Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Που δίψασαν για αγάπη...



Tο τελευταίο αντίο μου το 'πες σε ένα πλοίο
πριν φύγεις γι ένα κόσμο ξένο και μακρινό

εκεί που θα σου λείπει κάθε χαρά και λύπη
κι αγέρας θα 'χεις γίνει σ' ένα μικρό στενό

Το τελευταίο αντίο το βρήκαμε γραμμένο
στους βίους των αγίων που ήταν αμαρτωλοί
που πείνασαν γι αγάπη που δίψασαν γι αγάπη
και περπατήσαν μόνοι ολόκληρη ζωή

Το τελευταίο αντίο μου το 'πες απ' το τρένο
πριν πας στην παγωμένη τη χώρα του χιονιά
εκεί που αναστενάζουν κι όσοι αγαπούν σου μοιάζουν
γιατί με τους αγγέλους είσαστε μια γενιά

Το τελευταίο αντίο το βρήκαμε γραμμένο
στους βίους των αγίων που ήταν αμαρτωλοί
που πείνασαν γι αγάπη που δίψασαν γι αγάπη
και περπατήσαν μόνοι ολόκληρη ζωή


Στίχοι : Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Διονύσης Τσακνής

Σάββατο 23 Ιουλίου 2011

Τὸ στόμα μου λαλήσει σοφίαν καὶ ἡ μελέτη τῆς καρδίας μου σύνεσιν..


  Από κορυφαίος καθηγητής του Χάρβαρντ, μοναχός στην Αριζόνα. Απεβίωσε σε ηλικία 93 ετών ο Κωνσταντίνος Καβαρνός.

Υπήρξε καθηγητής του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, φιλόσοφος, ιστορικός και γνώστης της θεολογικής γραμματολογίας, γνωστός στο χώρο της διανόησης, από τα συγγράμματα, τις διαλέξεις και τις διδαχές του, στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ελλάδα και ανά τον κόσμο. Ο λόγος για τον Κωνσταντίνο Καβαρνό, ο οποίος όπως αναφέρει ο Εθνικός Κήρυκας, απεβίωσε πρόσφατα σε ηλικία 93 ετών ως απλός καλόγερος στο Μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα.

Γεννήθηκε στη Βοστόνη, στις 19 Οκτωβρίου του 1918, από γονείς μετανάστες, τον Παναγιώτη και την Ειρήνη, με καταγωγή από τη Λέσβο, οι οποίοι πήραν τα τρία τους παιδιά, την Φραγκούλα, τον Ιωάννη και τον Κωνσταντίνο και επέστρεψαν στο χωριό τους, τον Τρίγωνα - Πλωμαρίου. Ο Κωνσταντίνος τελείωσε εκεί το Δημοτικό Σχολείο και στη συνέχεια η οικογένεια επέστρεψε στη Βοστόνη.

Ο φιλομαθής Κωνσταντίνος Καβαρνός, αποφοίτησε με άριστα από το Γυμνάσιο και στη συνέχεια έγινε δεκτός στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Ξεκίνησε με σπουδές στη Βιολογία, Βοτανολογία, Φυσική Ανθρωπολογία και Βιοχημεία, καθώς ήθελε να γίνει γιατρός, άλλαξε όμως γνώμη και σπούδασε φιλοσοφία.

Γνώριζε απταίστως την Ελληνική, Αγγλική, Γαλλική, Αρχαία Ελληνική και την Λατινική Γλώσσα. Εξέδωσε πάνω από εκατό βιβλία, ενώ πολλά άλλα παρέμειναν αδημοσίευτα. Με την εργασία του, «Ο Βίος του Ατόμου κατά τον Πλάτωνα εν σχέσει προς τον Χριστιανισμό και την νεωτέρα Φιλοσοφία», κέρδισε το 1941 στο Χάρβαρντ το βραβείο «Francis Bowen Prize».

Μετά τη θητεία του στον αμερικανικό στρατό, το 1945 κέρδισε και πάλι το βραβείο «Francis Bowen Prize» για τη μελέτη του «Το Πρόβλημα του Προορισμού του Ανθρώπου εντός της Φιλοσοφίας του Πλάτωνος».

Το Χάρβαρντ τον κατάταξε ανάμεσα στους διαπρεπείς φοιτητές του, τον εξέλεξε ως «Sheldon Fellow» και του έδωσε τη δυνατότητα, καλύπτοντας όλα τα έξοδα του, να ταξιδέψει σε χώρες του εξωτερικού, ώστε να μελετήσει τα διάφορα φιλοσοφικά τους συστήματα και να γνωριστεί με προσωπικότητες επιστημόνων. Ταξίδεψε στην Ελλάδα, Γαλλία, Αγγλία και αλλού.

Στην Ελλάδα γνώρισε και συζήτησε τις σύγχρονες φιλοσοφικές θεωρίες με τον τότε πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών Ιωάννη Καλιτσουνάκη, με τους καθηγητές της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, Θεόδωρο Βορέα και Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο και με τους καθηγητές φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνο Θεοδωρίδη και Ιωάννη Ιμβριώτη.

Επιστρέφοντας στη Βοστώνη ανακηρύχθηκε διδάκτορας του Χάρβαρντ με την διατριβή, «Η Κλασσική Θεωρία της Σχέσεως», μία ιστορική και κριτική μελέτη για την μεταφυσική του Πλάτωνος, του Αριστοτέλη και του Θωμά του Ακινάτη.

Ο καθηγητής Καβαρνός συνδέθηκε με στενή γνωριμία και φιλία με τον πρωτοπρεσβύτερο Αστέριο Γεροστέργιο, προϊστάμενο της κοινότητας των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης του Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης, ο οποίος ήταν συμφοιτητής στις μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία του σημερινού Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Ο ίδιος έχει συγγράψει τον βίο του καθηγητή και μοναχού Κωνσταντίνου Καβαρνού.

«Αγαπούσε κάθε τι το κλασσικό και Ελληνικό. Εύρισκε ψυχική γαλήνη και μεγάλη χαρά διαβάζοντας κλασσικούς συγγραφείς της αρχαιότητας, αλλά και των μεταγενέστερων χρόνων, όπως τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο Νύσσης, τον Μέγα Φώτιο, τον Ιωάννη Δαμασκηνό και άλλους. Πριν από δεκαετίες μελέτησε και μετέφρασε στην Αγγλική γλώσσα και εξέδωσε σε δύο τόμους ανθολογία της Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών Πατέρων», επισημαίνει στον «Εθνικό Κήρυκα» ο π. Αστέριος.

Ο αείμνηστος, σύμφωνα με τον π. Αστέριος, είχε προσωπική φιλία και μεγάλη εκτίμηση για τον μεγάλο λογοτέχνη και αγιογράφο Φώτη Κόντογλου, όπως μαρτυρούν οι 92 ανέκδοτες επιστολές τους προς αυτόν.

Πολλά από τα έργα του μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες (Αλβανικά, Αραβικά, Φινλανδικά, Γαλλικά, Ιαπωνικά, Ρωσικά, Σερβικά).

«Δεν ζήτησε ποτέ κάποια αμοιβή για τις μεταφράσεις, αλλά η χαρά του ήταν να βλέπει τα έργα του να κυκλοφορούν σε παγκόσμια κλίμακα», επισημαίνει ο π. Αστέριος. Και συνεχίζει: «Τον πλήγωνε, όμως, βαθιά η καταστροφή της ελληνικής γλώσσας, κι έλεγε ότι μελλοντικά οι Έλληνες θα ανανήψουν, θα εκτιμήσουν και αγαπήσουν το λαμπρό παρελθόν τους και θα εργασθούν για την πνευματική τους ανόρθωση».

Ο αείμνηστος Μοναχός Κωνσταντίνος Καβαρνός διέθετε πολύ καλή μνήμη γι’ αυτό θυμόταν λεπτομέρειες ακόμα και από τα μαθήματα που είχε ακούσει πριν πολλές δεκαετίες από τους καθηγητές του. Ο «νέος άγιος των Ελληνικών, αλλά και των Αγγλικών Γραμμάτων», όπως τον χαρακτηρίζει ο βιογράφος του, ήταν γνώστης της Βυζαντινής μουσικής και έγραψε τρεις εργασίες πάνω στο θέμα, ενώ επί δεκαετίες έψαλε «με μελωδικότατα και κατανυκτικότατα, κατά το Αγιορείτικο ύφος».

«Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Καβαρνός ζούσε τη μοναχική ζωή μέσα στον κόσμο και πριν ακόμα γίνει μοναχός στο Μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα γι’ αυτό και πολλοί τον αποκαλούσαν κοσμοκαλόγερο», ανέφερε ο π. Αστέριος και πρόσθεσε πως «όταν επρόκειτο να γράψει κάτι σπουδαίο ή να δώσει κάποια διάλεξη τηρούσε αυστηρή νηστεία για να έχει διαυγή νου».

Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

Οι απλές χαρές του καλοκαιριού, του Φώτη Κόντογλου

Βλογημένος ο άνθρωπος που μπορεί, τώρα το καλοκαίρι, να ξεμακρύνει για λίγο από την ταραχή της πολιτείας. Αν του αρέσει η θά­λασσα, ας πάει σε κανένα νησί, που δεν είναι ακόμα χαλασμένοι οι νησιώτες, ή σε κανένα ψαραδοχώρι. Να μην κουβαλήσει όμως μαζί του την πολιτεία, όπως κάνουνε πολλοί, που από τη μια θέλουνε να αφήσουνε την ταραχή πίσω τους, κι από την άλλη κουβαλάνε μαζί τους όλα τα περίπλοκα και κουραστικά καθέκαστα της πολιτείας. Πάρε μαζί σου όσο λιγώτερα πράγματα μπορείς.

Γιατί, το πιο μεγάλο κέρδος που θα 'χεις πηγαίνοντας σ' ένα τέτοιο μέρος, θα 'ναι η φχαρίστηση που νιώ­θει ο άνθρωπος σαν του λείψουνε πολλά πράγματα, που τα έχει στην πολιτεία τόσο εύκο­λα, και που εκεί πέρα θα του φαίνεται σαν κά­ποια μεγάλη απόλαυση και χαρά το πιο πα­ραμικρό πράγμα. Δυστυχισμένοι οι άνθρωποι που δεν τους λείπει τίποτα, και δεν έχουνε την ελπίδα να λαχταρήσουνε κάποιο πράγμα, είτε φαγητό είναι, είτε ξεκούρασμα, είτε ομιλία, είτε ζεστασιά, είτε δροσιά. Και καλότυχοι αληθινά όσοι δεν τα έχουνε όλα εύκολα, και για τούτο γίνουνται για δαύτους ολοένα νέα και δροσερά όλα τα πράγματα.

Λοιπόν, μην πάρεις πολλά πράγματα μαζί σου, για να μην πάρεις και την ατονία και την ανοστιά, που δίνει στον άνθρωπο η εύκολη απόλαυση. Τότε θα κα­ταλάβεις πόσο πολύτιμα είναι και τα πιο τιποτένια πράγματα. Η μοναξιά θα δώσει αξία στην απλή πα­ρέα, η πείνα στο μαύρο ψωμί, η κούραση στο σκληρό στρωσίδι. Η πύρα του ήλιου κ' η αρμύρα της θάλασσας θα ψήσει το πετσί σου, θα στύψει το κορμί σου και την πληγιασμένη ψυχή σου και θα νοιώσεις πως ζεις αληθινά, όπως ζούνε τα άλλα τα πλάσματα που απομείνανε στον φυσικό τρόπο της ζωής τους. Θα καταλά­βεις στο κορμί σου και στην ψυχή σου αληθινή υγεία, και κάποια ζωντάνια που την είχες ξεχάσει΄ κι αυτό που έλεγες υγεία στην πολιτεία, θα σου φανεί τότε σαν αρρώστεια. Θα ξεκουραστείς από την απλοποίηση της ζωής σου, αν βέβαια δεν είσαι ολότελα χαλασμένος, ώστε νά 'χεις την ιδέα πως η ευτυχία είναι το νά 'σαι μπερδεμένος μέσα σε χίλια δυο σκοινιά, και νά 'χεις στο μυαλό σου άλλες τόσες έγνοιες. Σαν αρχίσεις να ξεχωρίζεις σιγά-σιγά τον εαυτό σου, που είτανε πρω­τύτερα πολύ μακρυά, σαν ίσκιος, και να κάνεις συντρο­φιά μαζί του, χωρίς να στεναχωριέσαι. Δεν θέλω να πω πως θα πιάσεις να μιλάς με τη θάλασσα, με τα δέντρα, με τα πουλιά, με τις πέτρες, και να τα λες αδέλφια σου, όπως έκανε ο άγιος Φραντζέσκος, αλλά θα σου φαίνεται πως δεν πέφτεις από την κουτή σου την αξιοπρέπεια σαν ξαπλώσεις στο χώμα και κοιτά­ζεις ώρες τα μαμούνια, είτε, σαν κάθεσαι στην θαλασσόπετρα και σεριανίζεις τα ψαράκια, τα καβούρια και τ' άλλα τα ζωντανά τ' αρμυρού νερού, δίχως να κου­ράζεσαι και να βαρυέσαι.

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Μια διαφορετική πανήγυρη..



(Μαρτυρία Μητροπολίτου Λεμεσού κ.κ. Αθανασίου για τον Γέροντα Παϊσιο)

Πήγα στον Γέροντα τον Σεπτέμβριο του 1977, ήμερα Δευτέρα, παραμονή του Τιμίου Σταυρού. Χτύπησα την πόρτα πολύ πρωΐ, ο Γέροντας μου άνοιξε. Ήταν πολύ χαρούμενος και ευδιάθετος. «Α, ευτυχώς πού ήρθες διάκο», μου λέγει, «και έχω πανήγυρη αύριο. Θάρθουν ψάλτες, παρήγγειλα ροφό και έλειπε ένας διάκος. Ήρθες εσύ, εντάξει η πανήγυρη». «Έλεγε και άλλα τέτοια αστεία. Ύστερα μου είπε: «Θα μείνης εδώ απόψε».

»Ήξερα ότι ο Γέροντας δεν κρατούσε κανέναν τη νύχτα μαζί του. Μόλις μου το είπε πέταξα από την χαρά μου.

»Πήγαμε στο Εκκλησάκι, με έβαλε και τακτοποίησα την Αγία Τράπεζα, ξεσκόνισα, σκούπισα τον διάδρομο, έκανα διάφορες δουλειές. Μέσα μου αισθανόμουν πολύ μεγάλη χαρά. Το μεσημέρι πήγαμε να φάμε. Έκανε τσάϊ, έφερε παξιμάδι και έβγαλε άγρια λάχανα από τον κήπο του.
»Μου έκανε εντύπωση όταν κάναμε την προσευχή. Ο Γέροντας είπε το «Πάτερ ημών…» σήκωσε τα χέρια του και το είπε με τόσο πόθο και τόσην ευλάβεια πού ήταν σαν να μιλούσε πραγματικά με τον Θεό.

»Μετά με πήγε στο Κελλί και ξεκουράστηκα καμμιά ώρα. Ύστερα κάναμε τον μικρό Εσπερινό με κομποσχοίνι.

»Όταν τελειώσαμε μου είπε ο Γέροντας: «Κοίταξε, διάκο, τώρα θα κάνουμε αγρυπνία με κομποσχοίνι και το πρωΐ θα΄ρθεί ο παπάς να μας λειτουργήση. Ξέρεις να κάνης κομποσχοίνι; Θα σου πώ τί θα κάνεις», και μου έδωσε ένα πρόγραμμα. Ήταν ένα σοφό πρόγραμμα για να μην νυστάξω την νύχτα. Μου είπε να κάνω ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Έπειτα να κάνω ένα κομποσχοίνι εκατοστάρι στήν Παναγία. Ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι στον Χριστό για τους ζώντες. Ένα κομποσχοίνι εκατοστάρι στην Παναγία για τους ζώντες. Ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι στον Χριστό για τους κεκοιμημένους. Ένα κομποσχοίνι εκατοστάρι στην Παναγία για τους κεκοιμημένους. Ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι στον Τίμιο Σταυρό και μετά ένα τριακοσάρι «δόξα σοι, ο Θεός ημών, δόξα σοι». Πρώτη φορά άκουγα ότι γινόταν αυτό το πράγμα. Μου εξήγησε: «Αυτό το κομποσχοίνι είναι δοξολογία. Θα τα τελειώνεις και θ’ αρχίζεις από την αρχή».

»Μου είπε, «αν ακούσης κανένα θόρυβο, μην τρομάξης. Κυκλοφορούν εδώ αγριογούρουνα, τσακάλια κ.ά.». Με έβαλε στο μικρό Αρχονταρίκι του και είπε ότι κοντά στα μεσάνυχτα θα με φωνάξει να πάμε στην Εκκλησία να διαβάσουμε την θεία Μετάληψη.
»Άκουγα τον Γέροντα κατά διαστήματα ν’ αναστενάζη βαθειά. Κάπου-κάπου χτυπούσε τον τοίχο και ρωτούσε: «Ε, διάκο, κοιμάσαι; Είσαι καλά;»

»Στις μία παρά, περασμένα μεσάνυχτα πήγαμε στο Εκκλησάκι. Με έβαλε στο μοναδικό στασίδι πού υπήρχε, και μου έδωσε ένα κερί να διαβάσω την Θεία Μετάληψη. Αυτός στεκόταν δίπλα μου, στ’ αριστερά και άρχισε να λέη τους στίχους: «Δόξα σοι, ο Θεός ημών, δόξα σοι». Κάθε φορά πού έλεγε τον στίχο έκανε τον σταυρό του και έσκυβε μέχρι κάτω.

»Όταν φθάσαμε στο τροπάριο «Μαρία Μήτηρ Θεού…», θυμάμαι ότι τόσο μόνο διάβασα, μετά το «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς», πού είπε ο Γέροντας, αισθάνθηκα ένα πράγμα… δεν ξέρω, δεν μπορώ να το εκφράσω και σταμάτησα. Άρχισε τότε να κουνιέται το καντήλι της Παναγίας, όχι απότομα, αλλά σταθερά διέγραφε μια κίνηση όσο είναι το πλάτος της εικόνος και όλο το Εκκλησάκι πλημμύρισε από φως. “Εβλεπα χωρίς την λαμπάδα και σκέφθηκα προς στιγμήν να την σβήσω.

»Γύρισα προς τον Γέροντα. Τον είδα να εχη τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος και σκυμμένον μέχρι κάτω. Κατάλαβε ότι ήθελα να τον ρωτήσω και μου έκανε νόημα να μην μιλήσω. Έμεινα στο στασίδι και ο Γέροντας σκυφτός δίπλα μου. Αισθανόμουν τόση αγάπη και ευλάβεια προς τον Γέροντα και ένιωθα ότι βρισκόμουν στον παράδεισο.

»Μείναμε σ΄αυτήν την κατάσταση μισή, μια ώρα, δεν μπόρεσα ακριβώς να καταλάβω. Δεν ήξερα τί να κάνω. Ασυναίσθητα συνέχισα να διαβάζω από μόνος μου την Μετάληψη και όταν έφθασα στην ευχή «Από ρυπαρών χειλέων…», σιγά-σιγά έσβησε το φως πρώτα και μετά σταμάτησε να κουνιέται το καντήλι. Τελειώσαμε την Μετάληψη και βγήκαμε έξω στον διάδρομο. Με έβαλε να καθήσω σ’ ένα σκαμνάκι και αυτός κάθησε σ’ ένα μπαουλάκι σιωπηλός. Μετά από ώρα, τον ρώτησα:

-Γέροντα, τί ήταν αυτό το πράγμα;

-Ποιό πράγμα;

-Το καντήλι. Πώς κουνιόταν το καντήλι τόση ώρα;

-Τί είδες;

-Κουνιόταν το καντήλι της Παναγίας δεξιά-άριστερά.

-Μόνο αυτό είδες;

-Και φως.

-Άλλο;

-Δεν είδα άλλο τίποτε. (Ο Γέροντας για να ρωτάη τί άλλο είδα, φαίνεται ότι είδε κάτι παραπάνω).

-Καλά, δεν ήταν τίποτε.

-Πώς δεν ήταν τίποτε, Γέροντα; Κουνιόταν το καντήλι και είχε φως!

-Ε, δεν άκουσες πού γράφουν τα βιβλία, ότι η Παναγία γυρνάει όλα τα Κελλιά των μοναχών και βλέπει τί κάνουν; Ε, πέρασε και από δώ και είδε δυο παλαβούς και είπε να μας χαιρετίση και κούνησε το καντήλι της.

»Ύστερα από μόνος του άρχισε να μου διηγήται διάφορες εμπειρίες του. Μου ανέφερε πώς είδε την αγία Ευφημία, και πολλά άλλα. Είχε αλλάξει όλη η διάθεση του. Μέχρι το πρωί μου μιλούσε πνευματικά. Μου τόνισε: «Σου τα λέω αυτά, διάκο, από αγάπη για να σε βοηθήσω, όχι να νομίσης ότι είμαι κάτι».

»Στις 5.30′ ήρθε ο παπάς και ο Γέροντας ήθελε να λειτουργήσω, αλλά εγώ δεν είχα διακονικά άμφια. Μου έφερε ένα στιχάρι παλαιό, έφερε ένα πετραχήλι, το έκανε οράριο και το έπιασε με παραμάνα, βρήκε κάτι επιμάνικα, μου τα τύλιξε στα χέρια. Ήμουν σαν παλιάτσος, αλλά ήταν η ωραιότερη Λειτουργία της ζωής μου. Ήμασταν μόνο οί τρεις μας.

»Με κράτησε μαζί του μέχρι το Σάββατο. Με έστειλε μια φορά στο Μπουραζέρι, να δώ τους πατριώτες μου και να μείνω το μεσημέρι για να φάω. Και άλλη μια φορά με έστειλε στην Σταυρονικήτα πάλι για να φάω, γιατί στο Κελλί του είχε μόνο τσάι και παξιμάδι».

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

Περί μεταφράσεως των ιερών κειμένων


Mου προτάθηκε να λάβω μέρος σε μια επιτροπή η οποία να μελετήσει το θέμα αυτό και να συναγάγει τα πορίσματα της, τα οποία θα εισηγηθεί εν συνεχεία στους αρμοδίους. Εγώ είπα ότι δεν μπορώ να συμμετάσχω σε μια τέτοια επιτροπή γιατί πιστεύω ότι αυτά τα πράγματα δεν μεταφράζονται (…)


Η ποίηση δεν μεταφράζεται και μάλιστα όταν είναι συγκινησιακή. Ο Ελύτης δεν μεταφράζεται. Ο Καβάφης μεταφράζεται και μεταφράστηκε σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου γιατί είναι εγκεφαλικός κι εκείνη η ποίηση μεταφράζεται. Αλλά η ποίηση του Ελύτη που είναι συναισθηματική ποίηση, είναι συγκίνηση, οι λέξεις οι ίδιες είναι τραγούδι.. πως θα μεταφερθεί το τραγούδι αυτό; Με ποιους ήχους στις άλλες γλώσσες; Ήμουνα τότε στη Σουηδία που ένας Σουηδός κι ένας Έλληνας πάσχιζαν να μεταφράσουν Ελύτη... και δεν μεταφραζόταν. Και δεν μετέφρασαν βέβαια...

Πείτε μου πως θα μεταφραστεί το “Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός”;

Αν θέλουμε να βοηθήσουμε να ανεβάσουμε το επίπεδο του λαού. Άλλωστε εγώ πιστεύω ότι και οι γιαγιούλες στα χωριά και οι άνθρωποι που έχουν πίστη και έχουν καλές σχέσεις με την Εκκλησία όταν πάνε εκεί τα αισθάνονται με τον τρόπο τους...





Ο δάσκαλος Χρίστος Τσολάκης - ομότιμος καθηγητής στο Παιδαγωγικό τμήμα Δημοτικής εκπαίδευσης του ΑΠΘ ήταν καλεσμένος στην εκπομπή "Στα Άκρα" την Παρασκευή 10 Ιουνίου του 2011 και μίλησε για παιδεία, μόρφωση, καλλιέργεια, και για το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Αναφέρθηκε στους δασκάλους του, τους γονείς του, τους εκπαιδευτικούς μας και το σχολειό. Τόνισε πρωτίστως την αγάπη για τα παιδιά και παράλληλα για το γνωστικό αντικείμενο.

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Ως αστραπαί γάρ εκλάμποντες, τώ κόσμω εφάνατε..



Συναξάριον
Τή Λ' τού αυτού μηνός, η Σύναξις τών Αγίων ενδόξων καί πανευφήιμων Aποστολων τών ΙΒ', καί δήλωσις όπως καί πού έκαστος αυτών εκήρυξε καί ετελειώθη.

Στίχοι
·          Τιμώ θεόπτας δώδεκα Χριστού φίλους,
·          Ήρωας άνδρας καί θεούς τολμώ λέγειν.
·          Δώδεκα ευκλεέας τριακοστή αγείρει μύστας.


Ως αυτόπται καί μάρτυρες, τής τού Λόγου σαρκώσεως, Μαθηταί πανόλβιοι μακαρίζεσθε, ως αστραπαί γάρ εκλάμποντες, τώ κόσμω εφάνατε, καί ως όρη νοητά, γλυκασμόν εσταλάξατε, ως αέναοι, ποταμοί Παραδείσου μερισθέντες, τών εθνών τάς Εκκλησίας, θείοις ποτίζετε νάμασιν.

Μηναίο μηνός Ιουνίου

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

H αγανάκτηση, Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου


Η αγανάκτηση καθημερινά φουντώνει, δεν παύει, δεν μαζεύεται πια. Ο θυμός δεν παύει. Η υπομονή εξαντλήθηκε. Δεν υπάρχει πλέον ανοχή. Δεν μπορεί άλλο να τα καταπίνει όλα. Απηύδησε και απόκαμε ο κόσμος από τα παχιά λόγια, τις πολλές υποσχέσεις, τα καμώματα των πολιτικών. Κουράστηκε, βαρέθηκε, πόνεσε, απογοητεύτηκε και απόκαμε. Μπούχτισε, σιχάθηκε, δυσφόρησε, δυσανασχέτησε και κατέβηκε στους δρόμους. Άφησε την πολυθρόνα και την τηλεόραση. Κάτι είναι κι αυτό. Αδημονεί, λαχταρά, καίγεται η καρδιά του να δει μιαν άσπρη μέρα. Δεν τον χωρά ο τόπος του. Δεν βλέπει την ώρα για μια ουσιαστική αλλαγή. Κάθεται στα κάρβουνα, τον κυνηγούν δαίμονες, σκέφτεται το μέλλον των παιδιών του, το κατάντημα της αγαπημένης του πατρίδας. Κάθεται ο νεοέλληνας σε αναμμένα κάρβουνα, σε καρφιά, τρώει τα νύχια του, παίρνει ψυχοφάρμακα. Εξαντλήθηκε το κουράγιο. Τα περιθώρια στένεψαν πολύ. Βαρέθηκαν απεριόριστα. Δεν αντέχουν άλλο. Δεν πάει άλλο πια. Κάτι σημαντικό πρέπει γρήγορα να γίνει.


Η βία δεν είναι ό,τι το καλύτερο. Ειρηνικά, προσεκτικά, με γνώση, φιλότιμο, μεράκι, ενδιαφέρον έμπνευση, μελέτη και μόχθο, θα πρέπει η Ελλάδα να οδηγηθεί σε αναγέννηση. Να μάθουμε να ζούμε και με πιο λίγα. Να διαβάσουμε το ευαγγέλιο της εγκράτειας. Να γίνουμε τις δύσκολες αυτές ώρες πιο φιλάνθρωποι. Να ακούμε και τον άλλο. Να μην καπελωθεί η διαμαρτυρία από κανέναν. Να μη πέσει η αγανάκτηση στο κενό. Να γίνει εφευρετική, δημιουργική και αποτελεσματική.Περάσαμε και άλλες μεγάλες μπόρες και δεν χαθήκαμε. Έχουμε δώσει εξετάσεις υπομονής και ανδρείας και κερδίσαμε. Ας μην αποκάμουμε και το βάλουμε εύκολα κάτω. Η ελληνική μεγαλοψυχία και η ελληνική φερεπονία θα φέρει πλούσια και πολύτιμα δώρα για τη δόλια πατρίδα μας, που την εξαπάτησαν μερικοί και θα πρέπει να λογοδοτήσουν. Ό,τι έγινε έγινε. Ο Θεός είναι μεγάλος. Δυστυχώς, μια ώρα κατάλληλη η Εκκλησία σιωπά. Δίχως να φλυαρεί, θα μπορούσε να καταθέσει λόγο υπεύθυνο, καίριο, σημαντικό και παρήγορο. Η αγανάκτηση πάντως, πιστεύουμε και ελπίζουμε, κάτι καλό θα φέρει στον ταλαίπωρο τόπο μας. Μακάρι, άμποτε, είθε...

Εφημερίδα Μακεδονία 26/06/2011

Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

Εν πάσι τοίς πέρασι, τούς εναθλήσαντας πίστει ευφημήσωμεν...



Τή αυτή ημέρα, Κυριακή μετά τήν Πεντηκοστήν, τήν τών απανταχού τής οικουμένης εν Ασία, Λιβύη, καί Ευρώπη, Βορρά τε καί Νότω, Αγίων πάντων Εορτήν εορτάζομεν.

Στίχοι
           Τού Κυρίου μου πάντας υμνώ τούς φίλους.
           Εί τις δε μέλλων, εις τούς πάντας εισίτω.


Εν πάσι τοίς πέρασι, τούς εναθλήσαντας πίστει, Αποστόλους, Μάρτυρας, Ιερείς θεόφρονας, σεμνά Γύναια, ιερόν άθροισμα, ιεροίς άσμασι, κατά χρέος ευφημήσωμεν, ότι συνήφθησαν, τοίς επουρανίοις οι γήϊνοι, καί πάθει τήν απάθειαν, χάριτι Χριστού εκομίσαντο, καί νύν ως αστέρες, στερροί περιαυγάζοντες ημάς, εν παρρησία πρεσβεύουσιν, υπέρ τών ψυχών ήμών.

Πεντηκοστάριο

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Όπου σας βρίσκει το κακό κι όπου θολώνει ο νους σας...


Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί
όπου και να θολώνει ο νους σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό 
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη...

Οδ. Ελύτης, Άξιον Εστί



Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Με ονόματα σεμνά, και τη Δόξα τα ανεβαίνει..



Εδώ' ναι το πικρό το χώμα του Διστόμου.
Ώ εσύ διαβάτη, όπου πατήσεις να προσέχεις-
εδώ πονά η σιωπή, πονάει η πέτρα κάθε δρόμου
κι απ' τη θυσία κι απ' τη σκληρότητα του ανθρώπου.

Εδώ μια στήλη απλή, μαρμάρινη, όλη κι όλη
με ονόματα σεμνά, και τη Δόξα τα ανεβαίνει
λυγμό - λυγμό, σκαλί - σκαλί, μεγίστη σκάλα.

Γιάννης Ρίτσος

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Πως αλλιώς;




Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές 
Τής παλάμης,η Μοίρα, σάν κλειδούχος 
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός 

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας 
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα 
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.




Το μονόγραμμα Ι
Οδυσσέας Ελύτης

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

Αὐτὸ θέλουμε κι ἐμεῖς...


Καὶ νὰ ἀδελφέ μου ποὺ μάθαμε νὰ κουβεντιάζουμε ἥσυχα κι ἁπλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δὲν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αὔριο λέω θὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ἁπλοί.
Θὰ βροῦμε αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ παίρνουνε τὸ ἴδιο βάρος 
σ᾿ ὅλες τὶς καρδιές, σ᾿ ὅλα τὰ χείλη.
Ἔτσι νὰ λέμε πιὰ τὰ σύκα-σύκα καὶ τὴ σκάφη-σκάφη.
Κι ἔτσι ποὺ νὰ χαμογελᾶνε οἱ ἄλλοι καὶ νὰ λένε,
«Τέτοια ποιήματα, σοῦ φτιάχνουμε ἑκατὸ τὴν ὥρα.»
Αὐτὸ θέλουμε κι ἐμεῖς.
Γιατὶ ἐμεῖς δὲν τραγουδᾶμε γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε ἀδελφέ μου ἀπ᾿ τὸν κόσμο.
Ἐμεῖς τραγουδᾶμε γιὰ νὰ σμίξουμε τὸν κόσμο...


Γ. Ρίτσος - Καπνισμένο Τσουκάλι

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

Φρίξον ήλιε, στέναξον γη, Εάλω ή Πόλις...



Βασιλεύς Βασιλέων, Βασιλεί Βοήθει, έλεος, έλεος Επουράνιε Θεέ
Κωνσταντίνος Δραγάτσης Παλαιολόγος, έλεω Θεού Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων.
Στην πύλη του αγίου Ρωμανού, καβαλικά την φάρα του την ασπροποδαράτην,
Τέσσερα Βήτα, έλεος, έλεος, Μαρμαράς, Βόσπορος και Μαύρη Τρίτη
Φρίξον ήλιε, στέναξον γη, Εάλω ή πόλη, Εάλω η πόλη
Βασιλεύουσα, πύλη χρυσή κι ο πορφυρογέννητος στην κόκκινη μηλιά.
Η πόλη ήταν το σπαθί, η πόλη το κοντάρι, η πόλη ήταν το κλειδί της Ρωμανίας όλης
Σώπασε Κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις,

πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά Σου θάναι.


Θά 'ρθεις σαν αστραπή 
Σταμάτης Σπανουδάκης

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

Η έναστρη φωτεινότητα...


Ο άνθρωπος που εισόρμησε πια στην απώτερη θλίψη 
με δίχως έστω ένα τριαντάφυλλο 
μ' εκείνα τ' ακατέργαστα στην ώχρα μεινεσμένα μάτια 
στο μισοσκέπαστο ερημόκκλησο σέρνοντας 
τη μεγάλη ανάπηρη σιωπή στο καροτσάκι της ομιλίας 
ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση-: πως είμαστε 
καθημαγμένοι ερασιτέχνες του Πραγματικού 
μ' ένα μυστήριο που βεβηλώνει τη διάνοια διχάζοντας 
πριν η δορά της θάλασσας σηκώσει το ανάστημα του Άδη. 

 Νίκος Καρούζος

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Να ΄χω έναν τάφο να πηγαίνω...


Δεν είναι πόλεμος αυτό που μας βρήκε κύριε Ταξίαρχε, ντροπή είναι..
Έλληνες να τουφεκάνε Έλληνες;
Θέλω να τον κηδέψω στο χωριό, τον περιμένει όλο το χωριό.
Δεν γυρίζω μονάχος.
Το σπίτι μου καμμένο, να ΄χω έναν τάφο να πηγαίνω...

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Ζέφυρος


Με κλειστά τα μάτια πάντα τραγουδάω 
γιατί στην καρδιά μου ο Ζέφυρος φυσά. 
Έλα σκόρπισέ με Ζέφυρε σαν στάχτη 
σ' ολονών τα βάθη τα επτασφράγιστα. 

Τα τραγούδια παίρνουν κάτι απ' την ψυχή μας 
και το μεταφέρουν στο στερέωμα 
Όπου αναβοσβήνει σα θλιμμένο πάλσαρ
και το δρόμο δείχνει, για τους ναυαγούς.

Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

Τώρα είναι αργά, του Γιάννη Τριάντη


Η ανάφλεξη στο κέντρο της Αθήνας προϊδεάζει για έναν αιματηρό πόλεμο. Το επόμενο υποψήφιο θύμα δεν θα προσπαθήσει να αμυνθεί, όπως ο 44χρονος που μαχαιρώθηκε έξω από το σπίτι του. Θα τραβήξει πιστόλι.

Αδιαφορώντας πλήρως αν έχει απέναντί του μικροκλέφτες, τρελαμένα «τζάνκια» ή συμμορίες οποιασδήποτε εθνικότητας... Τώρα είναι αργά για θρήνους και κλαυθμηρισμούς. Οταν οι φτωχογειτονιές του κέντρου κατακλύστηκαν βιαίως από εγκλωβισμένους μετανάστες εν απογνώσει, και τα ποικίλα αγριόχορτα -οι εκδοχές της ημέτερης και ξένης εγκληματικότητας- καθήλωναν και έπνιγαν τους παλιούς κατοίκους, Ελληνες και μετανάστες πρώτης γενιάς, η πολιτεία βύζαινε το δάχτυλό της. Και ένα μεγάλο μέρος των προοδευτικών (κομμάτων, οργανώσεων κ.ά.) έδειχνε μονομερώς το κήδος και την ευαισθησία του, περιφρονώντας σχεδόν προκλητικά την αγωνία, τις εκκλήσεις και τις διαμαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής. Φευ, το κενό που δημιουργήθηκε το κάλυψε συν τω χρόνω η φαιά «Χρυσή Αυγή»... Αλλά και πάλι -όταν η κατάσταση στον Αγιο Παντελεήμονα έφτασε στο απροχώρητο, και οι εκλογές έδειξαν ανατριχιαστικά προς τα πού πάνε τα πράγματα -η εν λόγω χορεία των προοδευτικών αγρόν ηγόραζε. Νόμιζε ότι αρκούν οι καταγγελίες εναντίον των φαιών ομάδων που λυμαίνονται την περιοχή, καθώς και οι εκκλήσεις στα δημοκρατικά αντανακλαστικά των κατοίκων, να κατανοήσουν τις βαθύτερες αιτίες της μετανάστευσης. Οι κάτοικοι ασφυκτιούσαν, πνίγονταν, πέθαιναν, και οι «καλές προθέσεις» έπαιζαν το άηχο βιολί τους... Εστω και τώρα, η ένοχη και αβέλτερη πολιτεία, ας αναχαιτίσει τουλάχιστον τις εγκληματικές ορδές που «πήραν το νόμο στα χέρια τους», δέρνοντας, τρομοκρατώντας και σκοτώνοντας μετανάστες. Εστω αυτό. Διότι το γενικό πρόβλημα -του κέντρου και της μετανάστευσης- είναι αργά για να λυθεί...

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Το γεφύρι της Άρτας..


Η χειμωνιάτικη λιακάδα φώτιζε τις σελίδες της κυριακάτικης εφημερίδας. Πολύ χαρτί, περισσότερο μελάνι και λιγότερα νέα. Το βλέμμα αδιάφορα περιτριγυρίζει ανάμεσα σε γράμματα, σχήματα, εικόνες και χρώματα. Ζητά πρόκληση για να σταθεί. Ψάχνει για κάτι ουσιαστικό που σπάνια πλέον συναντά. Ξαφνικά το νωχελικό γύρισμα της σελίδας σταματά. Μια εικόνα γίνεται αιτία, το ενδιαφέρον να πατήσει φρένο στην αδιαφορία και το βλέμμα να κοντοσταθεί μπροστά της.

Ένα γεφύρι της εποχής της τουρκοκρατίας και μια σύγχρονη γέφυρα, κατασκευαστικό έργο των τελευταίων είκοσι ετών. Το παλιό γεφύρι όμορφο, στητό, αγέρωχο, λες και η κομψή καμπύλη του, είναι δεμένη με νήμα αόρατο που η άλλη άκρη του χάνεται στου ουρανού τα βάθη. Η σύγχρονη γέφυρα, αρκετοί τόνοι μπετόν, ριγμένοι μέσα στο ρέμα, αφού η τελευταία νεροποντή παρέσυρε μαζί με τη γέφυρα, τη μελέτη, την επίβλεψη, τα σύγχρονα ανθεκτικά υλικά, τα μηχανήματα με τις φοβερές κατασκευαστικές προδιαγραφές και μερικά εκατομμύρια που δαπανήθηκαν. Κάτω από την εικόνα ένα μικρό κείμενο, σαν τραπέζι του πινγκ-πονγκ έμοιαζε, που ο ένας πέταγε το μπαλάκι της ευθύνης στον άλλον. Ο δήμαρχος πέταξε την ευθύνη στο νομάρχη, ο νομάρχης με τη σειρά του στο υπουργείο, το υπουργείο στην κατασκευαστική εταιρία και η εταιρία στον κακό (μας) τον καιρό. Συνήθως φταίνε η προηγούμενοι, αλλά πάντα την πληρώνουν οι επόμενοι… 

Μειδίασα βλέποντας τα πνευματικά γονίδια του Αδάμ, εγκατεστημένα στο σκληρό δίσκο. Η μετακίνηση όμως του βλέμματος από το κείμενο στην εικόνα συνέλαβε τον πραγματικό δράστη. Κοίταξα με προσοχή το παλιό γεφύρι και τότε χτύπησε την πόρτα της σκέψης μου ο πρωτομάστορας του γεφυριού της Άρτας. Εκείνος που θυσίασε την όμορφη γυναίκα του στα θεμέλια του έργου. Αυτό τελικά απουσιάζει από τα έργα μας, η θυσία, ο κόπος, η προσφορά. Ο πρωτομάστορας έκανε το έργο του βωμό, ιερό θυσιαστήριο, πάνω στο οποίο θυσίασε και θυσιάστηκε. Γι’ αυτό το έργο του έχει ψυχή και παραμένει αθάνατο. Κάθε πέτρα του γεφυριού είναι κολλημένη με τον ιδρώτα του κόπου του και το αίμα της αγάπης του. Τα δικά μας έργα είναι διαποτισμένα από τον εγωισμό μας και στηριγμένα στο συμφέρον και την απάτη και γι’ αυτό είναι καταδικασμένα σε θάνατο. Τρανό παράδειγμα τα ίδια μας τα παιδιά. 

«Εάν έβαζα θυσία, τα έργα των χειρών μου δε θα ήτανε χάρτινα είδωλα νεκρά», σκέφτηκα και… γύρισα σελίδα.

Περιοδικό Ευροκλύδων 
Τεύχος 35, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2011

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Πλήρης ών τής αγάπης πλήρης γέγονε καί τής θεολογίας...

Ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού υπαγορεύει στον μαθητή του Πρόχορο
Μανουήλ Πανσέληνος, Προτάτο Αγίου Όρους

Τή Η' τού αυτού μηνός, Μνήμη τού Αγίου ενδόξου Αποστόλου καί Ευαγγελιστού, επιστηθίου, φίλου, ηγαπημένου καί παρθένου, Ιωάννου τού θεολόγου, ήτοι, η σύναξις τής Αγίας κόνεως, τής εκπεμπομένης εκ τού τάφου αυτού, ήγουν τού μάννα.



Ήχος β'


Τόν υιόν τής βροντής, τόν θεμέλιον τών θείων λόγων, τόν αρχηγόν τής θεολογίας, καί κήρυκα πρώτιστον, τής αληθούς δογμάτων Θεού σοφίας, τόν ηγαπημένον Ιωάννην καί παρθένον, μερόπων γένος κατά χρέος ευφημήσωμεν, Ούτος γάρ άληκτον έχων τό θείον εν εαυτώ, τό εν αρχή μέν έφησε τού Λόγου, αύθις δέ, τό πρός τόν Πατέρα αχώριστον, καί τό ίσον μετά ταύτα τής τού Πατρός ουσίας, δεικνύων ημίν δι' αυτού, τήν ορθοδοξίαν τής Αγίας Τριάδος, δημιουργόν τε όντα σύν τώ Πατρί, καί ζωήν φέροντα, καί φώς αληθινόν, τόν αυτόν έδειξεν ημίν, Ώ θαύματος εκστατικού, καί πράγματος, σοφιστικού ότι πλήρης ών τής αγάπης πλήρης γέγονε καί τής θεολογίας, δόξη καί τιμή καί πίστει, θέμεθλος υπάρχων, τής ακραιφνούς ημών πίστεως, δι' ής τύχοιμεν τών αιωνίων αγαθών, εν τή ημέρα τής κρίσε 


Μηναίο μηνός Μαΐου

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Στο καλό, καλέ μας άνθρωπε...


Η συνάντηση πρωινή, στο διαμέρισμα της Ηπείρου, στην Αγία Παρασκευή, στον 4ο όροφο. Την πόρτα ανοίγει ο ίδιος ο Θανάσης Βέγγος και με αργά, προσεκτικά βήματα μάς οδηγεί στο καθιστικό. Ενας καναπές, δυο πολυθρόνες, με περιποιημένο λευκό - κρεμ προσκεφάλι. Παλιά συνήθεια, που υπογράμμιζε την έγνοια της νοικοκυράς για το σπίτι και για τα έπιπλα... Ενα μανουάλι, εικόνες, ποικίλα έπιπλα, ένας μεγάλος πίνακας με προσωπογραφία του Θανάση Βέγγου δεσπόζει. Ευχάριστη θέα από τα παράθυρα.

«Φοβάμαι, ότι αυτόν τον καιρό, λόγω της ταινίας (σ. σ. εμφανίζεται στην “Ψυχή βαθιά” του Παντελή Βούλγαρη) έχετε εκτεθεί στον Τύπο περισσότερο από ό, τι αντέχετε», ξεκινώ διστακτικά, έτοιμη να κρατήσω σημειώσεις. Δύο πράγματα μπορούν (μπορούσαν) να προκαλέσουν πανικό στον Θανάση Βέγγο: η σκόνη, κατάλοιπο της Μακρονήσου, και τα δημοσιογραφικά μαγνητόφωνα. Στα 83 του, μοιάζει συμφιλιωμένος και με τα δύο...

...διηγιόταν, μιλούσε με ένταση, τόνιζε και «τράβαγε» τις συλλαβές, συνοδεύοντας με μικρές νευρώδεις κινήσεις, τινάγματα, στα χέρια και στο κεφάλι, κάθε επεισόδιο της ζωής του. «Ετρεχα σε όλη μου τη ζωή με 300… Αλλά δεν έκοψα ποτέ το νήμα γιατί συνεχώς μου το μετακινούνε. Ολο πλησίαζα και όλο μου το πήγαιναν λίγα μέτρα πιο κει…»

Η συζήτηση δεν υπακούει σε τυπικές προδιαγραφές. Οι φράσεις μπορούν να μένουν μισοτελειωμένες, να περνάμε από το ένα θέμα στο άλλο, να παρατηρούμε μαζί τις οικογενειακές φωτογραφίες...

«Ο Βούλγαρης, ο Κούνδουρος, ο Κατσουρίδης, έφεραν τη ζωή μου άνω κάτω. Ειδικά ο Κούνδουρος. Είμαστε μαζί στη Μακρόνησο. Μου είπε: “Θανάση, θα γυρίσω μια ταινία και θα σε βάλω να παίξεις”. Τι λέει ο άνθρωπος; Σκέφτηκα. Υστερα από χρόνια εμφανίζεται ο Κούνδουρος στην Καλλιθέα όπου δούλευα σε ένα πατάρι επισκευάζοντας τσάντες γυναικείες, πορτοφόλια και με έκανε ηθοποιό». 1954 και «Μαγική πόλη». Ο Θανάσης, όπως λέγεται ο ήρωας, είναι σπαρακτικά καλός. Τον πνίγει το δίκαιο του αδικημένου, δεν αντέχει τον θρίαμβο του άδικου.

Εμφανίζεται διακριτικά η κυρία Ασημίνα Βέγγου. Με την άκρη του ματιού, έβλεπα τη φιγούρα της να πηγαινοέρχεται στα δωμάτια, ολοκληρώνοντας τις πρωινές δουλειές του σπιτιού. «Η γυναίκα μου», τη συστήνει υπερήφανα.
«Θα πάρετε κάτι;»
«Νερό, ευχαριστώ πολύ»
«Και καφέ, φέρε και καφέ», παρεμβαίνει ο οικοδεσπότης.

«Που λέτε, μη δω σκόνη και στραβό πράγμα», συνεχίζει ο Θ. Βέγγος ισιώνοντας την άκρη ενός σεμέν. «Η σκόνη στη Μακρόνησο ήταν άλλο πράμα. Από τα μαγειρεία, για να πας στο αντίσκηνο, ο αέρας έπαιρνε τα φασόλια από την κατσαρόλα και έμενε μόνο η σκόνη».
Πώς ήταν η καθημερινότητα στη Μακρόνησο; «Επρεπε να σας δείξω μια φωτογραφία κάτω από την οποία ο Κούνδουρος έγραψε: “Το παρόν ονομάζεται φαντάρος”». Τι έπρεπε να διαθέτετε για να βγάλετε πέρα τη ζωή σας εκεί; «Αντοχή και ψυχραιμία. Ηταν πέντε τάγματα. Ημουν στο δεύτερο. Πέρασαν πολλοί επώνυμοι άνθρωποι. Κάθε μέρα 11 με 12 πηγαίναμε στο βουνό της Μακρονήσου και μαζεύαμε αφάνες για τη φωτιά. Επρεπε να μαζεύουμε τέσσερις με πέντε».

...Ο θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης Γιώργος Λαζαρίδης έχει αφηγηθεί το εξής περιστατικό: «Στις δοκιμές του “Τρελού του Λούνα Παρκ” (1970) ο Θανάσης έπρεπε κάποια στιγμή να σταματήσει τις τρεχάλες πάνω στη σκηνή για να τον παρακολουθήσει και ο θεατής. “Δάσκαλε, αδύνατο να φρενάρω. Είμαι ηθοποιός ανοιχτής θάλασσας, κατάλαβέ το”, έλεγε στον Μιχαηλίδη, τον σκηνοθέτη του...

...δούλεψε σκληρά για να επιβιώσει, βίωσε εξορίες και απώλειες. Ως «πολίτης β κατηγορίας» έκανε καριέρα. Δεν έχει καμία σχέση με τη δημοφιλία των σημερινών σταρ... Ο Θανάσης Βέγγος είναι φτιαγμένος από πραγματικά υλικά. Ζει αποτραβηγμένος, όχι από στυλ αλλά από ανάγκη. Οσο και να τον στριμώχνει η αδυναμία του να τρέξει, έχει ήδη διανύσει τόσα χιλιόμετρα που μπορεί να απολαμβάνει τη συντροφιά των οικείων του, χωρίς ενοχές. Δεκαετίες τώρα το έργο του παραμένει μοναδικό στην αυθεντικότητά του: χαρτογράφησε, σε αυτήν την ξέφρενη πορεία του, τη μεταπολεμική Ελλάδα, το μελόδραμα και τη φαρσοκωμωδία, την παράγκα και το σεράι της.

Ομως, μπορεί να εμφανίζεται στην «Ψυχή βαθιά» σε μια μόνο σκηνή, ως παππούς που αναζητάει τη σορό του εγγονού, να λέει «δεν είναι πόλεμος αυτός, ντροπή είναι» και στο βλέμμα του να κλείνει την αλήθεια μιας εποχής.
«Ο Παντελής μού έστειλε ένα σημείωμα ότι γυρίζει την ταινία και θα ήθελε να εμφανιστώ. Είκοσι πλάνα όλα κι όλα. Αλλά με ήθελε κοντά του. Μου λέει ο μικρός μου γιος, ο Χάρης, πατέρα ούτε να το συζητάς. Πρέπει να πας. Και πήγα. Παρά το γεγονός ότι έχω στην πλάτη μου αρκετά εγκεφαλικά επεισόδια… Θυμάστε και το ατύχημα με το τρένο; Γυρίζαμε με τη γυναίκα μου από την Κόρινθο. Εκείνη κινδύνεψε πολύ. Εκ των υστέρων κατάλαβα πόσο πολύ. Οτι είναι σήμερα καλά οφείλεται κυρίως σε έναν γιατρό που το πήρε προσωπικά και δεν έφυγε από δίπλα της.»

– Πόσα χρόνια είστε μαζί;
– 45…
– Πώς είπατε; Διορθώνει η κυρία Ασημίνα. Πενήντα δύο, παρακαλώ! Από τα 19 μου.
– Πώς γνωριστήκατε;
– Της πήγαινα πάγο στο σπίτι. Δούλευα σε γαλακτοπωλείο. Ανέβαινα το λόφο Σκουζέ με 100 χιλιόμετρα. Πιστέψτε με! Με τον πάγο στο χέρι. Η μία πόρτα άνοιγε, η άλλη έκλεινε. Είστε πολύ καλή, της έλεγα. Μακάρι να ήταν όλες οι πελάτισσες σαν κι εσάς.
– Τι σας συγκίνησε πάνω του; Απευθύνομαι στη σύζυγο.
– Τα ωραία πράσινα μάτια του. Η λάμψη από ευγένεια, καθαρότητα και καλοσύνη που εξέπεμπαν...
– Ε, και τρέλα! Μια δόση τρέλας, υπήρχε, χαμογελάει ο Θ. Βέγγος.
– Χαλαρώνατε ποτέ;
– Οχι! Τώρα μόνο, αναγκαστικά…
– Τι σας ενοχλεί σε αυτό;
– Οτι καταφθάνει η ώρα μηδέν…

Είναι στιγμές που το βλέμμα του υγραίνεται. Γεμίζει από εικόνες, ιστορίες, συναντήσεις. Δεν το δηλώνει ευθέως, αλλά κουράζεται. Θα καταρρεύσει προκειμένου να μη γίνει αφιλόξενος. Καταλαβαίνω γιατί σηκώνει το τηλέφωνο ο μικρότερος γιος, ο Χάρης, δημιουργώντας έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από τον πατέρα του...
– Πείνασα πολύ κι εγώ και η οικογένειά μου. Πολλά χρόνια. Μην κοιτάτε πού μένω τώρα. Γεννήθηκα στο Νέο Φάληρο, το ’27. Για μια 20ετία η φτώχεια ήταν πολύ μεγάλη. Στην αρχή, με τη γυναίκα μου, μέναμε σε ένα δωμάτιο.
– Εχετε περάσει και καλά στη ζωή σας όμως;
– Ναι, ασφαλώς, Απέκτησα δυο γιους, τον Βασίλη, πενήντα ετών, και τον Χάρη, 40. Από τον Βασίλη έχω δύο εγγόνια που λατρεύω. Την Αγγελική και τον Θανασάκο.
Στις φωτογραφίες απέναντι, χαμογελούν αφοπλιστικά. Και από το διπλανό τραπέζι, από τον τοίχο, παντού, συντροφεύουν τον παππού όταν δεν είναι κοντά του.
– Τι κρατάτε από τη ζωή σας;
– Οτι με αγάπησαν 4 εκατομμύρια άνθρωποι και με μίσησαν τρεις. Νομίζω ότι δεν θα είναι παραπάνω.


Μας υποδέχτηκε στο διαμέρισμα της Ηπείρου με μια, απρόσμενη για τους καιρούς, καλοσυνάτη οικειότητα. Μας αποχαιρέτησε επιμένοντας να έρθει, μαζί με την κυρία Ασημίνα, ώς την εξώπορτα. Και να περιμένουν μαζί μου το ασανσέρ. «Μα δεν υπάρχει λόγος...», ψέλλισα. «Βεβαίως και υπάρχει», παρατήρησε...


Το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του Θ. Βέγγου δημοσιέυεται στην Καθημερινή της Κυριακής 01 Νοεμβρίου 2009