόρθωτο, τότε δεν σε σταματάει τίποτε.
Αυτά είναι πράγματα που δεν μπορούν να τα καταλάβουν ούτε οι Γάλλοι ούτε οι Ελβετοί ούτε οι Φινλανδοί που, απ' ό, τι ξέρω, επιτρέπουν στους δασκάλους να διδάσκουν στα παιδιά το μάθημα από όποιο βιβλίο επιλέξουν αυτοί. Διότι στην Ελλάδα του 2011 το ζήτημα είναι αν θα καταφέρουν να τυπωθούν εγκαίρως τα βιβλία που στο τέλος του χρόνου θα μεταμορφωθούν σε παλιόχαρτα, πόσες επιτροπές χρειάζεται να συνεδριάσουν και πόσοι εργάζονται στον ΟΕΔΒ. Κι όταν έχεις να ασχοληθείς με τόσο σοβαρά ζητήματα, πού να βρεις χρόνο για να ασχοληθείς με την ποιότητα του προϊόντος που, ούτως ή άλλως, ανακυκλώσιμο είναι.
Ούτε βέβαια να αναρωτηθείς μήπως κατ' αυτόν τον τρόπο υπονομεύεις τη σχέση του δεκάχρονου παιδιού με το βιβλίο και την ανάγνωση, μια και το ίδιο το σχολείο τού μαθαίνει πως το βιβλίο είναι ένα ευτελές αντικείμενο, χωρίς καμιά αξία, που το βοηθάει ίσα ίσα να βγάλει τον χειμώνα στην τάξη πριν το πετάξει στα σκουπίδια.

Εφημερίδα Τα Νέα

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Αλφαβητάρι, γράμμα Φ


Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Καλή Χρονιά..


Σε όλο το Δυτικό κόσμο οι άνθρωποι κάνουν τα σχέδια τους για την καινούργια σεζόν τον Σεπτέμβριο, την ουσιαστική «νέα χρονιά». Μένει, αυτό το σοφό αντανακλαστικό του κόσμου να γίνει θέσμος.

Διάβασα πρόσφατα σε μια έρευνα οτι ένα από τα λίγα κοινά στον κοινωνικό ιστό των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ότι στις μέρες των γιορτών αυξάνονται τα κρούσματα κατάθλιψης. Πιστεύω ότι αυτό ισχύει αποκλειστικά για την Πρωτοχρονιά. Οι κάθε είδους απελπισμένοι έχουν εναποθέσει την ελπίδα στο νέο χρόνο. Η κατανόηση ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει και η συνακόλουθη κατάθλιψη έρχεται με το «Πάει ο Παλιός ο Χρόνος». Στο όνομα αυτών των ανθρώπων ας αλλάξουμε την παρωχημένη ημερομηνία της Πρωτοχρονιάς. Ας τη βάλουμε το Σεπτέμβριο. Το λέω πολύ οοβαρά. Αν κάποιος πάρει τη σχετική πρωτοβουλία, θα του είμαστε αιώνια ευγνώμονες. Το εορταστικό κλίμα των ημερών που δυανύουμε δεν θα διαταραχτεί και πιστεύω ότι μπορεί να αναβαθμιστεί και η πολύπαθη γιορτή των Φώτων, που είναι η αδικημένη της ιστορίας καθώς δεν γιορτάζεται με τη λαμπρότητα που της πρέπει.
Κάποτε η Πρωτοχρονιά είχε νόημα να γιορτάζεται τον Ιανουάριο. Τότε που οι άνθρωποι μετρούσαν τις μέρες με την ανατολή και τη δύση και όχι με το «Καλημέρα Ελλάδα» του Παπαδάκη και το νυχτερινό δελτίο της Λίζας Δουκακάρου. Πιο πολύ και από γιορτή, η Πρωτοχρονιά ήταν κάτι σαν ανάσα ελπίδας, σαν μια προσπάθεια να εξορκιστεί· ο χειμώνας, που ήταν στο φόρτε του. Συμφωνώ οτι η Πρωτοχρονιά υπήρχε στη θέση της πριν από τα Χριστούγεννα, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό είναι λόγος για να τη διατηρήσουμε. Αλλιώς, ας διώξουμε τη Λίζα και ας ξαναφέρουμε την Κέλλυ Σακκάκου.
Τα Χριστούγεννα είναι από μόνα τους αρκετά λαμπερά, οι μπόμπιρες προτιμούν το Pro Enolution της Sony με το τρομερό γραφιστικό από κάποιον Αϊ Βασίλη κι ο Αντένα δεν βγάζει πλέον το νικητή του «Fame Story». Η ίδια η ευχή «καλή χρονιά» είναι εντελώς passe.  Όλοι ξέρουν ότι όταν τα πράγματα πηγαίνουν στραβά, σιγά μην σε σώσει ο καινούριος χρόνος…
Στα αθλητικά η Πρωτοχρονιά είναι μια σκέτη θλίψη.  Οι παικτες παίρνουν ρεπό (ένα, συνήθως τα Χριστούγεννα).  Το χειρότερο είναι ότι τέτοιες μέρες αρχίζει το πανηγύρι των ψηφοφοριών και των βραβείων. Όλα αφορούν στην περασμένη σεζόν, αλλά απ’ τη στιγμή που στο μεταξύ έχει περάσει η μισή τρέχουσα, άντε να βγάλεις άκρη!  Τα κατορθώματα των πρωταγωνιστών είναι τόσο παλιά που νομιζεις ότι δεν έχουν γίνει ποτέ.  Στην ετήσια ψηφοφορία των Ελλήνων αθλητικών συντακτών βραβεύονται συνήθως πρωταθλητές που εντυπωσίασαν όσο ακόμα κρατούσε το καλοκαίρι.  Μπορεί ακούγοντας το όνομα του καλύτερου να μην ρωτάμε «ποιος είναι αυτός;» αλλά το γιατί κέρδισε δεν είναι πάντα αυτονόητο και συχνά επιβάλλεται να στο αναλύσουν!  Ο χρόνος πλέον τρέχει τόσο γρήγορα που ένα εξάμηνο είναι αρκετό για να φέρει τα πάνω κάτω...
Ο Σεπτέμβριος είναι πλέον ο ιδανικός μήνας για να γιορτάζουμε την Πρωτοχρονιά. Ερχόμαστε όλοι ξεκούραστοι απ’ το καλοκαίρι, ενώ τον Ιανουάριο – και μάλιστα λίγες μόνο μέρες μετά την κρεπάλη των Χριστουγεννων – είμαστε όλοι πτώματα.  Ο Σεπτέμβρος επιβάλλει προβληματισμό και προγραμματισμό (αφού καλοκαιριάτικα έχουμε ξεπαραδιαστεί ενώ αντίθετα ο Ιανουάριος φέρνει σκοτούρες – ο δέκατος τρίτος μισθός δεν φτάνει για τίποτα – και σε μερικές περιπτώσεις πανικό (μαζί με τον πρώτο λογαριασμό για το πετρέλαιο).
Ο Σεπτέμβριος αφήνει περιθώρια για σχέδια, ενώ ο Ιανουάριος είναι ο μήνας που συνήθως συνειδητοποιείς ότι δεν θα κανείς τίποτα απ’ όσα ήθελες και φέτος. Το Σεπτέμβριο οι πόλεις είναι πανέμορφες και οι άνθρωποι ξαναβρίσκονται, ξεκινούν τα νέα προγράμματα των καναλιών και αρχίζουν τα πρωταθλήματα και οι ευρωπαϊκές διοργανώσεις.  Ο Ιανουάριος είναι ο μήνας που οι φίλοι σ’ έχουν κουράσει, που διάφοροι σου λένε να κάνεις δίαιτα, που τα προγράμματα των καναλιών τα έχεις βαρεθεί, που το πρωτάθλημα είναι χάλια και που οι ομάδες μας στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις έχουν κουνήσει μαντίλι.
Δεν χρειάζεται η Πρωτοχρονιά του Γενάρη, τα Χριστούγεννα αρκούν για να βρεθούμε με τους δικούς μας, για να πάμε ταξίδια στο εξωτερικό ή την Αράχοβα (που στοιχίζει περίπου το ίδιο), να χαρτοπαίξουμε, να παρηγορηθούμε εμείς οι γκαντέμηδες ότι κερδίζουμε στην αγάπη, να κάνουμε δώρα, να έχουμε μια ωραία αφορμή για να βαλουμε τα καιά μας και να γίνουμε φέσι.
Η Πρωτοχρονιά, τη στιγμή που έρχεται, είναι, απλά, too much.

Αντώνης Καρπετόπουλος

Σάββατο 13 Αυγούστου 2011

Η Παναΐα λειτουργά...


Εκεί που τα Άγια Μυστήρια δεν τελούνται για τους παρόντες, άλλα κυρίως και εξαιρέτως για την Παναγία μας, για τους Πατριάρχας, τους Αποστόλους, τους Μάρτυρας και για τους εν πίστει ορθοδόξω τετελειωμένoυς πατέρας κι αδελφούς ημών. 
Εκεί που η Παναΐα λειτουργά κι ο ηγούμενον κοιμάται, τερέστεν οματόπα μου, πάω κι αρωθυμάτε...

Πόντος 15 Αυγούστου 2010

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

Ας ενηλικιωθούμε, της Ναταλίας Τσαλίκη


Δυο στιγμιότυπα που παρακολούθησα τους τελευταίους μήνες στην τηλεόραση, μ’ έβαλαν σε σκέψεις. Το ένα ήταν, όταν μετά τον καταστροφικό σεισμό στην Ιαπωνία, μια νεαρή Γιαπωνέζα έκανε έκκληση στην κάμερα: «Σας παρακαλώ, βοηθείστε την αγαπημένη μας πατρίδα»! Και το άλλο, οι δηλώσεις μιας νεαρής Νορβηγίδας, μετά το μακελειό των μαζικών ανθρωποκτονιών στο Όσλο και τη νήσο Ουτόγια. Ερχόταν από μια άλλη πόλη της Νορβηγίας, και δήλωνε στην κάμερα ότι συμπαραστέκονται σ’ αυτή την τραγωδία, όχι ως απλοί πολίτες, αλλά ως Έθνος.
Δυο γεγονότα που, με την πρώτη ματιά, δείχνουν αυτονόητα. Κι όμως, ποιος νεαρός Έλληνας θα έκανε αυτές τις δηλώσεις και θα τις ΕΝΝΟΟΥΣΕ κιόλας; Πολύ φοβάμαι, κανένας. Είναι «ντεμοντέ» στις μέρες μας, ένας νέος άνθρωπος να νιώθει και να δηλώνει δημόσια ότι αγαπάει την πατρίδα του.
Και μη μου πείτε ότι το κράτος της Νορβηγίας π.χ. έχει άλλη, πιο κοινωνική πολιτική απέναντι στους κατοίκους της, ενώ η Ελλάδα είναι αδιάφορη στις κοινωνικές ανάγκες των Ελλήνων, δεν προστατεύει την καθημερινότητά τους, την ασφάλεια τους, την Υγεία, την Παιδεία κ.λ.π., κ.λ.π. Το ξέρω.
Η Ελλάδα όμως, είναι -έγινε- έτσι, επειδή ΕΜΕΙΣ είμαστε έτσι. Η Ελλάδα, δεν είναι μια ξεχωριστή οντότητα από εμάς, ούτε κατοικείται από Αρειανούς. ΕΜΕΙΣ την καταντήσαμε έτσι, γιατί συνηθίσαμε να την βλέπουμε ως μια χώρα που πρόσκαιρα μας  «φιλοξενεί», και που μπορούμε να την αρμέξουμε, να την ξεζουμίσουμε, να αρπάξουμε ο καθένας από ένα κομμάτι της, να το εκμεταλλευτεί για ίδιον όφελος, και μετά, να το πετάξει στο καλάθι των
αχρήστων.
Συνηθίσαμε να χειριζόμαστε τη ζωή που μας δόθηκε, με μια κακώς εννοούμενη Επικούρεια φιλοσοφική αντίληψη, «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε, δε βαριέσαι, ΕΜΕΙΣ να ‘μαστε καλά»! Στις πιο πολλές περιπτώσεις δε, αυτό το ΕΜΕΙΣ, εννοείται ως ΕΓΩ, ξεχνώντας βέβαια, ότι στην ίδια χώρα, θα συνεχίσουν να ζούνε αύριο, ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ!

Κυριακή 31 Ιουλίου 2011

Αιγαίο το λένε, του Δημ. Καμπουράκη


Ταξιδεύω νύχτα στο Αιγαίο, χωρίς προορισμό. Μέσα σ’ ένα κατάμεστο Blue star. Τουρίστες χαζεύουν το σκοτεινό πέλαγος, φορτηγατζήδες πίνουν μπύρες βροντογελώντας, μανάδες κυνηγάνε τα παιδιά τους  να τα ταΐσουν  προτηγανισμένες πατάτες. Στους καναπέδες των σαλονιών μισοκοιμούνται μισόγυμνα κορίτσια και φουσκωτά αγόρια γεμάτα τατουάζ. Πως διάολο ξέπεσε έτσι το τατουάζ του ναυτικού; Όχι του ναύτη του Αιγαίου, αλλά του παγκόσμιου ναυτικού. Από σημάδι της ψυχής που αναδύεται και χαράζει ανεξίτηλα το κορμί, κατάντησε ασήμαντο χρωματιστό πλουμί πάνω στο δέρμα. Θα ‘θελα να ‘χα κάνει ένα αληθινό τατού για σένα, όμως τώρα είναι αργά. Η ψυχή έπαψε να στέλνει προς τα πάνω μηνύματα που σε αφορούν. Σφραγίστηκε ερμητικά ο τάφος του αλλοτινού μεγάλου έρωτα. Θα τον ξανανοίξει πολύ αργότερα ο μέγας τυμβωρύχος που ονομάζεται γήρας και θα τον αξιολογήσει κατά πως νομίζει. Πιθανότατα με την εκδικητικότητα που έχουν πάντα τα γηρατειά απέναντι στα νειάτα. Δε βαριέσαι, έτσι είναι η φορά των πραγμάτων.

Ταξιδεύω στο Αιγαίο, χωρίς προορισμό. Μέσα σ’ ένα κατάμεστο πλοίο. Ακολουθεί τους παλιούς δρόμους των νερών. Από δω περνούσαν τα Μινωικά μονοκάταρτα τραβώντας για τη Σαντορίνη πριν βουλιάξει, από δω ο Οδυσσέας αναζητώντας –δήθεν- την Ιθάκη του. Από δω πέρασε γρήγορη σαν τον άνεμο, η ιερή τριήρης Πάραλος, τρέχοντας να προλάβει αυτή που μετέφερε την διαταγή της σφαγής των Λεσβίων. Σ’ αυτούς τους όρμους οι Βυζαντινοί Δρώμονες έκαναν δοκιμές εκτόξευσης του υγρού πυρός, σ’ αυτές τις παραλίες έβγαιναν αλαλάζοντες οι πειρατές του κοκκινογένη Μπαρμπαρόσα. Εδώ έπλεαν οι Καλύμνιοι βγάζοντας σφουγγάρια, οι Σιφνιοί πουλώντας πύλινα πυθάρια, οι Σαμιώτες ψάχνοντας αγοραστές για το κρασί τους. Σε τούτα τα καρνάγια έχτισε τον πελώριο στόλο του ο Καπετάν-Μπούμπουλης, χωρίς να φαντάζεται ότι η χήρα του θα τον μετέτρεπε σε τροφή για τα τούρκικα κανόνια, αφού θα τον δώριζε ολόκληρο στον αγώνα για την ανεξαρτησία. Αλήθεια, αν ζούσαμε τότε, θα πολεμούσαμε άραγε σε κείνο τον αγώνα ή θα στέλναμε τα λεφτά μας στις ξένες τράπεζες, θα περιμέναμε να βγάλουν οι Μπουμπουλίνες τα κάστανα απ’ τη φωτιά κι έπειτα θα ερχόμαστε πάνω στα ερείπεια για να οικονομήσουμε; 

Ταξιδεύω στο Αιγαίο χωρίς προορισμό. Ένα κλάμα μου ‘ρχεται απ’ το σκοτάδι, καθώς περνούμε ανοικτά της Μήλου. Είναι η Αφροδίτη, που έμεινε θαμένη στο νησί για 2000 χρόνια περιμένοντας το φως και ανακαλύφθηκε λίγες μέρες πριν την ελευθερία. Οι Γάλλοι την έκλεψαν και την έστειλαν στο Λούβρο να τη φωτογραφίζουν Γιαπωνέζοι, στις αρχές Μαρτίου του 1821. Είκοσι μέρες ακόμα και θα είχε μείνει εδώ δική μας, όπως τής έπρεπε...

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Που δίψασαν για αγάπη...



Tο τελευταίο αντίο μου το 'πες σε ένα πλοίο
πριν φύγεις γι ένα κόσμο ξένο και μακρινό

εκεί που θα σου λείπει κάθε χαρά και λύπη
κι αγέρας θα 'χεις γίνει σ' ένα μικρό στενό

Το τελευταίο αντίο το βρήκαμε γραμμένο
στους βίους των αγίων που ήταν αμαρτωλοί
που πείνασαν γι αγάπη που δίψασαν γι αγάπη
και περπατήσαν μόνοι ολόκληρη ζωή

Το τελευταίο αντίο μου το 'πες απ' το τρένο
πριν πας στην παγωμένη τη χώρα του χιονιά
εκεί που αναστενάζουν κι όσοι αγαπούν σου μοιάζουν
γιατί με τους αγγέλους είσαστε μια γενιά

Το τελευταίο αντίο το βρήκαμε γραμμένο
στους βίους των αγίων που ήταν αμαρτωλοί
που πείνασαν γι αγάπη που δίψασαν γι αγάπη
και περπατήσαν μόνοι ολόκληρη ζωή


Στίχοι : Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Διονύσης Τσακνής

Σάββατο 23 Ιουλίου 2011

Τὸ στόμα μου λαλήσει σοφίαν καὶ ἡ μελέτη τῆς καρδίας μου σύνεσιν..


  Από κορυφαίος καθηγητής του Χάρβαρντ, μοναχός στην Αριζόνα. Απεβίωσε σε ηλικία 93 ετών ο Κωνσταντίνος Καβαρνός.

Υπήρξε καθηγητής του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, φιλόσοφος, ιστορικός και γνώστης της θεολογικής γραμματολογίας, γνωστός στο χώρο της διανόησης, από τα συγγράμματα, τις διαλέξεις και τις διδαχές του, στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ελλάδα και ανά τον κόσμο. Ο λόγος για τον Κωνσταντίνο Καβαρνό, ο οποίος όπως αναφέρει ο Εθνικός Κήρυκας, απεβίωσε πρόσφατα σε ηλικία 93 ετών ως απλός καλόγερος στο Μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα.

Γεννήθηκε στη Βοστόνη, στις 19 Οκτωβρίου του 1918, από γονείς μετανάστες, τον Παναγιώτη και την Ειρήνη, με καταγωγή από τη Λέσβο, οι οποίοι πήραν τα τρία τους παιδιά, την Φραγκούλα, τον Ιωάννη και τον Κωνσταντίνο και επέστρεψαν στο χωριό τους, τον Τρίγωνα - Πλωμαρίου. Ο Κωνσταντίνος τελείωσε εκεί το Δημοτικό Σχολείο και στη συνέχεια η οικογένεια επέστρεψε στη Βοστόνη.

Ο φιλομαθής Κωνσταντίνος Καβαρνός, αποφοίτησε με άριστα από το Γυμνάσιο και στη συνέχεια έγινε δεκτός στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Ξεκίνησε με σπουδές στη Βιολογία, Βοτανολογία, Φυσική Ανθρωπολογία και Βιοχημεία, καθώς ήθελε να γίνει γιατρός, άλλαξε όμως γνώμη και σπούδασε φιλοσοφία.

Γνώριζε απταίστως την Ελληνική, Αγγλική, Γαλλική, Αρχαία Ελληνική και την Λατινική Γλώσσα. Εξέδωσε πάνω από εκατό βιβλία, ενώ πολλά άλλα παρέμειναν αδημοσίευτα. Με την εργασία του, «Ο Βίος του Ατόμου κατά τον Πλάτωνα εν σχέσει προς τον Χριστιανισμό και την νεωτέρα Φιλοσοφία», κέρδισε το 1941 στο Χάρβαρντ το βραβείο «Francis Bowen Prize».

Μετά τη θητεία του στον αμερικανικό στρατό, το 1945 κέρδισε και πάλι το βραβείο «Francis Bowen Prize» για τη μελέτη του «Το Πρόβλημα του Προορισμού του Ανθρώπου εντός της Φιλοσοφίας του Πλάτωνος».

Το Χάρβαρντ τον κατάταξε ανάμεσα στους διαπρεπείς φοιτητές του, τον εξέλεξε ως «Sheldon Fellow» και του έδωσε τη δυνατότητα, καλύπτοντας όλα τα έξοδα του, να ταξιδέψει σε χώρες του εξωτερικού, ώστε να μελετήσει τα διάφορα φιλοσοφικά τους συστήματα και να γνωριστεί με προσωπικότητες επιστημόνων. Ταξίδεψε στην Ελλάδα, Γαλλία, Αγγλία και αλλού.

Στην Ελλάδα γνώρισε και συζήτησε τις σύγχρονες φιλοσοφικές θεωρίες με τον τότε πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών Ιωάννη Καλιτσουνάκη, με τους καθηγητές της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, Θεόδωρο Βορέα και Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο και με τους καθηγητές φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνο Θεοδωρίδη και Ιωάννη Ιμβριώτη.

Επιστρέφοντας στη Βοστώνη ανακηρύχθηκε διδάκτορας του Χάρβαρντ με την διατριβή, «Η Κλασσική Θεωρία της Σχέσεως», μία ιστορική και κριτική μελέτη για την μεταφυσική του Πλάτωνος, του Αριστοτέλη και του Θωμά του Ακινάτη.

Ο καθηγητής Καβαρνός συνδέθηκε με στενή γνωριμία και φιλία με τον πρωτοπρεσβύτερο Αστέριο Γεροστέργιο, προϊστάμενο της κοινότητας των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης του Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης, ο οποίος ήταν συμφοιτητής στις μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία του σημερινού Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Ο ίδιος έχει συγγράψει τον βίο του καθηγητή και μοναχού Κωνσταντίνου Καβαρνού.

«Αγαπούσε κάθε τι το κλασσικό και Ελληνικό. Εύρισκε ψυχική γαλήνη και μεγάλη χαρά διαβάζοντας κλασσικούς συγγραφείς της αρχαιότητας, αλλά και των μεταγενέστερων χρόνων, όπως τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο Νύσσης, τον Μέγα Φώτιο, τον Ιωάννη Δαμασκηνό και άλλους. Πριν από δεκαετίες μελέτησε και μετέφρασε στην Αγγλική γλώσσα και εξέδωσε σε δύο τόμους ανθολογία της Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών Πατέρων», επισημαίνει στον «Εθνικό Κήρυκα» ο π. Αστέριος.

Ο αείμνηστος, σύμφωνα με τον π. Αστέριος, είχε προσωπική φιλία και μεγάλη εκτίμηση για τον μεγάλο λογοτέχνη και αγιογράφο Φώτη Κόντογλου, όπως μαρτυρούν οι 92 ανέκδοτες επιστολές τους προς αυτόν.

Πολλά από τα έργα του μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες (Αλβανικά, Αραβικά, Φινλανδικά, Γαλλικά, Ιαπωνικά, Ρωσικά, Σερβικά).

«Δεν ζήτησε ποτέ κάποια αμοιβή για τις μεταφράσεις, αλλά η χαρά του ήταν να βλέπει τα έργα του να κυκλοφορούν σε παγκόσμια κλίμακα», επισημαίνει ο π. Αστέριος. Και συνεχίζει: «Τον πλήγωνε, όμως, βαθιά η καταστροφή της ελληνικής γλώσσας, κι έλεγε ότι μελλοντικά οι Έλληνες θα ανανήψουν, θα εκτιμήσουν και αγαπήσουν το λαμπρό παρελθόν τους και θα εργασθούν για την πνευματική τους ανόρθωση».

Ο αείμνηστος Μοναχός Κωνσταντίνος Καβαρνός διέθετε πολύ καλή μνήμη γι’ αυτό θυμόταν λεπτομέρειες ακόμα και από τα μαθήματα που είχε ακούσει πριν πολλές δεκαετίες από τους καθηγητές του. Ο «νέος άγιος των Ελληνικών, αλλά και των Αγγλικών Γραμμάτων», όπως τον χαρακτηρίζει ο βιογράφος του, ήταν γνώστης της Βυζαντινής μουσικής και έγραψε τρεις εργασίες πάνω στο θέμα, ενώ επί δεκαετίες έψαλε «με μελωδικότατα και κατανυκτικότατα, κατά το Αγιορείτικο ύφος».

«Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Καβαρνός ζούσε τη μοναχική ζωή μέσα στον κόσμο και πριν ακόμα γίνει μοναχός στο Μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα γι’ αυτό και πολλοί τον αποκαλούσαν κοσμοκαλόγερο», ανέφερε ο π. Αστέριος και πρόσθεσε πως «όταν επρόκειτο να γράψει κάτι σπουδαίο ή να δώσει κάποια διάλεξη τηρούσε αυστηρή νηστεία για να έχει διαυγή νου».

Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

Οι απλές χαρές του καλοκαιριού, του Φώτη Κόντογλου

Βλογημένος ο άνθρωπος που μπορεί, τώρα το καλοκαίρι, να ξεμακρύνει για λίγο από την ταραχή της πολιτείας. Αν του αρέσει η θά­λασσα, ας πάει σε κανένα νησί, που δεν είναι ακόμα χαλασμένοι οι νησιώτες, ή σε κανένα ψαραδοχώρι. Να μην κουβαλήσει όμως μαζί του την πολιτεία, όπως κάνουνε πολλοί, που από τη μια θέλουνε να αφήσουνε την ταραχή πίσω τους, κι από την άλλη κουβαλάνε μαζί τους όλα τα περίπλοκα και κουραστικά καθέκαστα της πολιτείας. Πάρε μαζί σου όσο λιγώτερα πράγματα μπορείς.

Γιατί, το πιο μεγάλο κέρδος που θα 'χεις πηγαίνοντας σ' ένα τέτοιο μέρος, θα 'ναι η φχαρίστηση που νιώ­θει ο άνθρωπος σαν του λείψουνε πολλά πράγματα, που τα έχει στην πολιτεία τόσο εύκο­λα, και που εκεί πέρα θα του φαίνεται σαν κά­ποια μεγάλη απόλαυση και χαρά το πιο πα­ραμικρό πράγμα. Δυστυχισμένοι οι άνθρωποι που δεν τους λείπει τίποτα, και δεν έχουνε την ελπίδα να λαχταρήσουνε κάποιο πράγμα, είτε φαγητό είναι, είτε ξεκούρασμα, είτε ομιλία, είτε ζεστασιά, είτε δροσιά. Και καλότυχοι αληθινά όσοι δεν τα έχουνε όλα εύκολα, και για τούτο γίνουνται για δαύτους ολοένα νέα και δροσερά όλα τα πράγματα.

Λοιπόν, μην πάρεις πολλά πράγματα μαζί σου, για να μην πάρεις και την ατονία και την ανοστιά, που δίνει στον άνθρωπο η εύκολη απόλαυση. Τότε θα κα­ταλάβεις πόσο πολύτιμα είναι και τα πιο τιποτένια πράγματα. Η μοναξιά θα δώσει αξία στην απλή πα­ρέα, η πείνα στο μαύρο ψωμί, η κούραση στο σκληρό στρωσίδι. Η πύρα του ήλιου κ' η αρμύρα της θάλασσας θα ψήσει το πετσί σου, θα στύψει το κορμί σου και την πληγιασμένη ψυχή σου και θα νοιώσεις πως ζεις αληθινά, όπως ζούνε τα άλλα τα πλάσματα που απομείνανε στον φυσικό τρόπο της ζωής τους. Θα καταλά­βεις στο κορμί σου και στην ψυχή σου αληθινή υγεία, και κάποια ζωντάνια που την είχες ξεχάσει΄ κι αυτό που έλεγες υγεία στην πολιτεία, θα σου φανεί τότε σαν αρρώστεια. Θα ξεκουραστείς από την απλοποίηση της ζωής σου, αν βέβαια δεν είσαι ολότελα χαλασμένος, ώστε νά 'χεις την ιδέα πως η ευτυχία είναι το νά 'σαι μπερδεμένος μέσα σε χίλια δυο σκοινιά, και νά 'χεις στο μυαλό σου άλλες τόσες έγνοιες. Σαν αρχίσεις να ξεχωρίζεις σιγά-σιγά τον εαυτό σου, που είτανε πρω­τύτερα πολύ μακρυά, σαν ίσκιος, και να κάνεις συντρο­φιά μαζί του, χωρίς να στεναχωριέσαι. Δεν θέλω να πω πως θα πιάσεις να μιλάς με τη θάλασσα, με τα δέντρα, με τα πουλιά, με τις πέτρες, και να τα λες αδέλφια σου, όπως έκανε ο άγιος Φραντζέσκος, αλλά θα σου φαίνεται πως δεν πέφτεις από την κουτή σου την αξιοπρέπεια σαν ξαπλώσεις στο χώμα και κοιτά­ζεις ώρες τα μαμούνια, είτε, σαν κάθεσαι στην θαλασσόπετρα και σεριανίζεις τα ψαράκια, τα καβούρια και τ' άλλα τα ζωντανά τ' αρμυρού νερού, δίχως να κου­ράζεσαι και να βαρυέσαι.

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Μια διαφορετική πανήγυρη..



(Μαρτυρία Μητροπολίτου Λεμεσού κ.κ. Αθανασίου για τον Γέροντα Παϊσιο)

Πήγα στον Γέροντα τον Σεπτέμβριο του 1977, ήμερα Δευτέρα, παραμονή του Τιμίου Σταυρού. Χτύπησα την πόρτα πολύ πρωΐ, ο Γέροντας μου άνοιξε. Ήταν πολύ χαρούμενος και ευδιάθετος. «Α, ευτυχώς πού ήρθες διάκο», μου λέγει, «και έχω πανήγυρη αύριο. Θάρθουν ψάλτες, παρήγγειλα ροφό και έλειπε ένας διάκος. Ήρθες εσύ, εντάξει η πανήγυρη». «Έλεγε και άλλα τέτοια αστεία. Ύστερα μου είπε: «Θα μείνης εδώ απόψε».

»Ήξερα ότι ο Γέροντας δεν κρατούσε κανέναν τη νύχτα μαζί του. Μόλις μου το είπε πέταξα από την χαρά μου.

»Πήγαμε στο Εκκλησάκι, με έβαλε και τακτοποίησα την Αγία Τράπεζα, ξεσκόνισα, σκούπισα τον διάδρομο, έκανα διάφορες δουλειές. Μέσα μου αισθανόμουν πολύ μεγάλη χαρά. Το μεσημέρι πήγαμε να φάμε. Έκανε τσάϊ, έφερε παξιμάδι και έβγαλε άγρια λάχανα από τον κήπο του.
»Μου έκανε εντύπωση όταν κάναμε την προσευχή. Ο Γέροντας είπε το «Πάτερ ημών…» σήκωσε τα χέρια του και το είπε με τόσο πόθο και τόσην ευλάβεια πού ήταν σαν να μιλούσε πραγματικά με τον Θεό.

»Μετά με πήγε στο Κελλί και ξεκουράστηκα καμμιά ώρα. Ύστερα κάναμε τον μικρό Εσπερινό με κομποσχοίνι.

»Όταν τελειώσαμε μου είπε ο Γέροντας: «Κοίταξε, διάκο, τώρα θα κάνουμε αγρυπνία με κομποσχοίνι και το πρωΐ θα΄ρθεί ο παπάς να μας λειτουργήση. Ξέρεις να κάνης κομποσχοίνι; Θα σου πώ τί θα κάνεις», και μου έδωσε ένα πρόγραμμα. Ήταν ένα σοφό πρόγραμμα για να μην νυστάξω την νύχτα. Μου είπε να κάνω ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Έπειτα να κάνω ένα κομποσχοίνι εκατοστάρι στήν Παναγία. Ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι στον Χριστό για τους ζώντες. Ένα κομποσχοίνι εκατοστάρι στην Παναγία για τους ζώντες. Ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι στον Χριστό για τους κεκοιμημένους. Ένα κομποσχοίνι εκατοστάρι στην Παναγία για τους κεκοιμημένους. Ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι στον Τίμιο Σταυρό και μετά ένα τριακοσάρι «δόξα σοι, ο Θεός ημών, δόξα σοι». Πρώτη φορά άκουγα ότι γινόταν αυτό το πράγμα. Μου εξήγησε: «Αυτό το κομποσχοίνι είναι δοξολογία. Θα τα τελειώνεις και θ’ αρχίζεις από την αρχή».

»Μου είπε, «αν ακούσης κανένα θόρυβο, μην τρομάξης. Κυκλοφορούν εδώ αγριογούρουνα, τσακάλια κ.ά.». Με έβαλε στο μικρό Αρχονταρίκι του και είπε ότι κοντά στα μεσάνυχτα θα με φωνάξει να πάμε στην Εκκλησία να διαβάσουμε την θεία Μετάληψη.
»Άκουγα τον Γέροντα κατά διαστήματα ν’ αναστενάζη βαθειά. Κάπου-κάπου χτυπούσε τον τοίχο και ρωτούσε: «Ε, διάκο, κοιμάσαι; Είσαι καλά;»

»Στις μία παρά, περασμένα μεσάνυχτα πήγαμε στο Εκκλησάκι. Με έβαλε στο μοναδικό στασίδι πού υπήρχε, και μου έδωσε ένα κερί να διαβάσω την Θεία Μετάληψη. Αυτός στεκόταν δίπλα μου, στ’ αριστερά και άρχισε να λέη τους στίχους: «Δόξα σοι, ο Θεός ημών, δόξα σοι». Κάθε φορά πού έλεγε τον στίχο έκανε τον σταυρό του και έσκυβε μέχρι κάτω.

»Όταν φθάσαμε στο τροπάριο «Μαρία Μήτηρ Θεού…», θυμάμαι ότι τόσο μόνο διάβασα, μετά το «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς», πού είπε ο Γέροντας, αισθάνθηκα ένα πράγμα… δεν ξέρω, δεν μπορώ να το εκφράσω και σταμάτησα. Άρχισε τότε να κουνιέται το καντήλι της Παναγίας, όχι απότομα, αλλά σταθερά διέγραφε μια κίνηση όσο είναι το πλάτος της εικόνος και όλο το Εκκλησάκι πλημμύρισε από φως. “Εβλεπα χωρίς την λαμπάδα και σκέφθηκα προς στιγμήν να την σβήσω.

»Γύρισα προς τον Γέροντα. Τον είδα να εχη τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος και σκυμμένον μέχρι κάτω. Κατάλαβε ότι ήθελα να τον ρωτήσω και μου έκανε νόημα να μην μιλήσω. Έμεινα στο στασίδι και ο Γέροντας σκυφτός δίπλα μου. Αισθανόμουν τόση αγάπη και ευλάβεια προς τον Γέροντα και ένιωθα ότι βρισκόμουν στον παράδεισο.

»Μείναμε σ΄αυτήν την κατάσταση μισή, μια ώρα, δεν μπόρεσα ακριβώς να καταλάβω. Δεν ήξερα τί να κάνω. Ασυναίσθητα συνέχισα να διαβάζω από μόνος μου την Μετάληψη και όταν έφθασα στην ευχή «Από ρυπαρών χειλέων…», σιγά-σιγά έσβησε το φως πρώτα και μετά σταμάτησε να κουνιέται το καντήλι. Τελειώσαμε την Μετάληψη και βγήκαμε έξω στον διάδρομο. Με έβαλε να καθήσω σ’ ένα σκαμνάκι και αυτός κάθησε σ’ ένα μπαουλάκι σιωπηλός. Μετά από ώρα, τον ρώτησα:

-Γέροντα, τί ήταν αυτό το πράγμα;

-Ποιό πράγμα;

-Το καντήλι. Πώς κουνιόταν το καντήλι τόση ώρα;

-Τί είδες;

-Κουνιόταν το καντήλι της Παναγίας δεξιά-άριστερά.

-Μόνο αυτό είδες;

-Και φως.

-Άλλο;

-Δεν είδα άλλο τίποτε. (Ο Γέροντας για να ρωτάη τί άλλο είδα, φαίνεται ότι είδε κάτι παραπάνω).

-Καλά, δεν ήταν τίποτε.

-Πώς δεν ήταν τίποτε, Γέροντα; Κουνιόταν το καντήλι και είχε φως!

-Ε, δεν άκουσες πού γράφουν τα βιβλία, ότι η Παναγία γυρνάει όλα τα Κελλιά των μοναχών και βλέπει τί κάνουν; Ε, πέρασε και από δώ και είδε δυο παλαβούς και είπε να μας χαιρετίση και κούνησε το καντήλι της.

»Ύστερα από μόνος του άρχισε να μου διηγήται διάφορες εμπειρίες του. Μου ανέφερε πώς είδε την αγία Ευφημία, και πολλά άλλα. Είχε αλλάξει όλη η διάθεση του. Μέχρι το πρωί μου μιλούσε πνευματικά. Μου τόνισε: «Σου τα λέω αυτά, διάκο, από αγάπη για να σε βοηθήσω, όχι να νομίσης ότι είμαι κάτι».

»Στις 5.30′ ήρθε ο παπάς και ο Γέροντας ήθελε να λειτουργήσω, αλλά εγώ δεν είχα διακονικά άμφια. Μου έφερε ένα στιχάρι παλαιό, έφερε ένα πετραχήλι, το έκανε οράριο και το έπιασε με παραμάνα, βρήκε κάτι επιμάνικα, μου τα τύλιξε στα χέρια. Ήμουν σαν παλιάτσος, αλλά ήταν η ωραιότερη Λειτουργία της ζωής μου. Ήμασταν μόνο οί τρεις μας.

»Με κράτησε μαζί του μέχρι το Σάββατο. Με έστειλε μια φορά στο Μπουραζέρι, να δώ τους πατριώτες μου και να μείνω το μεσημέρι για να φάω. Και άλλη μια φορά με έστειλε στην Σταυρονικήτα πάλι για να φάω, γιατί στο Κελλί του είχε μόνο τσάι και παξιμάδι».

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

Περί μεταφράσεως των ιερών κειμένων


Mου προτάθηκε να λάβω μέρος σε μια επιτροπή η οποία να μελετήσει το θέμα αυτό και να συναγάγει τα πορίσματα της, τα οποία θα εισηγηθεί εν συνεχεία στους αρμοδίους. Εγώ είπα ότι δεν μπορώ να συμμετάσχω σε μια τέτοια επιτροπή γιατί πιστεύω ότι αυτά τα πράγματα δεν μεταφράζονται (…)


Η ποίηση δεν μεταφράζεται και μάλιστα όταν είναι συγκινησιακή. Ο Ελύτης δεν μεταφράζεται. Ο Καβάφης μεταφράζεται και μεταφράστηκε σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου γιατί είναι εγκεφαλικός κι εκείνη η ποίηση μεταφράζεται. Αλλά η ποίηση του Ελύτη που είναι συναισθηματική ποίηση, είναι συγκίνηση, οι λέξεις οι ίδιες είναι τραγούδι.. πως θα μεταφερθεί το τραγούδι αυτό; Με ποιους ήχους στις άλλες γλώσσες; Ήμουνα τότε στη Σουηδία που ένας Σουηδός κι ένας Έλληνας πάσχιζαν να μεταφράσουν Ελύτη... και δεν μεταφραζόταν. Και δεν μετέφρασαν βέβαια...

Πείτε μου πως θα μεταφραστεί το “Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός”;

Αν θέλουμε να βοηθήσουμε να ανεβάσουμε το επίπεδο του λαού. Άλλωστε εγώ πιστεύω ότι και οι γιαγιούλες στα χωριά και οι άνθρωποι που έχουν πίστη και έχουν καλές σχέσεις με την Εκκλησία όταν πάνε εκεί τα αισθάνονται με τον τρόπο τους...





Ο δάσκαλος Χρίστος Τσολάκης - ομότιμος καθηγητής στο Παιδαγωγικό τμήμα Δημοτικής εκπαίδευσης του ΑΠΘ ήταν καλεσμένος στην εκπομπή "Στα Άκρα" την Παρασκευή 10 Ιουνίου του 2011 και μίλησε για παιδεία, μόρφωση, καλλιέργεια, και για το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Αναφέρθηκε στους δασκάλους του, τους γονείς του, τους εκπαιδευτικούς μας και το σχολειό. Τόνισε πρωτίστως την αγάπη για τα παιδιά και παράλληλα για το γνωστικό αντικείμενο.

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Ως αστραπαί γάρ εκλάμποντες, τώ κόσμω εφάνατε..



Συναξάριον
Τή Λ' τού αυτού μηνός, η Σύναξις τών Αγίων ενδόξων καί πανευφήιμων Aποστολων τών ΙΒ', καί δήλωσις όπως καί πού έκαστος αυτών εκήρυξε καί ετελειώθη.

Στίχοι
·          Τιμώ θεόπτας δώδεκα Χριστού φίλους,
·          Ήρωας άνδρας καί θεούς τολμώ λέγειν.
·          Δώδεκα ευκλεέας τριακοστή αγείρει μύστας.


Ως αυτόπται καί μάρτυρες, τής τού Λόγου σαρκώσεως, Μαθηταί πανόλβιοι μακαρίζεσθε, ως αστραπαί γάρ εκλάμποντες, τώ κόσμω εφάνατε, καί ως όρη νοητά, γλυκασμόν εσταλάξατε, ως αέναοι, ποταμοί Παραδείσου μερισθέντες, τών εθνών τάς Εκκλησίας, θείοις ποτίζετε νάμασιν.

Μηναίο μηνός Ιουνίου

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

H αγανάκτηση, Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου


Η αγανάκτηση καθημερινά φουντώνει, δεν παύει, δεν μαζεύεται πια. Ο θυμός δεν παύει. Η υπομονή εξαντλήθηκε. Δεν υπάρχει πλέον ανοχή. Δεν μπορεί άλλο να τα καταπίνει όλα. Απηύδησε και απόκαμε ο κόσμος από τα παχιά λόγια, τις πολλές υποσχέσεις, τα καμώματα των πολιτικών. Κουράστηκε, βαρέθηκε, πόνεσε, απογοητεύτηκε και απόκαμε. Μπούχτισε, σιχάθηκε, δυσφόρησε, δυσανασχέτησε και κατέβηκε στους δρόμους. Άφησε την πολυθρόνα και την τηλεόραση. Κάτι είναι κι αυτό. Αδημονεί, λαχταρά, καίγεται η καρδιά του να δει μιαν άσπρη μέρα. Δεν τον χωρά ο τόπος του. Δεν βλέπει την ώρα για μια ουσιαστική αλλαγή. Κάθεται στα κάρβουνα, τον κυνηγούν δαίμονες, σκέφτεται το μέλλον των παιδιών του, το κατάντημα της αγαπημένης του πατρίδας. Κάθεται ο νεοέλληνας σε αναμμένα κάρβουνα, σε καρφιά, τρώει τα νύχια του, παίρνει ψυχοφάρμακα. Εξαντλήθηκε το κουράγιο. Τα περιθώρια στένεψαν πολύ. Βαρέθηκαν απεριόριστα. Δεν αντέχουν άλλο. Δεν πάει άλλο πια. Κάτι σημαντικό πρέπει γρήγορα να γίνει.


Η βία δεν είναι ό,τι το καλύτερο. Ειρηνικά, προσεκτικά, με γνώση, φιλότιμο, μεράκι, ενδιαφέρον έμπνευση, μελέτη και μόχθο, θα πρέπει η Ελλάδα να οδηγηθεί σε αναγέννηση. Να μάθουμε να ζούμε και με πιο λίγα. Να διαβάσουμε το ευαγγέλιο της εγκράτειας. Να γίνουμε τις δύσκολες αυτές ώρες πιο φιλάνθρωποι. Να ακούμε και τον άλλο. Να μην καπελωθεί η διαμαρτυρία από κανέναν. Να μη πέσει η αγανάκτηση στο κενό. Να γίνει εφευρετική, δημιουργική και αποτελεσματική.Περάσαμε και άλλες μεγάλες μπόρες και δεν χαθήκαμε. Έχουμε δώσει εξετάσεις υπομονής και ανδρείας και κερδίσαμε. Ας μην αποκάμουμε και το βάλουμε εύκολα κάτω. Η ελληνική μεγαλοψυχία και η ελληνική φερεπονία θα φέρει πλούσια και πολύτιμα δώρα για τη δόλια πατρίδα μας, που την εξαπάτησαν μερικοί και θα πρέπει να λογοδοτήσουν. Ό,τι έγινε έγινε. Ο Θεός είναι μεγάλος. Δυστυχώς, μια ώρα κατάλληλη η Εκκλησία σιωπά. Δίχως να φλυαρεί, θα μπορούσε να καταθέσει λόγο υπεύθυνο, καίριο, σημαντικό και παρήγορο. Η αγανάκτηση πάντως, πιστεύουμε και ελπίζουμε, κάτι καλό θα φέρει στον ταλαίπωρο τόπο μας. Μακάρι, άμποτε, είθε...

Εφημερίδα Μακεδονία 26/06/2011

Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

Εν πάσι τοίς πέρασι, τούς εναθλήσαντας πίστει ευφημήσωμεν...



Τή αυτή ημέρα, Κυριακή μετά τήν Πεντηκοστήν, τήν τών απανταχού τής οικουμένης εν Ασία, Λιβύη, καί Ευρώπη, Βορρά τε καί Νότω, Αγίων πάντων Εορτήν εορτάζομεν.

Στίχοι
           Τού Κυρίου μου πάντας υμνώ τούς φίλους.
           Εί τις δε μέλλων, εις τούς πάντας εισίτω.


Εν πάσι τοίς πέρασι, τούς εναθλήσαντας πίστει, Αποστόλους, Μάρτυρας, Ιερείς θεόφρονας, σεμνά Γύναια, ιερόν άθροισμα, ιεροίς άσμασι, κατά χρέος ευφημήσωμεν, ότι συνήφθησαν, τοίς επουρανίοις οι γήϊνοι, καί πάθει τήν απάθειαν, χάριτι Χριστού εκομίσαντο, καί νύν ως αστέρες, στερροί περιαυγάζοντες ημάς, εν παρρησία πρεσβεύουσιν, υπέρ τών ψυχών ήμών.

Πεντηκοστάριο

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Όπου σας βρίσκει το κακό κι όπου θολώνει ο νους σας...


Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί
όπου και να θολώνει ο νους σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό 
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη...

Οδ. Ελύτης, Άξιον Εστί



Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Με ονόματα σεμνά, και τη Δόξα τα ανεβαίνει..



Εδώ' ναι το πικρό το χώμα του Διστόμου.
Ώ εσύ διαβάτη, όπου πατήσεις να προσέχεις-
εδώ πονά η σιωπή, πονάει η πέτρα κάθε δρόμου
κι απ' τη θυσία κι απ' τη σκληρότητα του ανθρώπου.

Εδώ μια στήλη απλή, μαρμάρινη, όλη κι όλη
με ονόματα σεμνά, και τη Δόξα τα ανεβαίνει
λυγμό - λυγμό, σκαλί - σκαλί, μεγίστη σκάλα.

Γιάννης Ρίτσος

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Πως αλλιώς;




Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές 
Τής παλάμης,η Μοίρα, σάν κλειδούχος 
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός 

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας 
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα 
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.




Το μονόγραμμα Ι
Οδυσσέας Ελύτης