Δίπλα σου ακριβώς ή θάλασσα. Πέλαγος ανοιχτό. Ή απεραντοσύνη της υπογραμμίζει τον προορισμό του κάθε οικιστή του Αγίου Όρους , του κάθε ανθρώπου: να ψάχνει για τα απέραντα, αυτά που δεν έχουν πέρατα, όρια, σύνορα. Όταν είναι τρικυμισμένη, θυµίζει την ένταση της θεϊκής αναζητήσεως. Όταν ηρεμεί, σε μεταφέρει στις «πάντα νουν υπάρχουσες» καταστάσεις που δεν τις επιχειρείς, αλλά σου χαρίζονται ως «άνωθεν» δώρα• σου προσφέρονται ως παράκληση στους τρικυμισμένους αγώνες σου και ως ενίσχυση στην ασυνθηκολόγητη άσκηση σου.
Στην άκρη συχνά διακρίνεται το ακρωτήριο της Σιθωνίας µε τα τελευταία χωριουδάκια της -µια υπενθύμιση ότι κάπου υπάρχει και ο κόσμος. Όταν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή και η ορατότητα μεγάλη, μπορείς να δεις και τις βόρειες Σποράδες αραδιασμένες στον ορίζοντα της θάλασσας. Όταν όμως η πνευματική ορατότητα είναι μεγάλη, δεν βλέπεις τίποτα από αυτό τον κόσμο. Αντικρίζεις µόνο τις νησίδες του θεϊκού μυστηρίου να κολυμπούν στον ωκεανό του ελέους του Θεού και της οικονομίας Του...
Το βιβλίο «Φωνή αύρας λεπτής…» του Μητρ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εν Πλώ.
Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011
Φωνή αύρας λεπτής… (Ι)
Στο βάθος διακρίνεται πάνω από τον τρούλο του ναΐσκου επιβλητικός ο Άθωνας. Μια σειρά από χαμηλότερες πλαγιές που απότοµα βουτούν στη θάλασσα δημιουργεί µια ακολουθία από φυσικούς βραχώδεις δρόμους που σε περνούν από τα διάφορα μοναστήρια για να σε οδηγήσουν στο μεγαλείο του αθωνικού όγκου. Αυτός κρύβει σκήτες, κελλιά, σπήλαια, ερημητήρια, ησυχαστήρια, απότακτα ασκηταριά και φυσικά τη μάνα όλων των μοναστηριών, τη Μεγίστη Λαύρα. Αυτός κυρίως κρύβει το μυστήριο της ανθρώπινης ακρότητος και της θεϊκής συγκαταβάσεως, όπως αυτά για περισσότερο από χίλια χρόνια συνεκφράζονται στον ευλογημένο αυτό τόπο. Ενώ το βουνό είναι τόσο ψηλό, νιώθεις τόσο βαθιά μέσα στην αλήθεια. Ενώ ή θέα είναι ανοιχτή, αισθάνεσαι να φιλοξενείσαι στα σπλάγχνα της. 'Εδώ δεν βλέπεις, δεν ψάχνεις την «εκ παρατηρήσεως βασιλεία του Θεου», αλλά ζεις την «εντός σου».
Κατηγορια
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010
Bασίλεψεν Αυγερινός, γλυκοχαράζει η μέρα...
Η πρώτη αυγή της νέας χιλιετίας στον αρχαιλογικό χώρο του Ναού του Ποσειδώνα στο Σούνιο.
Πρωτοχρονιά 2000.
Καλή Χρονιά
Κατηγορια
ΗΧΟΣ ΠΛΑΓΙΟΣ
Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010
Εις πάσαν τήν γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου...
Τη Α' του αυτού μηνός μνήμη τού εν Αγίοις Πατρός ημών Βασιλείου τού Μεγάλου
Απολυτίκιον τού Αγίου Ήχος α'
Απολυτίκιον τού Αγίου Ήχος α'
Εις πάσαν τήν γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου, ως δεξαμένην τόν λόγον σου, δι' ού θεοπρεπώς εδογμάτισας, τήν φύσιν τών όντων ετράνωσας, τά τών ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας, Βασίλειον Ιεράτευμα, Πάτερ Όσιε, Χριστόν τόν Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν τό μέγα έλεος.
Μηναίο Μηνός Ιανουαρίου
Δι' ού θεοπρεπώς εδογμάτισας...
Ο Μ. Βασίλειος έζησε ως επίσκοπος σε μια πολύ δύσκολη περίοδο της Εκκλησιαστικής ιστορίας. Εννοώ την περίοδο μεταξύ της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ., και της Β´ Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε το 381 μ.Χ. Ο Μ. Βασίλειος αντιμετώπισε όλα τα θεολογικά ζητήματα της εποχής εκείνης με σοφία, διάκριση, σύνεση, αλλά και θεολογική προοπτική και ενώ εκοιμήθη σε ηλικία 49 ετών δύο μόλις χρόνια –τό 379– πριν συνέλθη η Β´ Οικουμενική Σύνοδος το έτος 381, εν τούτοις είχε προετοιμάσει όλο το θεολογικό έδαφος πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η Σύνοδος αυτή.
Ο Μ. Βασίλειος δογμάτισε για τον Τριαδικό Θεό χρησιμοποιώντας νέα ορολογία και αυτό έγινε για να αντιμετωπίση τις διάφορες αιρέσεις που εμφανίσθηκαν και οι οποίες χρησιμοποιούσαν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία για να κατανοήσουν την αποκεκαλυμμένη αλήθεια. Ο Φωστήρ της Καισαρείας δογμάτισε για το Άγιον Πνεύμα, για τις σχέσεις μεταξύ των Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Το σημαντικό και πρωτόγνωρο, ακόμη και για την φιλοσοφία, είναι ότι για πρώτη φορά ο Μ. Βασίλειος ταύτισε την υπόσταση με το πρόσωπο. Μέχρι τότε το πρόσωπο σήμαινε το προσωπείο, την μάσκα που χρησιμοποιούσε ο ηθοποιός για να παίξη έναν ρόλο, δηλαδή το πρόσωπο ήταν ένα επίθεμα του όντος. Ο Μ. Βασίλειος ανέπτυξε την άποψη ότι το πρόσωπο δεν είναι επίθεμα του όντος, αλλά ταυτίζεται με την υπόσταση, δηλαδή είναι αυτό που κάνει το όν να είναι όντως όν.
Όλη αυτήν την θεολογία ο Μ. Βασίλειος την ανέπτυξε « θεοπρεπώς» , ακριβώς γιατί ζούσε την υπαρξιακή θεολογία, είχε εμπειρίες του Θεού, όπως φαίνεται στα κείμενά του. Η θεολογία του δεν ήταν ακαδημαϊκή, ορθολογιστική, συναισθηματική, αισθητική, αλλά καθαρά υπαρξιακή.
Απόσπασμα της ομιλίας "Ο Μέγας Βασίλειος και ο αι-Βασίλης" του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
Περιοδικό Παρέμβαση
Κατηγορια
ΜΗΝΑΙΟ
Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010
Εαυτόν εκένωσε...
[Ὁ Ἰησοῦς Χριστός] ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἠγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. Δι᾿ ὃ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα.
Πρὸς Φιλιππησίους (2, 6 -10)
Ὁ Χριστὸς ὑπῆρχε ἐν μορφῇ Θεοῦ, εἶχε ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς θεότητος, δὲν θεώρησε ὡστόσο ἁρπαγμὸ τὸ νὰ εἶναι ὁμότιμος μὲ τὸν Πατέρα, δὲν θεώρησε δηλαδὴ τὴ θεϊκὴ ἰδιότητα ἕνα λάφυρο ἢ προνόμιο ποὺ πρέπει ἀδιάκοπα νὰ ἀπολαμβάνει. Γι᾿ αὐτὸ ἐκένωσε, ἄδειασε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα τὰ θεϊκὰ γνωρίσματα, ἀπεκδύθηκε τὴ θεότητα, ἀποξενώθηκε τὸν θεϊκὸ χαρακτήρα του, καὶ ἔλαβε μορφὴ δούλου. Ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου γεννιέται ὡς ἄνθρωπος στὴ Βηθλεὲμ καὶ μάλιστα ὡς πάντων ἔσχατος: ἀνέστιος, ἄστεγος, ἄοικος, σπαργανώνεται καὶ ἀνακλίνεται στὴ φάτνη, διότι οὐκ ἣν αὐτῷ τόπος ἐν τῷ καταλύματι (Λκ, 2, 7).
Αὐτὴ ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ φτάνει μέχρι θανάτου. Ταπείνωσε τόσο τὸν ἑαυτό του ποὺ γίνεται ὑπήκοος τοῦ θανάτου, καὶ μάλιστα τοῦ θανάτου τῶν κακούργων: πεθαίνει διὰ σταυροῦ. Πάνω στὸν σταυρὸ ὁλοκληρώνεται ἡ ἐν σπηλαίῳ γέννηση, στὸν «Γολγοθᾶ φανερώνεται καὶ ἀκτινοβολεῖ ἡ σημασία τῆς Ἐνσάρκωσης, τῆς Βηθλεέμ» (ὅπως γράφει καὶ ὁ μέγας Κὰρλ Μπὰρτ στὸ Ὑπόμνημά του στὴν Πρὸς Φιλιππησίους). Τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ σταυρικὸς θάνατός του εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ ἴδια ἀκριβῶς κενωτικὴ κίνηση ὁδηγεῖ καὶ στὰ δύο...
Ἡ κένωσις, ἡ ἑκούσια πτωχεία τοῦ Πλουσίου καὶ ἡ ἠθελημένη ἀδυναμία τοῦ Δυνατοῦ, ἀνήκει μόνο στὸν Θεό, εἶναι τὸ ἀκατανόητο μυστήριο τῆς θείας ἀγάπης. «Οὐ γὰρ ἔστιν ἀνθρώπων οὐδεὶς ὃς τοῦτον οἰκειώσεται τὸν λόγον. Οὐδεὶς τῶν πώποτε γενομένων ἁγίων, μονογενὴς ἣν Θεός, γενόμενος ἄνθρωπος. Τοῦτο γὰρ ἔστιν ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχοντα, μορφὴν δούλου λαβεῖν» γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, σχολιάζοντας τοὺς παραπάνω στίχους τῆς Πρὸς Φιλιππησίους (PG 45, 683 BC).
Ὡστόσο ἡ κενωτικὴ κίνηση ὁρίζει, γιὰ ὅλους μας, τὸν τρόπο τῆς ἀγάπης. H ἀγάπη εἶναι κενωτικὴ καὶ ὁ παντοτινὸς τύπος καὶ ὑπογραμμός της εἶναι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια, ἀγάπη δὲν σημαίνει νὰ κρατήσεις σὰν λάφυρο (ἁρπαγμόν) αὐτὸ ποὺ ἔχεις οὔτε, πολὺ περισσότερο, νὰ ἀποκτήσεις ἄλλα λάφυρα, ἀλλὰ νὰ δώσεις, δηλαδὴ νὰ χάσεις, νὰ χάσεις ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σου. H ἀγάπη εἶναι θυσία. Ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιὰ τὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ ὄχι θεωρητικά, στὸ πλαίσιο μιᾶς χριστολογικῆς συζήτησης, ἀλλὰ μέσα σὲ ἡθικὰ συμφραζόμενα, καλώντας ἀκριβῶς τοὺς χριστιανοὺς τῶν Φιλίππων νὰ ἀποκτήσουν τὸ κενωτικὸ φρόνημα τοῦ Χριστοῦ:
μηδὲν κατὰ ἐρίθειαν ἢ κενοδοξίαν, ἀλλὰ τῇ ταπεινοφροσύνῃ
ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν. (2, 3).
Μὴν κάνετε τίποτε ἀπὸ ἀνταγωνισμὸ ἢ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀλλά μὲ
ταπεινοφροσύνη ἂς θεωρεῖ ὁ καθένας ἀνώτερό του τὸν ἄλλο.
H λέξη κένωσις τοῦ ἀποστόλου Παύλου κυκλοφορεῖ ἀμετάφραστη στὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Ἀκόμη περισσότερο ἀμετάφραστο μένει τὸ νόημά της στὴ ζωή μας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἑορτάζουν τίποτε, ἁπλῶς ψωνίζουν.
Ὁ κ. Σταῦρος Ζουμπουλάκης εἶναι διευθυντὴς τοῦ περιοδικοῦ «Νέα Ἑστία».
Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010
Γεννήθηκε η ευσπλαχνία...
Ο Πατήρ ευδόκησεν, ο Λόγος σάρξ εγένετο και η Παρθένος έτεκεν..
Αστήρ μηνύει, Μάγοι προσκυνούσι, Ποιμένες θαυμάζουσι, η κτίσις αγάλλεται..
Ανέτειλε ο Ήλιος της δικαιοσύνης.
Ο δεσμός ελύθη, ο Παράδεισος ηνεώχθη, ο όφις κατηργήθη..
Ο Άναρχος άρχεται.
Η Αλήθεια φανερώθηκε. Γεννήθηκε η ευσπλαχνία...
Εξίσου υπέροχη και η περιγραφή του Τάσου Λειβαδίτη
"Η γέννηση"
Εν' άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου 'δειξε πάνω στο
κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. "Είδες, μου λέει-
γεννήθηκε η ευσπλαχνία". Έσκυψα τότε το κεφάλι
κι έκλαψα κι εγώ,
γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε
θά ΄χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ' αυτό...
Χρόνια Πολλά σε όλους
Κατηγορια
Η ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010
Η ανακωχή των Χριστουγέννων
Στιγμιότυπο από την κινηματογραφική ταινία «Καλά Χριστούγεννα» του σκηνοθέτη Κριστιάν Καριόν, που προβλήθηκε στην Ελλάδα το 2005. Η ταινία έδειξε γλαφυρά πως οι άνθρωποι μπορούν να συμφιλιωθούν ακόμα κι όταν πολεμούν σε αντίπαλους στρατούς
Ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος, γνωστός επίσης ως Μεγάλος Πόλεμος, διήρκεσε από τον Αύγουστο του 1914 μέχρι τις 11 Νοεμβρίου 1918. Αυτό το χρονικό διάστημα ήταν ικανό για να χαθούν 9 εκατομμύρια ζωές. Ο χάρτης της Ευρώπης άλλαξε ριζικά και οδηγήθηκαν σε κατάρρευση τέσσερις αυτοκρατορίες: η Γερμανική, η Ρωσική, η Οθωμανική και η Αυστροουγγαρία.
Το επεισόδιο των Χριστουγέννων του 1914 είναι γνωστό περισσότερο ως θρύλος. Ομως πρόκειται για μια πραγματική ιστορία.
Ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο οι στρατευμένοι της Γερμανίας, της Αυστροουγγαρίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας, που παραμέρισαν τις εντολές των στρατηγών. Βγήκαν από τα χαρακώματα, ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα», τραγούδησαν την «Αγια Νύχτα», έπαιξαν ποδόσφαιρο και αντάλλαξαν τα υποτυπώδη δώρα που θα μπορούσαν να έχουν επάνω τους, τσιγάρα, λίγο κρυμμένο κονιάκ και κουμπιά από τις χλαίνες τους.
Ολα ξεκίνησαν πρόχειρα. Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά ποιο ήταν το σημείο του μετώπου απ όπου έγινε η αρχή. Γεγονός αποτελεί ότι επεκτάθηκε ταχύτατα, σχεδόν αστραπιαία.
Φαίνεται ότι την πρωτοβουλία πήρε ένας Γερμανός στρατιώτης, που εκτός από τη μητρική του γλώσσα, μιλούσε και αγγλικά. Πρόκειται για τον οπλίτη Μέκελ, όπως αφηγείται σε διασωθείσες επιστολές του ο συστρατιώτης του Κουρτ Τσέμις. Γράφει σχετικά: «Ο στρατιώτης Μέκελ από τον λόχο μου, που για πολλά χρόνια είχε ζήσει στη Βρετανία, φώναξε μιλώντας αγγλικά απευθυνόμενος στο απέναντι εχθρικό χαράκωμα. Γρήγορα άρχισε μια έντονη συζήτηση».
Οι στρατιώτες βγήκαν από τα χαρακώματα. Εσφιξαν τα χέρια και αλληλοευχήθηκαν «Χαρούμενα Χριστούγεννα». Ο καθένας μιλούσε στη γλώσσα του. Ομως εκείνη η ιδιόρρυθμη Βαβέλ δεν χώριζε τους λαούς. Τους ένωνε.
Ηταν παραμονή Χριστουγέννων. Αυτοί οι πρώτοι, η μαγιά της μεγάλης πρωτοβουλίας, συμφώνησαν την επομένη, που ήταν η μεγάλη μέρα της χριστιανοσύνης, να μη χρησιμοποιήσει κανείς το όπλο του. Να μην υπάρξει πυροβολισμός την ώρα που στο σπήλαιο της Βηθλεέμ αντηχεί το «Επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία».
Θοδωρής Ρουμπάνης
Εφημερίδα Έθνος
Το επεισόδιο των Χριστουγέννων του 1914 είναι γνωστό περισσότερο ως θρύλος. Ομως πρόκειται για μια πραγματική ιστορία.
Ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο οι στρατευμένοι της Γερμανίας, της Αυστροουγγαρίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας, που παραμέρισαν τις εντολές των στρατηγών. Βγήκαν από τα χαρακώματα, ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα», τραγούδησαν την «Αγια Νύχτα», έπαιξαν ποδόσφαιρο και αντάλλαξαν τα υποτυπώδη δώρα που θα μπορούσαν να έχουν επάνω τους, τσιγάρα, λίγο κρυμμένο κονιάκ και κουμπιά από τις χλαίνες τους.
Ολα ξεκίνησαν πρόχειρα. Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά ποιο ήταν το σημείο του μετώπου απ όπου έγινε η αρχή. Γεγονός αποτελεί ότι επεκτάθηκε ταχύτατα, σχεδόν αστραπιαία.
Φαίνεται ότι την πρωτοβουλία πήρε ένας Γερμανός στρατιώτης, που εκτός από τη μητρική του γλώσσα, μιλούσε και αγγλικά. Πρόκειται για τον οπλίτη Μέκελ, όπως αφηγείται σε διασωθείσες επιστολές του ο συστρατιώτης του Κουρτ Τσέμις. Γράφει σχετικά: «Ο στρατιώτης Μέκελ από τον λόχο μου, που για πολλά χρόνια είχε ζήσει στη Βρετανία, φώναξε μιλώντας αγγλικά απευθυνόμενος στο απέναντι εχθρικό χαράκωμα. Γρήγορα άρχισε μια έντονη συζήτηση».
Οι στρατιώτες βγήκαν από τα χαρακώματα. Εσφιξαν τα χέρια και αλληλοευχήθηκαν «Χαρούμενα Χριστούγεννα». Ο καθένας μιλούσε στη γλώσσα του. Ομως εκείνη η ιδιόρρυθμη Βαβέλ δεν χώριζε τους λαούς. Τους ένωνε.
Ηταν παραμονή Χριστουγέννων. Αυτοί οι πρώτοι, η μαγιά της μεγάλης πρωτοβουλίας, συμφώνησαν την επομένη, που ήταν η μεγάλη μέρα της χριστιανοσύνης, να μη χρησιμοποιήσει κανείς το όπλο του. Να μην υπάρξει πυροβολισμός την ώρα που στο σπήλαιο της Βηθλεέμ αντηχεί το «Επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία».
Θοδωρής Ρουμπάνης
Εφημερίδα Έθνος
Κατηγορια
Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ
Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010
Τι να το κάνει ένας καλόγερος το κινητό, αφήστε που βλάπτει κιόλας...
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Σισανίου καὶ Σιατίστης κ. Ἀντώνιος Κόμπος ἐγεννήθη τῷ 1920 εἰς Ἄργος Ἀργολίδος. Ὑπῆρξε ἀπόφοιτος τῆς Μαρασλείου Παιδαγωγικῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν καὶ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Μετεξεπαιδεύθη εἰς τὰ Πανεπιστήμια Ὀξφόρδης καὶ Παρισίων. Διετέλεσε καθηγητὴς καὶ Διευθυντὴς Ἱερατικῶν Σχολῶν. Κατὰ τὰ ἔτη 1971-74 ὑπηρέτησεν ὡς Ἱεροκήρυξ εἰς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. Διάκονος ἐχειροτονήθη εἰς τὰς 3.12.67, πρεσβύτερος δὲ εἰς τὰς 4.12.67. Τὴν 23ην Μαΐου 1974 ἐξελέγη Μητροπολίτης Σισανίου καὶ Σιατίστης. Ἐξέδωκεν ἀξιόλογα ἐπιστημονικὰ ἔργα. Ἐδημοσίευσε βιβλιοκρισίας καὶ ἄρθρα ἐποικοδομητικὰ εἰς διάφορα περιοδικά. Ἐκοιμήθῃ ἐν Κυρίῳ τῇ 17ῃ Δεκεμβρίου 2005.
Σύντομο βιογραφικό, ἀπὸ τὰ Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἔτους 2005.
Τον χαρακτηρίζουν «ασκητή της πόλης». Μαγειρεύει μόνος του, καθαρίζει ο ίδιος το μητροπολιτικό σπίτι, δεν χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο, ενώ σπάνια μιλά και στο σταθερό. Επισκέπτεται την Αθήνα για να συμμετάσχει στις Συνόδους χρησιμοποιώντας... το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, κάνει περιοδείες στα «κουτσοχώρια» με τα πόδια και έχει ξεχάσει πώς είναι τα πλούσια αρχιερατικά άμφια. «Εγώ είμαι ένας καλόγερος», επιμένει ο ίδιος.
«Τι να το κάνει ένας καλόγερος το κινητό, αφήστε που βλάπτει κιόλας», απαντά με χαμόγελο στην παρατήρηση των «ΝΕΩΝ», ότι δεν ακολουθεί την τεχνολογία. «Εγώ είχα γέροντα τον Μητροπολίτη Κορινθίας, που πήγε μετά στην Αμερική. Αυτός μου είχε πει ότι ο επίσκοπος είναι καλόγερος και έτσι πρέπει να είναι». Όταν καλείται να σχολιάσει το ότι δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλους μητροπολίτες, περιορίζεται να πει πως «πρέπει να έχουμε ακτημοσύνη, καρτερία και παρθενία, αυτές είναι οι αρετές του μοναχού».
«Άγιος άνθρωπος». Οι κάτοικοι της Σιάτιστας κάνουν λόγο για «άγιο άνθρωπο», που είναι κλειστός, δεν δίνει δικαιώματα και ζει όπως οι καλόγεροι. Μερικοί υποστηρίζουν ότι έχει περιορισμένη παρουσία στα κοινά, τονίζοντας πάντως ότι αποτελεί «στάση ζωής» για τον ίδιο. «Είναι κάτι παραπάνω από καλός. Δεν είναι διακοσμητικός, αρνείται τα λούσα και τις πολυτέλειες, ούτε αυτοκίνητο δεν έχει», είπε ο κ. Γιώργος Ράμος, που διατηρεί περίπτερο στη Σιάτιστα. «Τι σχέση μπορεί να έχει αυτός ο μητροπολίτης με τους άλλους, που έχουν καταθέσεις δισεκατομμυρίων», συμπληρώνει ο κ. Νίκος Τζάλας.
Ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης απαντά με χαμόγελο σε όλα. Όταν όμως καλείται να σχολιάσει τα σκάνδαλα που συνταράσσουν το τελευταίο διάστημα την Εκκλησία της Ελλάδος, παίρνει αποστάσεις. «Δεν θα κρίνω κανέναν, εγώ είμαι πιο αμαρτωλός απ' όλους, δεν μπορώ να πω τίποτε. H Ιεραρχία αποφάσισε να γίνει κάθαρση», λέει και κλείνει το θέμα.
Είναι πρόθυμος να ξεναγήσει στα διαμερίσματα της Μητρόπολης, ενώ παράλληλα ικανοποιεί όλα τα αιτήματα υπαλλήλων και μοναχών. H μοναχή Ειρήνη, από το μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, που επισκέφθηκε τη Μητρόπολη για δουλειές του μοναστηριού, λέει: «Δεν τον βλέπετε, πόσο ταπεινός είναι; Ακόμη και τα ράσα του τα πλένει ο ίδιος, δεν αφήνει κανέναν να τον βοηθήσει».
«Είναι κατ' ουσίαν ασκητής, ζει γι' αυτό που τάχθηκε, που δεν είναι επάγγελμα αλλά λειτούργημα», υποστήριξε ο υπάλληλος της Μητρόπολης κ. Ζήσης Γούτας. Ο Μητροπολίτης ασχολείται και με τις δουλειές, εξυπηρετώντας τον κόσμο που έρχεται να τον συναντήσει. «Δεν αρνείται σε κανέναν να ασχοληθεί με το πρόβλημά του».
Τα Νέα 5 Μαρτίου 2005
Σύντομο βιογραφικό, ἀπὸ τὰ Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἔτους 2005.
Τον χαρακτηρίζουν «ασκητή της πόλης». Μαγειρεύει μόνος του, καθαρίζει ο ίδιος το μητροπολιτικό σπίτι, δεν χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο, ενώ σπάνια μιλά και στο σταθερό. Επισκέπτεται την Αθήνα για να συμμετάσχει στις Συνόδους χρησιμοποιώντας... το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, κάνει περιοδείες στα «κουτσοχώρια» με τα πόδια και έχει ξεχάσει πώς είναι τα πλούσια αρχιερατικά άμφια. «Εγώ είμαι ένας καλόγερος», επιμένει ο ίδιος.
«Τι να το κάνει ένας καλόγερος το κινητό, αφήστε που βλάπτει κιόλας», απαντά με χαμόγελο στην παρατήρηση των «ΝΕΩΝ», ότι δεν ακολουθεί την τεχνολογία. «Εγώ είχα γέροντα τον Μητροπολίτη Κορινθίας, που πήγε μετά στην Αμερική. Αυτός μου είχε πει ότι ο επίσκοπος είναι καλόγερος και έτσι πρέπει να είναι». Όταν καλείται να σχολιάσει το ότι δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλους μητροπολίτες, περιορίζεται να πει πως «πρέπει να έχουμε ακτημοσύνη, καρτερία και παρθενία, αυτές είναι οι αρετές του μοναχού».
«Άγιος άνθρωπος». Οι κάτοικοι της Σιάτιστας κάνουν λόγο για «άγιο άνθρωπο», που είναι κλειστός, δεν δίνει δικαιώματα και ζει όπως οι καλόγεροι. Μερικοί υποστηρίζουν ότι έχει περιορισμένη παρουσία στα κοινά, τονίζοντας πάντως ότι αποτελεί «στάση ζωής» για τον ίδιο. «Είναι κάτι παραπάνω από καλός. Δεν είναι διακοσμητικός, αρνείται τα λούσα και τις πολυτέλειες, ούτε αυτοκίνητο δεν έχει», είπε ο κ. Γιώργος Ράμος, που διατηρεί περίπτερο στη Σιάτιστα. «Τι σχέση μπορεί να έχει αυτός ο μητροπολίτης με τους άλλους, που έχουν καταθέσεις δισεκατομμυρίων», συμπληρώνει ο κ. Νίκος Τζάλας.
Ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης απαντά με χαμόγελο σε όλα. Όταν όμως καλείται να σχολιάσει τα σκάνδαλα που συνταράσσουν το τελευταίο διάστημα την Εκκλησία της Ελλάδος, παίρνει αποστάσεις. «Δεν θα κρίνω κανέναν, εγώ είμαι πιο αμαρτωλός απ' όλους, δεν μπορώ να πω τίποτε. H Ιεραρχία αποφάσισε να γίνει κάθαρση», λέει και κλείνει το θέμα.
Είναι πρόθυμος να ξεναγήσει στα διαμερίσματα της Μητρόπολης, ενώ παράλληλα ικανοποιεί όλα τα αιτήματα υπαλλήλων και μοναχών. H μοναχή Ειρήνη, από το μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, που επισκέφθηκε τη Μητρόπολη για δουλειές του μοναστηριού, λέει: «Δεν τον βλέπετε, πόσο ταπεινός είναι; Ακόμη και τα ράσα του τα πλένει ο ίδιος, δεν αφήνει κανέναν να τον βοηθήσει».
«Είναι κατ' ουσίαν ασκητής, ζει γι' αυτό που τάχθηκε, που δεν είναι επάγγελμα αλλά λειτούργημα», υποστήριξε ο υπάλληλος της Μητρόπολης κ. Ζήσης Γούτας. Ο Μητροπολίτης ασχολείται και με τις δουλειές, εξυπηρετώντας τον κόσμο που έρχεται να τον συναντήσει. «Δεν αρνείται σε κανέναν να ασχοληθεί με το πρόβλημά του».
Τα Νέα 5 Μαρτίου 2005
Κατηγορια
Η ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010
Γέρων διχαλογένης φορών σκούφον, του Φ. Κόντογλου
Ο Άγιος Σπυρίδων γεννήθηκε στον καιρό του αυτοκράτορος Kωνσταντίνου του Mεγάλου στο νησί της Kύπρου, από γονιούς φτωχούς. Γι' αυτό στα μικρά χρόνια του ήτανε τσομπάνης και φύλαγε πρόβατα. Ήτανε πολύ απλός στη γνώμη σαν τους ψαράδες που διάλεξε ο Xριστός να τους κάνει μαθητές του. Σαν ήρθε σε ηλικία, παντρεύθηκε, και μετά χρόνια χήρεψε, και τόση ήτανε η αρετή του, που τον κάνανε επίσκοπο σε μια πολιτεία λεγόμενη Tριμυθούντα, μ' όλο που ήτανε ολότελα αγράμματος. Παίρνοντας αυτό το πνευματικό αξίωμα έγινε ακόμα απλούστερος και ταπεινός, και ποίμανε τα λογικά πρόβατα που του εμπιστεύθηκε ο Xριστός με αγάπη, αλλά και με αυστηρότητα ωσάν υπεύθυνος όπου ήτανε για τη σωτηρία τους. Ήτανε προστάτης των φτωχών, πατέρας των ορφανών, δάσκαλος των αμαρτωλών. Kαι είχε τέτοια καθαρότητα και αγιότητα, που του δόθηκε η χάρη άνωθεν να κάνει πολλά θαύματα, για τούτο ονομάσθηκε θαυματουργός. Mε την προσευχή του μάζευε τα σύννεφα κ' έβρεχε σε καιρό ξηρασίας, γιάτρευε τις αρρώστιες, τιμωρούσε τους πονηρούς ανθρώπους...
Kαι στην Πρώτη Oικουμενική Σύνοδο που έγινε στη Nίκαια, ήτανε κι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανάμεσα στους τριακοσίους δέκα οκτώ θεοφόρους πατέρας και, παρ' όλο που δεν γνώριζε γράμματα, αποστόμωσε τον αιρεσιάρχην Άρειο που ήτανε ο πιο σπουδασμένος στα γράμματα από όλους τους δεσποτάδες...
Kάποτε πήγε στον άγιο μια γυναίκα που είχε ένα παιδάκι και της πέθανε, και τον παρακαλούσε με δάκρυα πολλά να το αναστήσει, τόσο συνηθισμένοι ήτανε οι άνθρωποι, που τον γνωρίζανε, στα θαύματα που έκανε ο άγιος. Kαι εκείνος το ανάστησε με την προσευχή του. Mα η μητέρα του σαν το είδε ζωντανό, από την πολλή χαρά της πέθανε η ίδια. Kι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανέστησε και τη γυναίκα.
Aυτά τα μεγάλα θαύματα ξακουσθήκανε στον κόσμο, κι' ο άγιος Σπυρίδωνας, ζώντας ακόμα, τιμήθηκε σαν άγιος και θαυματουργός. Kαι έως τώρα κάνει πολλά θαύματα το σκήνωμά του που είναι ο θησαυρός των Kερκυραίων...
Kατά τη βασιλεία των Tούρκων ευρέθη εις τα χέρια ενός ευλαβούς χριστιανού που τον λέγανε Bούλγαρη, κι' αυτός με μεγάλα βάσανα και κόπους το έφερε έως την Aλβανία κρυμμένο μέσα σε τσουβάλια, κι' από κει το πέρασε μ' ένα καΐκι στην Kέρκυρα που την κρατούσανε οι Bενετσιάνοι, κι' από τότε βρίσκεται σ' αυτό το νησί, απείραχτο από τον καιρό, με όλο όπου περάσανε 1600 χρόνια από την κοίμησή του. Στο κουβούκλιο στέκεται όρθιος ο άγιος, με χέρια σταυρωμένα, ντυμένος με τα άμφιά του και τον βγάζουνε σε λιτανεία δύο φορές το χρόνο. Oι Kερκυραίοι έχουνε το ιερό σκήνωμα σε μεγάλη ευλάβεια και το θεωρούνε θησαυρό του νησιού τους. Tον καιρό που δούλεψα στο Mουσείο της Kέρκυρας γνώρισα τον παπα-Bούλγαρη, που ήτανε εφημέριος του ναού, κατά κληρονομικό δικαίωμα, άνθρωπος που αγαπούσε την τέχνη και τα γράμματα. Tο άγιο λείψανο θαυματουργεί πάντα έως σήμερα σε όποιους επικαλεσθούνε με πίστη τον άγιο.
Στην ορθόδοξη αγιογραφία ο άγιος Σπυρίδωνας παριστάνεται γηραλέος με γυριστή μύτη και με διχαλωτό κοντό άσπρο γένι, "γέρων διχαλογένης φορών σκούφον". O σκούφος του είναι παράξενος, σαν κινέζικος, μυτερός στην κορυφή. Δεν ζωγραφίζεται ποτέ ξεσκούφωτος. Eκτός από τις εικόνες απάνω σε σανίδι είτε σε τοίχο σε άλλο μέρος της εκκλησίας, ζωγραφίζεται συχνά στο άγιο Bήμα μαζί με τους άλλους μεγάλους ιεράρχας Bασίλειο, Xρυσόστομο και Γρηγόριο κάτω από την Πλατυτέρα. Στο χαρτί που βαστά είναι γραμμένο: "Έτι προσφέρομέν Σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον θυσίαν"...
Φώτης Κόντογλου
Γίγαντες Ταπεινοί, Εκδόσεις Aκρίτας 2000
Kαι στην Πρώτη Oικουμενική Σύνοδο που έγινε στη Nίκαια, ήτανε κι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανάμεσα στους τριακοσίους δέκα οκτώ θεοφόρους πατέρας και, παρ' όλο που δεν γνώριζε γράμματα, αποστόμωσε τον αιρεσιάρχην Άρειο που ήτανε ο πιο σπουδασμένος στα γράμματα από όλους τους δεσποτάδες...
Kάποτε πήγε στον άγιο μια γυναίκα που είχε ένα παιδάκι και της πέθανε, και τον παρακαλούσε με δάκρυα πολλά να το αναστήσει, τόσο συνηθισμένοι ήτανε οι άνθρωποι, που τον γνωρίζανε, στα θαύματα που έκανε ο άγιος. Kαι εκείνος το ανάστησε με την προσευχή του. Mα η μητέρα του σαν το είδε ζωντανό, από την πολλή χαρά της πέθανε η ίδια. Kι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανέστησε και τη γυναίκα.
Aυτά τα μεγάλα θαύματα ξακουσθήκανε στον κόσμο, κι' ο άγιος Σπυρίδωνας, ζώντας ακόμα, τιμήθηκε σαν άγιος και θαυματουργός. Kαι έως τώρα κάνει πολλά θαύματα το σκήνωμά του που είναι ο θησαυρός των Kερκυραίων...
Kατά τη βασιλεία των Tούρκων ευρέθη εις τα χέρια ενός ευλαβούς χριστιανού που τον λέγανε Bούλγαρη, κι' αυτός με μεγάλα βάσανα και κόπους το έφερε έως την Aλβανία κρυμμένο μέσα σε τσουβάλια, κι' από κει το πέρασε μ' ένα καΐκι στην Kέρκυρα που την κρατούσανε οι Bενετσιάνοι, κι' από τότε βρίσκεται σ' αυτό το νησί, απείραχτο από τον καιρό, με όλο όπου περάσανε 1600 χρόνια από την κοίμησή του. Στο κουβούκλιο στέκεται όρθιος ο άγιος, με χέρια σταυρωμένα, ντυμένος με τα άμφιά του και τον βγάζουνε σε λιτανεία δύο φορές το χρόνο. Oι Kερκυραίοι έχουνε το ιερό σκήνωμα σε μεγάλη ευλάβεια και το θεωρούνε θησαυρό του νησιού τους. Tον καιρό που δούλεψα στο Mουσείο της Kέρκυρας γνώρισα τον παπα-Bούλγαρη, που ήτανε εφημέριος του ναού, κατά κληρονομικό δικαίωμα, άνθρωπος που αγαπούσε την τέχνη και τα γράμματα. Tο άγιο λείψανο θαυματουργεί πάντα έως σήμερα σε όποιους επικαλεσθούνε με πίστη τον άγιο.
Στην ορθόδοξη αγιογραφία ο άγιος Σπυρίδωνας παριστάνεται γηραλέος με γυριστή μύτη και με διχαλωτό κοντό άσπρο γένι, "γέρων διχαλογένης φορών σκούφον". O σκούφος του είναι παράξενος, σαν κινέζικος, μυτερός στην κορυφή. Δεν ζωγραφίζεται ποτέ ξεσκούφωτος. Eκτός από τις εικόνες απάνω σε σανίδι είτε σε τοίχο σε άλλο μέρος της εκκλησίας, ζωγραφίζεται συχνά στο άγιο Bήμα μαζί με τους άλλους μεγάλους ιεράρχας Bασίλειο, Xρυσόστομο και Γρηγόριο κάτω από την Πλατυτέρα. Στο χαρτί που βαστά είναι γραμμένο: "Έτι προσφέρομέν Σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον θυσίαν"...
Φώτης Κόντογλου
Γίγαντες Ταπεινοί, Εκδόσεις Aκρίτας 2000
Κατηγορια
Ο ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010
Το προαιώνιο γιατί...
Ο Αϊνστάιν έκανε κάποτε την ερώτηση: «Πόση ελευθερία επιλογής είχε ο Θεός στη δημιουργία του Σύμπαντος;». Αν η πρόταση της έλλειψης ορίου είναι σωστή, ο Θεός δεν είχε καμιά ελευθερία επιλογής των αρχικών χαρακτηριστικών του Σύμπαντος. Θα μπορούσε βέβαια να εξακολουθεί να διατηρεί την ελευθερία επιλογής των νόμων του Σύμπαντος. Στην πραγματικότητα όμως αυτή η ελευθερία δεν θα ήταν και πολύ μεγάλη: μπορεί να υπάρχει ένας πολύ μικρός αριθμός πλήρων ενιαίων θεωριών (ίσως μάλιστα και μόνο μία) που να είναι συνεπείς και να επιτρέπουν την ύπαρξη δομών στο Σύμπαν δομών τόσο πολύπλοκων όσο τα ανθρώπινα όντα που μπορούν να ερευνήσουν τους νόμους της Φύσης και να αναρωτηθούν για τη φύση του Θεού. Αλλά ακόμη και αν υπάρχει μία μόνο δυνατή ενιαία θεωρία, αυτή δεν αποτελείται παρά από ένα σύνολο κανόνων και εξισώσεων. Τί όμως εμψυχώνει τις εξισώσεις και δημιουργεί ένα Σύμπαν που περιγράφεται απ' αυτές; Η συνήθης προσέγγιση της φυσικής επιστήμης συνίσταται στο να κατασκευάζει ένα μαθηματικό μοντέλο και όχι να εξετάζει γιατί πρέπει να υπάρχει κάποιο Σύμπαν που να περιγράφεται από το μοντέλο αυτό. Για τί το Σύμπαν μπαίνει στον κόπο να υπάρχει; Είναι τόσο αναγκαία η ενιαία θεωρία που περιέχει την ίδια της την αυτοπραγμάτωση; Ή χρειάζεται ένας Δημιουργός; Και αν είναι έτσι, η ύπαρξη του έχει καμία άλλη επίπτωση στο Σύμπαν; Και ποιος δημιούργησε τον Δημιουργό;
Μέχρι σήμερα οι περισσότεροι φυσικοί ήταν πολύ απασχολημένοι με την ανάπτυξη νέων θεωριών που περιγράφουν το πώς είναι το Σύμπαν και δεν έθεταν το ερώτημα του γιατί υπάρχει ένα Σύμπαν που περιγράφεται από αυτές. Και αυτοί που η ασχολία τους είναι ακριβώς να θέτουν το ερώτημα του γιατί, οι φιλόσοφοι, δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν την πρόοδο των επιστημονικών θεωριών. Ώς τον 18ο αιώνα οι φιλόσοφοι θεωρούσαν πεδίο των ερευνών τους το σύνολο των ανθρώπινων γνώσεων, συμπεριλαμβανομένης της φυσικής επιστήμης, και έθεταν ερωτήματα όπως: «Είχε το Σύμπαν μία αρχή στον χρόνο;» Τον 19ο και τον 20ό αιώνα όμως η φυσική επιστήμη έγινε πολύ πολύπλοκη και μαθηματική για τους φιλόσοφους, όπως και για όλους, εκτός από μερικούς ειδικούς. Οι φιλόσοφοι περιόρισαν το πεδίο των ερευνών τους τόσο πολύ που ο Wittgenstein, ο πιο διάσημος φιλόσοφος του αιώνα μας, έλεγε ότι «ο μόνος σκοπός της φιλοσοφίας είναι η ανάλυση της γλώσσας». Πόση διαφορά από τη μεγάλη παράδοση της φιλοσοφίας από τον Αριστοτέλη ώς τον Kant!
Παρ' όλα αυτά, αν ανακαλύψουμε μία πλήρη ενιαία θεωρία σύντομα θα γίνει κατανοητή στις γενικές της αρχές από οποιονδήποτε, όχι μόνο από λίγους φυσικούς. Τότε θα μπορούμε όλοι, φιλόσοφοι, φυσικοί και απλοί άνθρωποι, να συμμετάσχουμε στη συζήτηση του γιατί συμβαίνει να υπάρχει το Σύμπαν και εμείς. Αν βρούμε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα έχει συντελεστεί ο τελικός θρίαμβος του ανθρώπινου νου — γιατί τότε θα έχουμε γνωρίσει το νου του Θεού.
Stephen W. Hawking
"Το Χρονικό του Χρόνου"
Απόσπασμα από το τελευταίο κεφάλαιο των συμπερασμάτων. Το βιβλίο από το 1988 έχει ξεπεράσει τα 10.000.000 πωλήσεων παγκοσμίως.
Κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κάτοπτρο.
Μέχρι σήμερα οι περισσότεροι φυσικοί ήταν πολύ απασχολημένοι με την ανάπτυξη νέων θεωριών που περιγράφουν το πώς είναι το Σύμπαν και δεν έθεταν το ερώτημα του γιατί υπάρχει ένα Σύμπαν που περιγράφεται από αυτές. Και αυτοί που η ασχολία τους είναι ακριβώς να θέτουν το ερώτημα του γιατί, οι φιλόσοφοι, δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν την πρόοδο των επιστημονικών θεωριών. Ώς τον 18ο αιώνα οι φιλόσοφοι θεωρούσαν πεδίο των ερευνών τους το σύνολο των ανθρώπινων γνώσεων, συμπεριλαμβανομένης της φυσικής επιστήμης, και έθεταν ερωτήματα όπως: «Είχε το Σύμπαν μία αρχή στον χρόνο;» Τον 19ο και τον 20ό αιώνα όμως η φυσική επιστήμη έγινε πολύ πολύπλοκη και μαθηματική για τους φιλόσοφους, όπως και για όλους, εκτός από μερικούς ειδικούς. Οι φιλόσοφοι περιόρισαν το πεδίο των ερευνών τους τόσο πολύ που ο Wittgenstein, ο πιο διάσημος φιλόσοφος του αιώνα μας, έλεγε ότι «ο μόνος σκοπός της φιλοσοφίας είναι η ανάλυση της γλώσσας». Πόση διαφορά από τη μεγάλη παράδοση της φιλοσοφίας από τον Αριστοτέλη ώς τον Kant!
Παρ' όλα αυτά, αν ανακαλύψουμε μία πλήρη ενιαία θεωρία σύντομα θα γίνει κατανοητή στις γενικές της αρχές από οποιονδήποτε, όχι μόνο από λίγους φυσικούς. Τότε θα μπορούμε όλοι, φιλόσοφοι, φυσικοί και απλοί άνθρωποι, να συμμετάσχουμε στη συζήτηση του γιατί συμβαίνει να υπάρχει το Σύμπαν και εμείς. Αν βρούμε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα έχει συντελεστεί ο τελικός θρίαμβος του ανθρώπινου νου — γιατί τότε θα έχουμε γνωρίσει το νου του Θεού.
Stephen W. Hawking
"Το Χρονικό του Χρόνου"
Απόσπασμα από το τελευταίο κεφάλαιο των συμπερασμάτων. Το βιβλίο από το 1988 έχει ξεπεράσει τα 10.000.000 πωλήσεων παγκοσμίως.
Κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κάτοπτρο.
Κατηγορια
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010
Ζωή επί πιστώσει, της Τασουλας Καραϊσκάκη
Από τη μια η ζωή, ή μάλλον οι στοιχειώδεις όροι για μια ζωή όπως την είχαμε συνηθίσει και από την άλλη τα διογκούμενα χρέη. Η αγωνία για την κατάρρευση της κοινωνικής μας εικόνας, και τα απανωτά δανεικά. Και κανένα φως στο τούνελ του χρόνου. Οδυνηρή ταλάντευση στο εκκρεμές των αντοχών μεταξύ ψυχικής καταβαράθρωσης και ελπίδας. Και η καθημερινότητα να σπρώχνει διαρκώς προς τα εμπρός...
...Και μολονότι οι στρόφιγγες των τραπεζών έχουν κλείσει και τα δάνεια χορηγούνται δύσκολα, η τάση δανεισμού παραμένει ισχυρή.
Οι χρεωμένοι Ελληνες μοιάζουν να μην μπορούν να μειώσουν δραστικά τον ρυθμό συσσώρευσης των χρεών τους. Είναι η άρνηση να υποχωρήσουν στη φτώχεια, να δεχθούν ότι δεν μπορούν να ζήσουν μια μέση καταναλωτική ζωή, ότι πρέπει να βγάλουν από το πρόγραμμα το κάλεσμα φίλων, την έξοδο για σινεμά, τα ιδιαίτερα του παιδιού.
Είναι η κεκτημένη συνήθεια της ζωής επί πιστώσει, της διά του δανεισμού ικανοποίησης των αναγκών. Τα παλιά χρόνια προηγούνταν η αποταμίευση, οι περικοπές από αλλού, η θυσία ορισμένων απολαύσεων για την πραγματοποίηση ενός ονείρου. Με τις κάρτες και τα δάνεια, τα πράγματα αντιστράφηκαν - απόλαυσε τώρα, πλήρωσε μετά. Τα δάνεια παρέχουν την ελευθερία διαχείρισης της ικανοποίησης.
Αλλά είναι και κάτι άλλο, πιο βαθύ. Εκείνο που βιώνει σήμερα κανείς δεν είναι η ενεργός παρουσία της ομάδας, ένα ζωντανό κοινωνικό σώμα, αλλά ένα σώμα καμωμένο από σημεία, αναφορές, διακριτικά των καταναλωτικών τάσεων και συρμών. Ο μέσος καταναλωτής οφείλει να διαθέτει ένα σύνολο αντικειμένων για να εξασφαλίσει τον τίτλο του πολίτη, το πιστοποιητικό πολιτιστικής υπηκοότητας. Είναι τόσο ισχυρή αυτή η τάση, που υπερκαλύπτει ως ένα βαθμό την αίσθηση κινδύνου της υπερχρέωσης. Μέσα από το δανεισμό για τη διατήρηση του κοινωνικού προφίλ διασφαλίζει ο καταναλωτής την κοινωνική του ενσωμάτωση. Ο μέσος Ελληνας δέχεται αδιάκοπα προκλήσεις, ερωτάται και καλείται να απαντήσει. Συχνά αγοράζει όχι για να ικανοποιήσει μια επείγουσα ανάγκη, αλλά για να απαντήσει σε μια ερώτηση που τον εμπλέκει στο συλλογικό τελετουργικό της διαβίωσης. Η επιλογή του αντικειμένου είναι μια δήλωση προτίμησης που του προσφέρει την κοινωνική του ταυτότητα. Αγοράζει άρα υπάρχει. Εχει λόγο γιατί έχει χρήμα. Δανεικό έστω. Επισφαλές, ακριβοπληρωμένο, κατευθυντήριο.
Η Καθημερινή, 4/12/2010
Κατηγορια
Πόλις Πολίτης Πολιτική
Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010
Η Παναγιώτα του τίποτα, του Δημ.Δανίκα
Θεούλη μου, τι πλάσμα είναι αυτό! Κάθε πρωί, εκεί κοντά στην Εμμανουήλ Μπενάκη. Σε ένα καφέ. Οπου μαζεύονται μεροκαματιάρηδες δικηγόροι, περαστικοί και σκαστοί ιδιωτικοί υπάλληλοι. Λίγο πριν από τη δουλειά. Μια ψυχούλα με το όνομα Παναγιώτα θα σου σερβίρει τον καφέ.
Το δέρμα της λευκό, λείο. Το πρόσωπό της καθαρό. Διάφανο. Το άγχος της πνιγμένο από το κουράγιο της. Μπαίνει, βγαίνει. Με μια κοιλίτσα φουσκωμένη. Το πρώτο παιδί, τη ρωτάω. Οχι, το δεύτερο, λέει και χαμογελάει. Και εξαφανίζει το απέραντο γκρίζο από μπροστά μου. Σε ποιον μήνα, ξαναρωτάω. Στον τέταρτο, λέει και ξαναχαμογελάει. Και μετά μπαίνει και με τον δίσκο ξαναβγαίνει. Παναγιώτα, δεν φοβάσαι μη και το χάσεις, τη ρωτάω. Τι να κάνω; Αν δεν δουλέψουμε, θα πεινάσουμε, λέει και πάλι χαμογελάει. Και ο άντρας σου; Στο εργοστάσιο, εργάτης μέσα στα χημικά. Και ξαναμπαίνει και ξαναβγαίνει. Αφήνοντας πίσω να σε σκοτώνει το χαμόγελό της το γλυκό.
Ετσι και έχεις μια τόση δα τσίπα μέσα σου, τότε θέλεις ν΄ ανοίξει η γη να σε καταπιεί. Εσένα και όλους του είδους σου. Και εκείνη τη στιγμή μου ΄ρχεται μπροστά στα μάτια μου το κοντράστο που με κάνει ακόμη περισσότερο να θέλω να εξαφανιστώ από προσώπου γης. Τόση η ντροπή μου. Για λογαριασμό τους, δηλαδή. Για λογαριασμό όλων αυτών των καρχαριών... Με όσα λεφτά την περιουσία τους να αβγατίσουν. Με όσα σπίτια, οικόπεδα, καταθέσεις και να αποκτήσουν. Ακόμη και ολόκληρο τον κόσμο να κατακτήσουν. Ποτέ και με τίποτα ευχαριστημένοι. Ούτε ακόμη από το παιδί τους. Και πολύ περισσότερο με την κατάμαυρη ψυχή τους. Ενα από τα βασικά αίτια της κατάθλιψης είναι η αχαριστία. Οσο περισσότερο ανικανοποίητος τόσο πιο κοντά στον ζουρλομανδύα. Οταν δεν έχεις τίποτα, τότε δεν έχεις να χάσεις τίποτα. Γι΄ αυτό χαμογελάει η Παναγιώτα τού τίποτα. Γιατί δεν έχει να φοβηθεί τίποτα!
Δημήτρης Δανίκας
Το Βήμα on line
Το δέρμα της λευκό, λείο. Το πρόσωπό της καθαρό. Διάφανο. Το άγχος της πνιγμένο από το κουράγιο της. Μπαίνει, βγαίνει. Με μια κοιλίτσα φουσκωμένη. Το πρώτο παιδί, τη ρωτάω. Οχι, το δεύτερο, λέει και χαμογελάει. Και εξαφανίζει το απέραντο γκρίζο από μπροστά μου. Σε ποιον μήνα, ξαναρωτάω. Στον τέταρτο, λέει και ξαναχαμογελάει. Και μετά μπαίνει και με τον δίσκο ξαναβγαίνει. Παναγιώτα, δεν φοβάσαι μη και το χάσεις, τη ρωτάω. Τι να κάνω; Αν δεν δουλέψουμε, θα πεινάσουμε, λέει και πάλι χαμογελάει. Και ο άντρας σου; Στο εργοστάσιο, εργάτης μέσα στα χημικά. Και ξαναμπαίνει και ξαναβγαίνει. Αφήνοντας πίσω να σε σκοτώνει το χαμόγελό της το γλυκό.
Ετσι και έχεις μια τόση δα τσίπα μέσα σου, τότε θέλεις ν΄ ανοίξει η γη να σε καταπιεί. Εσένα και όλους του είδους σου. Και εκείνη τη στιγμή μου ΄ρχεται μπροστά στα μάτια μου το κοντράστο που με κάνει ακόμη περισσότερο να θέλω να εξαφανιστώ από προσώπου γης. Τόση η ντροπή μου. Για λογαριασμό τους, δηλαδή. Για λογαριασμό όλων αυτών των καρχαριών... Με όσα λεφτά την περιουσία τους να αβγατίσουν. Με όσα σπίτια, οικόπεδα, καταθέσεις και να αποκτήσουν. Ακόμη και ολόκληρο τον κόσμο να κατακτήσουν. Ποτέ και με τίποτα ευχαριστημένοι. Ούτε ακόμη από το παιδί τους. Και πολύ περισσότερο με την κατάμαυρη ψυχή τους. Ενα από τα βασικά αίτια της κατάθλιψης είναι η αχαριστία. Οσο περισσότερο ανικανοποίητος τόσο πιο κοντά στον ζουρλομανδύα. Οταν δεν έχεις τίποτα, τότε δεν έχεις να χάσεις τίποτα. Γι΄ αυτό χαμογελάει η Παναγιώτα τού τίποτα. Γιατί δεν έχει να φοβηθεί τίποτα!
Δημήτρης Δανίκας
Το Βήμα on line
Κατηγορια
Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ
Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010
τω κόσμω αφανής διετέλεις, ποιμήν των του πατρός σου προβάτων...
Ένα καλοκαιριάτικο απόγευμα βιαζόμασταν να φύγουμε. Του είπα τον λόγο: θα πηγαίναμε να παρακολουθήσουμε μια συναυλία στο Ηρώδειο. Το ανέφερα έτσι σχεδόν επίτηδες για να δω τις αντιδράσεις του. Έμεινα κατάπληκτος Όταν και τον μουσουργό ήξερε και τον ερμηνευτή και μου μίλησε με πολύ εύστοχες παρατηρήσεις.
Ό Παπούλης της τετάρτης δημοτικού! Ρώτησα επίσης αυτούς πού πήγαιναν παλαιότερα από εμένα και ήξεραν περισσότερες λεπτομέρειες για τον Γέροντα... Του άρεσε εκτός από την καλλιέργεια της γης —με την οποία άλλωστε ή μεγάλη ήδη ηλικία του και ή ευαίσθητη υγεία του δεν του επέτρεπαν να ασχολείται για πολύ— να καταπιάνεται με τα τεχνικά. Ανέφερα κι όλος την δικής του έμπνευσης ξυλόσομπα, πού μας μάζευε τις χειμωνιάτικες μέρες μετά την εκκλησία κι αρχίζαμε ατέρμονες συζητήσεις περιμένοντας την ώρα να μας δει έναν-έναν ο Γέροντας, ενώ ή κυρά-Χαρίκλεια (ή σημερινή γερόντισσα Πορφυρία), αδελφή του γέροντα, μας φρόντιζε με καφέ και κάθε άλλο κέρασμα. Μαζευόντουσαν εκεί αδελφωμένοι θεολόγοι, κληρικοί —Έλληνες και Σέρβοι— δικαστές, φιλόσοφοι, γιατροί, παιδαγωγοί, καθηγητές, φοιτητές και είχε μια ζεστασιά ή συντροφιά που και να έσβηνε ή σόμπα δεν θα το νοιώθαμε.
Συχνά ρωτούσαμε τον Γέροντα για αποφάσεις και επιλογές στη ζωή μας. Είχε πάντα μιαν απάντηση. Άλλοτε αναμενόμενη και άλλοτε αναπάντεχη. Δεν συνιστούσε παραίτηση και απομάκρυνση από τις δραστηριότητες. Κάθε άλλο. Επέμενε όμως, στον απλό και φυσικό τρόπο ζωής στην εξοχή. Έναν περίπατο στο βουνό το θεωρούσε σπουδαία ψυχαγωγία. Ό αείμνηστος Παναγιώτης Νέλλας τον ρωτούσε συχνά για τη «Σύναξη» κι έπαιρνε τη σωστή απάντηση.
Είναι γνωστό ότι ό πατήρ Πορφύριος είχε διορατικό και προορατικό χάρισμα. Πολλοί πήγαιναν να εξομολογηθούν και τους αποκάλυπτε τις πράξεις τους. Όμως το χάρισμα αυτό το χρησιμοποιούσε με μεγάλη διάκριση και για λόγους ποιμαντικούς, όταν ήταν αναγκαίο. Σπάνια, όταν ήταν σε καλή διάθεση και έκανε τους μακρινούς περιπάτους του για να ξεκουραστεί λίγο, ρωτούσε με κείνο το καλοκάγαθο χαμόγελο του για διάφορες τοποθεσίες από την πατρίδα κάποιου της συντροφιάς. Κι ενώ δεν είχε πάει ό ίδιος, τον διέκοπτε και συνέχιζε την περιγραφή. Αυτό το χάρισμα του προκαλούσε πολλές στενοχώριες. Πολλοί το παρεξηγούσαν και πήγαιναν σ' αυτόν χωρίς μετάνοια και πίστη στο Θεό, απλώς και μόνο από περιέργεια ή για να πληροφορηθούν τα μέλλοντα. Ό Γέροντας πολύ στενοχωριόταν σ' αυτές τις περιπτώσεις και φυσικά τηρούσε την ανάλογη στάση. Κάποτε όμως κι άνθρωποι πού ξεκινούσαν από τέτοιες «πονηρές» προθέσεις έβρισκαν στον Γέροντα την πίστη και τη σωτηρία τους. Άλλος πάλι πειρασμός ήταν κάποιοι αιρετικοί ή και πλανεμένοι (γλωσσολαλιές κλπ.) Ό Γέροντας ήταν κατηγορηματικός και απόλυτος σ' αυτές τις περιπτώσεις και διεχώριζε απερίφραστα τη θέση του, στηλιτεύοντας την πλάνη τους και καταδικάζοντας την αίρεση. Γιατί ό ίδιος τόνιζε πάντα την μόνη σωτήριο οδό, πού είναι ή Εκκλησία και όχι κάποιες «προσωπικές» ή άλλου ανάλογου είδους «κινήσεις».
Ό πατήρ Πορφύριος πρόσφερε το λόγο της σωτηρίας και έδινε την ανάπαυση στις ψυχές απλά, χωρίς προκαθορισμένο πρόγραμμα, ομιλίες, «εκδηλώσεις» κλπ. Καθισμένος στα βράχια ή κατάχαμα μας αποκάλυπτε μυστήρια κι αλήθειες. Μιλώντας για τη μεγάλη σημασία πού έχουν οι μετάνοιες και δείχνοντας μας το σωστό τρόπο με τον όποιο πρέπει να γίνεται ή «μετάνοια», μας ερμήνευε τη σημασία της μετοχής του σώματος στην προσευχή και την ενότητα της ψυχοσωματικής υπόστασης του ανθρώπου. Μα εκείνο πού φυσικά τον έκαμε να λάμπει με παιδιάστικη χαρά ήταν να μιλάει για τη νοερά προσευχή. Με την καθαρή, λίγο αδύναμη, φωνή του και με χαριτωμένη χειρονομία, υπογραμμίζοντας, έλεγε αργά μιά-μιά τις λέξεις «Κύριε, ημών, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Και πρόσθετε «Εμένα μου έδωσε τη χάρη ν' ασχοληθώ πολύ με αυτή την εργασία». Εργασία ονόμαζε την άσκηση του στην καρδιακή προσευχή. «Αυτή ή εργασία είναι πολύ χρήσιμη για όλους τους πιστούς. Καθαρίζει την ψυχή και κρατάει τον νου». Στις περισσότερες συζητήσεις κάτι θα έλεγε για την ευχή...
Το σπουδαιότερο Όμως Έργο ετελεσιουργείτο μέσα στον άδυτο χώρο της ψυχής του καθενός. Κι αυτό μένει ερμητικά κλεισμένο, γνωστό μόνο στον Θεό και σ' αυτούς πού δέχονται την ευεργετική αύρα της θείας ενέργειας. Έτσι αυτά δεν λέγονται και δεν γράφονται. Όμως και οι άλλοι βλέπουν κάποτε συγκλονιστικές αλλαγές σε ανθρώπους πού μοιάζουν να έχουν φτάσει στο βάθος της αβύσσου• να μεταβάλλονται τώρα σε τέκνα φωτός.
Τα τελευταία χρόνια ήταν τις περισσότερες ώρες στο κρεβάτι. Άλλωστε, όλη τη ζωή του ήταν φιλάσθενος και αδύναμος. Αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να πηγαίνει συχνά, συχνότατα στο Άγιο Όρος και κάλλιστα στο δυσπρόσιτο τόπο του κελιού του. Ούτε τον εμπόδιζε από το να παλεύει συχνά με τους δαίμονες σώμα με σώμα, για να ελευθερώσει από τη δυναστεία του πονηρού τις ψυχές βασανισμένων ανθρώπων, που προσέτρεχαν ζητώντας τη βοήθεια του. Γαλήνιος πάντα, όταν δεν μπορούσε σχεδόν να μιλήσει, ευλογούσε από το κρεβάτι του και ψιθύριζε πώς μας σκέφτεται και προσεύχεται για μας.
Ό πατήρ Πορφύριος τώρα έφυγε για τον Ουρανό, περνώντας από την πύλη του ουρανού, το Άγιον Όρος. Κι από κει μας ευλογεί. Και εμείς κρατάμε στην καρδιά μας την ιερή ανάμνηση του πολύτιμη παρακαταθήκη.
Γαληνεύει ή ψυχή μας με την εικόνα εκείνη της πραότητας και της ειρήνης του κοντόσωμου με τον μαύρο μάλλινο σκούφο Γερούλη, πού ό Θεός εχαρίτωσε στους έσχατους τούτους καιρούς για να στηρίξει τις ψυχές των σημερινών ορθοδόξων.
Νίκος Ζίας
Ό Παπούλης της τετάρτης δημοτικού! Ρώτησα επίσης αυτούς πού πήγαιναν παλαιότερα από εμένα και ήξεραν περισσότερες λεπτομέρειες για τον Γέροντα... Του άρεσε εκτός από την καλλιέργεια της γης —με την οποία άλλωστε ή μεγάλη ήδη ηλικία του και ή ευαίσθητη υγεία του δεν του επέτρεπαν να ασχολείται για πολύ— να καταπιάνεται με τα τεχνικά. Ανέφερα κι όλος την δικής του έμπνευσης ξυλόσομπα, πού μας μάζευε τις χειμωνιάτικες μέρες μετά την εκκλησία κι αρχίζαμε ατέρμονες συζητήσεις περιμένοντας την ώρα να μας δει έναν-έναν ο Γέροντας, ενώ ή κυρά-Χαρίκλεια (ή σημερινή γερόντισσα Πορφυρία), αδελφή του γέροντα, μας φρόντιζε με καφέ και κάθε άλλο κέρασμα. Μαζευόντουσαν εκεί αδελφωμένοι θεολόγοι, κληρικοί —Έλληνες και Σέρβοι— δικαστές, φιλόσοφοι, γιατροί, παιδαγωγοί, καθηγητές, φοιτητές και είχε μια ζεστασιά ή συντροφιά που και να έσβηνε ή σόμπα δεν θα το νοιώθαμε.
Συχνά ρωτούσαμε τον Γέροντα για αποφάσεις και επιλογές στη ζωή μας. Είχε πάντα μιαν απάντηση. Άλλοτε αναμενόμενη και άλλοτε αναπάντεχη. Δεν συνιστούσε παραίτηση και απομάκρυνση από τις δραστηριότητες. Κάθε άλλο. Επέμενε όμως, στον απλό και φυσικό τρόπο ζωής στην εξοχή. Έναν περίπατο στο βουνό το θεωρούσε σπουδαία ψυχαγωγία. Ό αείμνηστος Παναγιώτης Νέλλας τον ρωτούσε συχνά για τη «Σύναξη» κι έπαιρνε τη σωστή απάντηση.
Είναι γνωστό ότι ό πατήρ Πορφύριος είχε διορατικό και προορατικό χάρισμα. Πολλοί πήγαιναν να εξομολογηθούν και τους αποκάλυπτε τις πράξεις τους. Όμως το χάρισμα αυτό το χρησιμοποιούσε με μεγάλη διάκριση και για λόγους ποιμαντικούς, όταν ήταν αναγκαίο. Σπάνια, όταν ήταν σε καλή διάθεση και έκανε τους μακρινούς περιπάτους του για να ξεκουραστεί λίγο, ρωτούσε με κείνο το καλοκάγαθο χαμόγελο του για διάφορες τοποθεσίες από την πατρίδα κάποιου της συντροφιάς. Κι ενώ δεν είχε πάει ό ίδιος, τον διέκοπτε και συνέχιζε την περιγραφή. Αυτό το χάρισμα του προκαλούσε πολλές στενοχώριες. Πολλοί το παρεξηγούσαν και πήγαιναν σ' αυτόν χωρίς μετάνοια και πίστη στο Θεό, απλώς και μόνο από περιέργεια ή για να πληροφορηθούν τα μέλλοντα. Ό Γέροντας πολύ στενοχωριόταν σ' αυτές τις περιπτώσεις και φυσικά τηρούσε την ανάλογη στάση. Κάποτε όμως κι άνθρωποι πού ξεκινούσαν από τέτοιες «πονηρές» προθέσεις έβρισκαν στον Γέροντα την πίστη και τη σωτηρία τους. Άλλος πάλι πειρασμός ήταν κάποιοι αιρετικοί ή και πλανεμένοι (γλωσσολαλιές κλπ.) Ό Γέροντας ήταν κατηγορηματικός και απόλυτος σ' αυτές τις περιπτώσεις και διεχώριζε απερίφραστα τη θέση του, στηλιτεύοντας την πλάνη τους και καταδικάζοντας την αίρεση. Γιατί ό ίδιος τόνιζε πάντα την μόνη σωτήριο οδό, πού είναι ή Εκκλησία και όχι κάποιες «προσωπικές» ή άλλου ανάλογου είδους «κινήσεις».
Ό πατήρ Πορφύριος πρόσφερε το λόγο της σωτηρίας και έδινε την ανάπαυση στις ψυχές απλά, χωρίς προκαθορισμένο πρόγραμμα, ομιλίες, «εκδηλώσεις» κλπ. Καθισμένος στα βράχια ή κατάχαμα μας αποκάλυπτε μυστήρια κι αλήθειες. Μιλώντας για τη μεγάλη σημασία πού έχουν οι μετάνοιες και δείχνοντας μας το σωστό τρόπο με τον όποιο πρέπει να γίνεται ή «μετάνοια», μας ερμήνευε τη σημασία της μετοχής του σώματος στην προσευχή και την ενότητα της ψυχοσωματικής υπόστασης του ανθρώπου. Μα εκείνο πού φυσικά τον έκαμε να λάμπει με παιδιάστικη χαρά ήταν να μιλάει για τη νοερά προσευχή. Με την καθαρή, λίγο αδύναμη, φωνή του και με χαριτωμένη χειρονομία, υπογραμμίζοντας, έλεγε αργά μιά-μιά τις λέξεις «Κύριε, ημών, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Και πρόσθετε «Εμένα μου έδωσε τη χάρη ν' ασχοληθώ πολύ με αυτή την εργασία». Εργασία ονόμαζε την άσκηση του στην καρδιακή προσευχή. «Αυτή ή εργασία είναι πολύ χρήσιμη για όλους τους πιστούς. Καθαρίζει την ψυχή και κρατάει τον νου». Στις περισσότερες συζητήσεις κάτι θα έλεγε για την ευχή...
Το σπουδαιότερο Όμως Έργο ετελεσιουργείτο μέσα στον άδυτο χώρο της ψυχής του καθενός. Κι αυτό μένει ερμητικά κλεισμένο, γνωστό μόνο στον Θεό και σ' αυτούς πού δέχονται την ευεργετική αύρα της θείας ενέργειας. Έτσι αυτά δεν λέγονται και δεν γράφονται. Όμως και οι άλλοι βλέπουν κάποτε συγκλονιστικές αλλαγές σε ανθρώπους πού μοιάζουν να έχουν φτάσει στο βάθος της αβύσσου• να μεταβάλλονται τώρα σε τέκνα φωτός.
Τα τελευταία χρόνια ήταν τις περισσότερες ώρες στο κρεβάτι. Άλλωστε, όλη τη ζωή του ήταν φιλάσθενος και αδύναμος. Αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να πηγαίνει συχνά, συχνότατα στο Άγιο Όρος και κάλλιστα στο δυσπρόσιτο τόπο του κελιού του. Ούτε τον εμπόδιζε από το να παλεύει συχνά με τους δαίμονες σώμα με σώμα, για να ελευθερώσει από τη δυναστεία του πονηρού τις ψυχές βασανισμένων ανθρώπων, που προσέτρεχαν ζητώντας τη βοήθεια του. Γαλήνιος πάντα, όταν δεν μπορούσε σχεδόν να μιλήσει, ευλογούσε από το κρεβάτι του και ψιθύριζε πώς μας σκέφτεται και προσεύχεται για μας.
Ό πατήρ Πορφύριος τώρα έφυγε για τον Ουρανό, περνώντας από την πύλη του ουρανού, το Άγιον Όρος. Κι από κει μας ευλογεί. Και εμείς κρατάμε στην καρδιά μας την ιερή ανάμνηση του πολύτιμη παρακαταθήκη.
Γαληνεύει ή ψυχή μας με την εικόνα εκείνη της πραότητας και της ειρήνης του κοντόσωμου με τον μαύρο μάλλινο σκούφο Γερούλη, πού ό Θεός εχαρίτωσε στους έσχατους τούτους καιρούς για να στηρίξει τις ψυχές των σημερινών ορθοδόξων.
Νίκος Ζίας
Πηγή
Στις 19 Νοεμβρίου (με το παλαιό) ή 2 Δεκεμβρίου (με το νέο ημερολόγιο) του 1991, εκοιμήθη ο μακαριστός Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης κατά κόσμον Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης. Ας έχουμε την ευχή του.
Στις 19 Νοεμβρίου (με το παλαιό) ή 2 Δεκεμβρίου (με το νέο ημερολόγιο) του 1991, εκοιμήθη ο μακαριστός Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης κατά κόσμον Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης. Ας έχουμε την ευχή του.
Κατηγορια
Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ
Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010
Τα ελληνικά είναι τραγούδι, του Διον. Σαββόπουλου
Τα ελληνικά είναι τραγούδι
Πρέπει να σας πω ότι δεν ήμουν πάντοτε υπέρ των τόνων.
Τούς θεωρούσα διακοσμητικά στολίδια, κατάλοιπα άλλων εποχών, που δεν χρειάζονται πια. Και καθώς δεν ήμουν ποτέ καλός στην ορθογραφία, το μονοτονικό με διευκόλυνε... Ώσπου συνέβη το εξής:
Είχα βρεθεί για ένα διάστημα ν’ ακούω συστηματικά, καινούργια ανέκδοτα τραγούδια, επωνύμων και ανωνύμων, για λογαριασμό τής δισκογραφικής εταιρείας “ Λύρα”, προκειμένου αυτή να τα ηχογραφήσει ή να τα επιστρέψει στους συνθέτες.
Είναι δύσκολο ν’ απορρίπτεις και ακόμα δυσκολότερο να εξηγείς το γιατί...
Το πράγμα με απησχόλησε. Έφερνα στο μυαλό μου μεγάλες ωραίες επιτυχίες, παλιά τραγούδια (…) και τα συνέκρινα μ’ αυτά που απέρριπτα, ώσπου μετά από μήνες διεπίστωσα κάτι πολύ απλό: Όταν μια μουσική μετατρέπει συστηματικά τις μακρές συλλαβές σε βραχείες ή όταν ανεβάζει την φωνή εκεί όπου υπάρχει απλώς μια περισπωμένη, ενώ την κατεβάζει συστηματικά εκεί που υπάρχει ψιλή οξεία, όταν δηλαδή η μουσική κινείται αντίθετα -προσέξτε, αντίθετα όχι στο ρυθμό τού ποιήματος, αλλά αντίθετα στις αναλογίες τονισμού και αντίθετα στην ορθογραφία του- τότε όσο έξυπνη και να ‘ναι, κάνει το τραγούδι δυσκίνητο και ασθματικό.
Στα πετυχημένα τραγούδια δεν συμβαίνει αυτό. Βέβαια, όταν γράφει κανείς πάνω σ’ ένα ρυθμό ή σ’ ένα μουσικό δρόμο, πρέπει να ακολουθήσει τα καλούπια τους, οπότε θα υπάρχουν σημεία όπου αυτή η πείρα που περιέγραψα, δεν τηρείται.
Αυτό όμως θα συμβεί μόνον όταν δεν γίνεται αλλιώς. Και πάντα η βιασμένη λέξη θα τοποθετείται έτσι ώστε να προηγούνται και να έπονται επιτυχείς στιγμές, ώστε να μειώνεται η εντύπωση τής ατασθαλίας, η οποία έτσι συνδυασμένη ωφελεί, διότι το τραγούδι αλλιώς θα ήταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δεν το είχα προσέξει. Και ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι οι τόνοι και τα πνεύματα ίσως να μην ήταν διακοσμήσεις, ίσως να είχαν λόγο.(…)
Μέσα στο στούντιο είχα και δύο εκπλήξεις. Να η πρώτη: Προσπαθώντας να ακούσω την διαφορά οξείας και περισπωμένης, διάβασα την φράση: “ Λυγά πάντα η γυναίκα”. Το “ πάντα” ακούγεται ψηλότερα από το “ λυγά” που παίρνει περισπωμένη. “ Λυγά πάντα η γυναίκα’ ακούγεται όμως περιέργως ψηλότερα κι από το “ γυναίκα”, που όμως παίρνει οξεία. Γιατί άραγε; Τηλεφώνησα σ’ έναν φίλο και έμαθα ότι η “ γυναίκα” οφείλει να παίρνει παρισπωμένη, διότι είναι τής τρίτης κλίσεως, η οποία όμως καταργήθηκε, γι’ αυτό πήρε οξεία η “ γυναίκα”.
Να λοιπόν, που από άλλο σημείο ορμώμενος, αναγκάστηκα να συμφωνήσω ότι κακώς καταργήθηκε η τρίτη κλίση αφού στην φωνή μας εξακολουθεί να υπάρχει “ Λυγά πάντα η γυναίκα” λοιπόν και παίρνει και περισπωμένη.
Η δεύτερη έκπληξη: Έδωσα σ’ έναν ανύποπτο νέο, που παρευρισκόταν στο στούντιο, να διαβάσει λίγες φράσεις. Εκεί μέσα είχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ως επίρρημα, διότι είχα πάντα την περιέργεια να διαπιστώσω αν προφέρουμε διαφορετικά το ωμέγα από το όμικρον. Ακούστε τις φράσεις:
Είν’ ακριβός αυτός ο αναπτήρας. Ας μην είν’ ωραίος, έχει την αξία του. Ναι, ακριβώς αυτό ήθελα να πω”.Ακουστικώς δεν παρατήρησα διαφορά. Έκοψα τις δύο λέξεις και τις κόλλησα την μία κατόπιν της άλλης. Ακούστε το!
“ Ακριβός… ακριβώς”.
Ελάχιστη διαφορά στο αυτί’ ο ηχολήπτης μόνον επέμενε ότι το δεύτερο είναι κάπως πιο φαρδύ. Ας το ξανακούσουμε:
“ Ακριβός… ακριβώς”.
Ασήμαντη διαφορά. Συνδέσαμε τότε τον παλμογράφο. Να το διάγραμμα του επιθέτου ακριβός, όπως προέκυψε, και να το πολύ πλουσιότερο τού επιρρήματος. Δεν είναι καταπληκτικό;
Όταν το είδα, τα μηχανήματα του στούντιο μού φάνηκαν σαν όργανα του παραμυθιού. Ο παλμογράφος μού φάνηκε σαν μια σκαπάνη που, κάτω από το έδαφος της καθημερινής ομιλίας, ανακαλύπτει αυτό που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, έστω μέσα σε χειμερία νάρκη, αυτό που συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να μνημειώσουν οι Αλεξανδρινοί δύο χιλιάδες χρόνια πριν.
Τίποτε δεν χάθηκε.
Όλα υπάρχουν.
Αρκεί να προσέξουμε αυτό το τραγούδι της καθημερινής ομιλίας που πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσά μας. Ακούστε πώς ηχούν οι τονισμοί. Ακούστε τα μακρά. Ακούστε την λαϊκή τραγουδίστρια πώς αποδίδει το ωμέγα ή την ψιλή οξεία (…).
Τέλος, ακούστε την θεία φωνή του Ανδρέα Εμπειρίκου, την παράξενη απαγγελία που κυνηγά την λάμψη της οξείας, τον πλούτο της διφθόγγου, τους τόνους και την ορθογραφία, σαν μουσικά σύμβολα μιάς φωνής που προϋπάρχει αδιάκοπα και οδηγεί το ποίημα.(…)
Δεν περιφρόνησα καμμιά άποψη και δεν κολάκευσα καμιά. Προσπάθησα να πω τρείς φορές τρείς αλήθειες.
Πρώτον: Τα ελληνικά είναι τραγούδι. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να απλοποιήσει ένα τραγούδι ή να το δει πρακτικά. Γιατί να δούμε λοιπόν τα ελληνικά, πρακτικά;
Δεύτερον: Όποιος σταθεί αλαζονικά απέναντι στα ρεφρέν που τον ψυχαγώγησαν διά βίου, στρέφεται εναντίον της προσωπικής του ιστορίας και πίστης. Τα ίδια μπορεί να πάθει ένας λαός με την γλώσσα. Ιδίως αν η γλώσσα του είναι τα ελληνικά.
Τρίτον: Τα ελληνικά ως τραγούδι είναι ανυπόφορα δύσκολα. Κανείς δεν τα βγάζει πέρα με τα ελληνικά. Απέναντι στα ελληνικά θα είμαστε πάντα φάλτσοι και αγράμματοι. Αλλά τί να γίνει; Σημασία έχει η συνείδηση ότι τα μιλάμε, όχι για να γίνουμε δεξιοτέχνες, αλλά για να γίνουμε άνθρωποι.
Ευχαριστώ.
Πρέπει να σας πω ότι δεν ήμουν πάντοτε υπέρ των τόνων.
Τούς θεωρούσα διακοσμητικά στολίδια, κατάλοιπα άλλων εποχών, που δεν χρειάζονται πια. Και καθώς δεν ήμουν ποτέ καλός στην ορθογραφία, το μονοτονικό με διευκόλυνε... Ώσπου συνέβη το εξής:
Είχα βρεθεί για ένα διάστημα ν’ ακούω συστηματικά, καινούργια ανέκδοτα τραγούδια, επωνύμων και ανωνύμων, για λογαριασμό τής δισκογραφικής εταιρείας “ Λύρα”, προκειμένου αυτή να τα ηχογραφήσει ή να τα επιστρέψει στους συνθέτες.
Είναι δύσκολο ν’ απορρίπτεις και ακόμα δυσκολότερο να εξηγείς το γιατί...
Το πράγμα με απησχόλησε. Έφερνα στο μυαλό μου μεγάλες ωραίες επιτυχίες, παλιά τραγούδια (…) και τα συνέκρινα μ’ αυτά που απέρριπτα, ώσπου μετά από μήνες διεπίστωσα κάτι πολύ απλό: Όταν μια μουσική μετατρέπει συστηματικά τις μακρές συλλαβές σε βραχείες ή όταν ανεβάζει την φωνή εκεί όπου υπάρχει απλώς μια περισπωμένη, ενώ την κατεβάζει συστηματικά εκεί που υπάρχει ψιλή οξεία, όταν δηλαδή η μουσική κινείται αντίθετα -προσέξτε, αντίθετα όχι στο ρυθμό τού ποιήματος, αλλά αντίθετα στις αναλογίες τονισμού και αντίθετα στην ορθογραφία του- τότε όσο έξυπνη και να ‘ναι, κάνει το τραγούδι δυσκίνητο και ασθματικό.
Στα πετυχημένα τραγούδια δεν συμβαίνει αυτό. Βέβαια, όταν γράφει κανείς πάνω σ’ ένα ρυθμό ή σ’ ένα μουσικό δρόμο, πρέπει να ακολουθήσει τα καλούπια τους, οπότε θα υπάρχουν σημεία όπου αυτή η πείρα που περιέγραψα, δεν τηρείται.
Αυτό όμως θα συμβεί μόνον όταν δεν γίνεται αλλιώς. Και πάντα η βιασμένη λέξη θα τοποθετείται έτσι ώστε να προηγούνται και να έπονται επιτυχείς στιγμές, ώστε να μειώνεται η εντύπωση τής ατασθαλίας, η οποία έτσι συνδυασμένη ωφελεί, διότι το τραγούδι αλλιώς θα ήταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δεν το είχα προσέξει. Και ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι οι τόνοι και τα πνεύματα ίσως να μην ήταν διακοσμήσεις, ίσως να είχαν λόγο.(…)
Μέσα στο στούντιο είχα και δύο εκπλήξεις. Να η πρώτη: Προσπαθώντας να ακούσω την διαφορά οξείας και περισπωμένης, διάβασα την φράση: “ Λυγά πάντα η γυναίκα”. Το “ πάντα” ακούγεται ψηλότερα από το “ λυγά” που παίρνει περισπωμένη. “ Λυγά πάντα η γυναίκα’ ακούγεται όμως περιέργως ψηλότερα κι από το “ γυναίκα”, που όμως παίρνει οξεία. Γιατί άραγε; Τηλεφώνησα σ’ έναν φίλο και έμαθα ότι η “ γυναίκα” οφείλει να παίρνει παρισπωμένη, διότι είναι τής τρίτης κλίσεως, η οποία όμως καταργήθηκε, γι’ αυτό πήρε οξεία η “ γυναίκα”.
Να λοιπόν, που από άλλο σημείο ορμώμενος, αναγκάστηκα να συμφωνήσω ότι κακώς καταργήθηκε η τρίτη κλίση αφού στην φωνή μας εξακολουθεί να υπάρχει “ Λυγά πάντα η γυναίκα” λοιπόν και παίρνει και περισπωμένη.
Η δεύτερη έκπληξη: Έδωσα σ’ έναν ανύποπτο νέο, που παρευρισκόταν στο στούντιο, να διαβάσει λίγες φράσεις. Εκεί μέσα είχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ως επίρρημα, διότι είχα πάντα την περιέργεια να διαπιστώσω αν προφέρουμε διαφορετικά το ωμέγα από το όμικρον. Ακούστε τις φράσεις:
Είν’ ακριβός αυτός ο αναπτήρας. Ας μην είν’ ωραίος, έχει την αξία του. Ναι, ακριβώς αυτό ήθελα να πω”.Ακουστικώς δεν παρατήρησα διαφορά. Έκοψα τις δύο λέξεις και τις κόλλησα την μία κατόπιν της άλλης. Ακούστε το!
“ Ακριβός… ακριβώς”.
Ελάχιστη διαφορά στο αυτί’ ο ηχολήπτης μόνον επέμενε ότι το δεύτερο είναι κάπως πιο φαρδύ. Ας το ξανακούσουμε:
“ Ακριβός… ακριβώς”.
Ασήμαντη διαφορά. Συνδέσαμε τότε τον παλμογράφο. Να το διάγραμμα του επιθέτου ακριβός, όπως προέκυψε, και να το πολύ πλουσιότερο τού επιρρήματος. Δεν είναι καταπληκτικό;
Όταν το είδα, τα μηχανήματα του στούντιο μού φάνηκαν σαν όργανα του παραμυθιού. Ο παλμογράφος μού φάνηκε σαν μια σκαπάνη που, κάτω από το έδαφος της καθημερινής ομιλίας, ανακαλύπτει αυτό που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, έστω μέσα σε χειμερία νάρκη, αυτό που συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να μνημειώσουν οι Αλεξανδρινοί δύο χιλιάδες χρόνια πριν.
Τίποτε δεν χάθηκε.
Όλα υπάρχουν.
Αρκεί να προσέξουμε αυτό το τραγούδι της καθημερινής ομιλίας που πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσά μας. Ακούστε πώς ηχούν οι τονισμοί. Ακούστε τα μακρά. Ακούστε την λαϊκή τραγουδίστρια πώς αποδίδει το ωμέγα ή την ψιλή οξεία (…).
Τέλος, ακούστε την θεία φωνή του Ανδρέα Εμπειρίκου, την παράξενη απαγγελία που κυνηγά την λάμψη της οξείας, τον πλούτο της διφθόγγου, τους τόνους και την ορθογραφία, σαν μουσικά σύμβολα μιάς φωνής που προϋπάρχει αδιάκοπα και οδηγεί το ποίημα.(…)
Δεν περιφρόνησα καμμιά άποψη και δεν κολάκευσα καμιά. Προσπάθησα να πω τρείς φορές τρείς αλήθειες.
Πρώτον: Τα ελληνικά είναι τραγούδι. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να απλοποιήσει ένα τραγούδι ή να το δει πρακτικά. Γιατί να δούμε λοιπόν τα ελληνικά, πρακτικά;
Δεύτερον: Όποιος σταθεί αλαζονικά απέναντι στα ρεφρέν που τον ψυχαγώγησαν διά βίου, στρέφεται εναντίον της προσωπικής του ιστορίας και πίστης. Τα ίδια μπορεί να πάθει ένας λαός με την γλώσσα. Ιδίως αν η γλώσσα του είναι τα ελληνικά.
Τρίτον: Τα ελληνικά ως τραγούδι είναι ανυπόφορα δύσκολα. Κανείς δεν τα βγάζει πέρα με τα ελληνικά. Απέναντι στα ελληνικά θα είμαστε πάντα φάλτσοι και αγράμματοι. Αλλά τί να γίνει; Σημασία έχει η συνείδηση ότι τα μιλάμε, όχι για να γίνουμε δεξιοτέχνες, αλλά για να γίνουμε άνθρωποι.
Ευχαριστώ.
Κατηγορια
Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ
Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010
Χαρμολύπη...
Δεν ξέρω αν είναι μελαγχολικοί οι έρωτες. Χαρμόλυποι θα 'λεγα. Και το ένα και το άλλο. Δηλαδή άγρια χαρά και άγρια λύπη. Χαρά γιατί καίγεται ο εαυτός σου, κινητοποιείται ο οργανισμός σου, τα κύτταρά σου τρέχουν, προχωρούν με μεγάλα άλματα ή τρέχουν. Λύπη γιατί ποτέ δεν κατακτάς εκείνο που θέλεις. Εγώ πάντα είχα την αίσθηση, ήθελα τον Θεό και έβρισκα τους αγγέλους. Η μελαγχολία μου θά ΄λεγα ότι είναι προϊόν των τελευταίων δυο χρόνων. Βέβαια υπάρχει μια κατάθλιψη των τελευταίων δυο χρόνων. Προέρχεται βασικά, ότι δεν βρίσκω τόση ένταση γύρω μου, είτε στο πεδίο της πολιτικής, είτε στο προσωπικό μου πεδίο, όση θα ήθελα. Προέρχεται από το ότι η κοινωνία, αυτή που κάποτε την ανεχόμουν γιατί είχα ζήσει μέσα της, από τη στιγμή που μαθαίνεις να ζεις δίχως αυτήν, μετά δύσκολα την υποφέρεις. Δηλαδή, μου είναι κάπως αφόρητο να βρεθώ στον κόσμο των μεγαλοαστών, στα πάρτυ ξέρω 'γω της κοινωνίας τους, σκυλοβαριέμαι όταν τους βλέπω... Λοιπόν, να ένας πρώτος λόγος, ο δεύτερος λόγος είναι πολιτικός, κοινωνικός, ερωτικός. Τρίτος λόγος είναι ότι συμβαίνουν πράγματα που στην αρχή τα υφίστασαι, μετά όμως σε κουράζουν. Δηλαδή, μ' έχει κουράσει αυτή η αντιπαλότητα των διπλωματών όταν κι απ' την άλλη μεριά δεν μπορείς να κάνεις αυτοκριτική, να πεις κάνω λάθος, γιατί έχεις όλο τον έπαινο του δήμου και ξαφνικά έχεις την αντιπαλότητα ορισμένων κύκλων. Μ' έχει κουράσει - ακόμη ότι και στον άμεσο χώρο που ζω, υπάρχει αγάπη, υπάρχει φιλία, υπάρχουν όλα αυτά, αλλά δεν υπάρχει πάθος. Και χωρίς πάθος εγώ δύσκολα ζω, ακόμα και δω που ζω στην εξοχή. Κι αυτό μου λείπει. Δηλαδή, εγώ έχω ανάγκη την πυρκαγιά!
Κωστή Μοσκώφ, Στα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας
Εκδόσεις Ιανός
Πηγή
Κωστή Μοσκώφ, Στα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας
Εκδόσεις Ιανός
Πηγή
Κατηγορια
Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ
Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010
Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010
Τής αρρήτου σοφίας θεοπτικώς, εξαντλήσας τόν πλούτον...
Συναξάριον
Τή ΙΓ’ τού αυτού μηνός, Μνήμη τού εν Αγίοις Πατρός ημών Ιωάννου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, τού Χρυσοστόμου.
Στίχοι
Μύσας ο χρυσούς Ιωάννης τό στόμα,
Αφήκεν ημίν άλλο τάς βίβλους στόμα.
Αμφί τρίτην δεκάτην σίγησεν χρύσεα χείλη.
Καθισμα Ήχος πλ. δ’
Μύσας ο χρυσούς Ιωάννης τό στόμα,
Αφήκεν ημίν άλλο τάς βίβλους στόμα.
Αμφί τρίτην δεκάτην σίγησεν χρύσεα χείλη.
Καθισμα Ήχος πλ. δ’
Τής αρρήτου σοφίας θεοπτικώς, εξαντλήσας τόν πλούτον τόν γνωστικόν, πάσιν εθησαύρισας, ορθοδοξίας τά νάματα, τών μέν πιστών καρδίας, ενθέως ευφραίνοντα, τών δέ απίστων αξίως, βυθίζοντα δόγματα, όθεν δι’ αμφοτέρων, ευσεβείας ιδρώσιν, εδείχθης αήττητος, τής Τριάδος υπέρμαχος, Ιωάννη Χρυσόστομε, πρέσβευε Χριστώ τώ Θεώ, τών πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοίς εορτάζουσι πόθω, τήν αγίαν μνήμην σου.
Μηναίο μηνός Νοεμβρίου
Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010
Η Ψήφος, του Στάθη
...η δημοκρατία είναι κι αυτή παιδί τού των πάντων πατρός πολέμου -γεννήθηκε όταν οι γεωργοί συμπαρατάχθηκαν στη φάλαγγα με τους γαιοκτήμονες και, μετέχοντας στους ίδιους κινδύνους, απαίτησαν λόγο στη λήψη των αποφάσεων, δηλαδή πολιτικά δικαιώματα.
Με έναν τρόπο ο οπλίτης γέννησε τον πολίτη, με το όπλον (την ασπίδα) και τον λόγο στην Αθήνα, με «το σπαθί και το άροτρον» στη Ρώμη -περίπου την ίδια αρχαϊκή εποχή.
Στην αρχή η δημοκρατία υπήρξε «δρακόντεια» κι ύστερα τιμοκρατική- κι έχω την εντύπωση ότι έκτοτε τιμοκρατική παραμένει. Στην κλασσική Αθήνα, για τα περίπου 50 χρόνια που διήρκεσε η δημοκρατία στη χρυσή της εκδοχή, υπήρξε άμεση μόνον ως προς τους ελεύθερους πολίτες κι επί μισθώ ψηφοφόρους, αυστηρή «ισλαμικώ τω τρόπω» με την εφαρμογή των νόμων, οι οποίοι συχνά δεν ήταν παρά ένα όπλο των πλουσίων εναντίον των φτωχών ή των φτωχών εναντίον των πλουσίων, αναλόγως των ταλαντώσεων που προκαλούσε στους πολιτικούς συσχετισμούς η ταξική πάλη. Αλλοτε ο δήμος εθεωρείτο σοφός κι άλλοτε όχλος, αναλόγως του ποιος είχε το πάνω χέρι (πριν να του πάρουν το κεφάλι).
Η ισηγορία και η ισονομία, αλλά ποτέ η ισότητα (ή η αδελφοσύνη), χαρακτήρισαν την Αθηναϊκή Δημοκρατία, μια κοινωνία πατριαρχική και φυλετική στο εσωτερικό της, ιμπεριαλιστική στην εξωτερική της πολιτική, που σε ορισμένους τομείς υπήρξε κατώτερη απ' τη στρατιωτική δημοκρατία της Σπάρτης (όπως στην αγωγή ή την υπεράσπιση της κοινής ελευθερίας) και που εν τέλει διαλύθηκε απ' τη στρατιωτική ολιγαρχία της Μακεδονίας.
Αφήνοντας όμως πίσω της μια ακατάλυτη κληρονομιά στους αιώνες: την ψήφο.
Και: την ελευθερία του λόγου.
Ακόμα και στην πιο αριστοκρατική και ολιγαρχική εκδοχή της δημοκρατίας, στην προαυτοκρατορική Ρώμη, η ψήφος, ακόμα και μετρημένη σε εκατονταρχίες (100 πολίτες = μία ψήφος) ήταν απαραίτητη για να δείξει ο λαός ποιος (απ' τους αριστοκράτες συνήθως) ήθελε να τον κυβερνήσει.
Από τότε η ψήφος έχει περίπου την ίδια έννοια που έχει και σήμερα: ο λαός δεν ψηφίζει για να αυτοκυβερνηθεί, αλλά για να επιλέξει (και να εκλέξει) ποίος, ποιοι θα τον κυβερνήσουν(...)
Ομως η δύναμη του λαού ακόμα και με τις αυταπάτες του είναι τόσον τρομερή που η αυτοκρατορική Ρώμη απέφυγε να απεκδυθεί, ώσπου έσβησε στη Δύση, τη δημοκρατική της επίφαση.
Ακόμα και στο Βυζάντιο ο απόηχος της απόμακρης δημοκρατικής παράδοσης αποτυπώνεται στη νομιμότητα της «βασιλείου τάξεως», του Συντάγματος, εφ' όσον ασκείται υπέρ του λαού (με τη θέληση του Θεού) και στην «τυραννίδα», όταν στρέφεται εναντίον του. Μάλιστα η ανατροπή του «Τυράννου» εμπεριέχει δημοκρατική νομιμοποίηση, διότι αποκαθιστά το δίκαιο, παραμένει ένα «νόμιμο επαναστατικό» δικαίωμα του λαού (ή της αριστοκρατίας που το υφαρπάζει στο όνομά του).
Οπως και να 'χει, ο άνθρωπος-πολίτης, από τη στιγμή που για πρώτη φορά εψήφισε, γεύθηκε τον καρπό της γνώσης (και της επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό έτσι όπως ο ίδιος το προσδιορίζει, είτε με την ελεύθερη βούλησή του είτε με την πελατειακή του σχέση). Κι έτσι κάνοντας άλματα μέσα στον χρόνο η δημοκρατία εμφανίζεται, εξαφανίζεται, επανεμφανίζεται μέσα σε μια ποικιλία εκδοχών, από την αριστοκρατική δημοκρατία της Φλωρεντίας, έως την κοινοβουλευτική τού Κρόμβελ κι από την επαναστατική αστική δημοκρατία που έδωσε στον κόσμο η Γαλλική Επανάσταση και έως τις λαϊκές δημοκρατίες που γεννήθηκαν μετά την Οκτωβριανή.
Σε όλες αυτές τις δημοκρατίες το κουμπί της Αλέξαινας (για να λειτουργήσουν) είναι η ψήφος, η ουσία τους (και η ανυπέρβλητη γοητεία του ατελούς αυτού πολιτεύματος) είναι η ελευθερία του λόγου και της διακίνησης των ιδεών, ενώ το πού πάνε σχετίζεται με την ταξική πάλη. Οι λαϊκές δημοκρατίες, για παράδειγμα, υποβαθμίζοντας ή καταργώντας την ελευθερία του λόγου, κατάργησαν κάθε μηχανισμό αυτοελέγχου και, παρ' ότι πρόσφεραν πολλά στους λαούς τους, εξαερώθηκαν(...)
Παρά ταύτα, και ίσως διά ταύτα, στη φάση που είμαστε, στη νηπιακή ακόμα και παιδαριώδη ηλικία της ανθρωπότητας, οι πολίτες εξακολουθούν να έχουν ένα όπλον (μιαν ασπίδα), την ψήφο τους. Κι έναν λόγο, τη λογική τους για να διαλέγουν (και να εκλέγουν) με ποιον θα συμπαρατάσσονται κάθε φορά. Με τον ίδιον εαυτόν λαό ή με τους λαοπλάνους;
Η δημοκρατία είναι θέμα ψήφου κι ελευθερίας. Δηλαδή ταξικής πάλης. Μπορεί να είναι η δημοκρατία των Δυνατών (με την έγκριση της ψήφου των πολλών) και μπορεί να γίνει η δύναμη (το κράτος) του λαού, ώσπου κάποια στιγμή αυτό το «γίνει» να φύγει απ' την ευκτική τού «γένοιτο» και να μπει σε ενεστώτα διαρκείας, να «γίνεται».
Καλό βόλι.
ΣΤΑΘΗΣ Σ. 5.ΧΙ.2010
Ελευθεροτυπία
Με έναν τρόπο ο οπλίτης γέννησε τον πολίτη, με το όπλον (την ασπίδα) και τον λόγο στην Αθήνα, με «το σπαθί και το άροτρον» στη Ρώμη -περίπου την ίδια αρχαϊκή εποχή.
Στην αρχή η δημοκρατία υπήρξε «δρακόντεια» κι ύστερα τιμοκρατική- κι έχω την εντύπωση ότι έκτοτε τιμοκρατική παραμένει. Στην κλασσική Αθήνα, για τα περίπου 50 χρόνια που διήρκεσε η δημοκρατία στη χρυσή της εκδοχή, υπήρξε άμεση μόνον ως προς τους ελεύθερους πολίτες κι επί μισθώ ψηφοφόρους, αυστηρή «ισλαμικώ τω τρόπω» με την εφαρμογή των νόμων, οι οποίοι συχνά δεν ήταν παρά ένα όπλο των πλουσίων εναντίον των φτωχών ή των φτωχών εναντίον των πλουσίων, αναλόγως των ταλαντώσεων που προκαλούσε στους πολιτικούς συσχετισμούς η ταξική πάλη. Αλλοτε ο δήμος εθεωρείτο σοφός κι άλλοτε όχλος, αναλόγως του ποιος είχε το πάνω χέρι (πριν να του πάρουν το κεφάλι).
Η ισηγορία και η ισονομία, αλλά ποτέ η ισότητα (ή η αδελφοσύνη), χαρακτήρισαν την Αθηναϊκή Δημοκρατία, μια κοινωνία πατριαρχική και φυλετική στο εσωτερικό της, ιμπεριαλιστική στην εξωτερική της πολιτική, που σε ορισμένους τομείς υπήρξε κατώτερη απ' τη στρατιωτική δημοκρατία της Σπάρτης (όπως στην αγωγή ή την υπεράσπιση της κοινής ελευθερίας) και που εν τέλει διαλύθηκε απ' τη στρατιωτική ολιγαρχία της Μακεδονίας.
Αφήνοντας όμως πίσω της μια ακατάλυτη κληρονομιά στους αιώνες: την ψήφο.
Και: την ελευθερία του λόγου.
Ακόμα και στην πιο αριστοκρατική και ολιγαρχική εκδοχή της δημοκρατίας, στην προαυτοκρατορική Ρώμη, η ψήφος, ακόμα και μετρημένη σε εκατονταρχίες (100 πολίτες = μία ψήφος) ήταν απαραίτητη για να δείξει ο λαός ποιος (απ' τους αριστοκράτες συνήθως) ήθελε να τον κυβερνήσει.
Από τότε η ψήφος έχει περίπου την ίδια έννοια που έχει και σήμερα: ο λαός δεν ψηφίζει για να αυτοκυβερνηθεί, αλλά για να επιλέξει (και να εκλέξει) ποίος, ποιοι θα τον κυβερνήσουν(...)
Ομως η δύναμη του λαού ακόμα και με τις αυταπάτες του είναι τόσον τρομερή που η αυτοκρατορική Ρώμη απέφυγε να απεκδυθεί, ώσπου έσβησε στη Δύση, τη δημοκρατική της επίφαση.
Ακόμα και στο Βυζάντιο ο απόηχος της απόμακρης δημοκρατικής παράδοσης αποτυπώνεται στη νομιμότητα της «βασιλείου τάξεως», του Συντάγματος, εφ' όσον ασκείται υπέρ του λαού (με τη θέληση του Θεού) και στην «τυραννίδα», όταν στρέφεται εναντίον του. Μάλιστα η ανατροπή του «Τυράννου» εμπεριέχει δημοκρατική νομιμοποίηση, διότι αποκαθιστά το δίκαιο, παραμένει ένα «νόμιμο επαναστατικό» δικαίωμα του λαού (ή της αριστοκρατίας που το υφαρπάζει στο όνομά του).
Οπως και να 'χει, ο άνθρωπος-πολίτης, από τη στιγμή που για πρώτη φορά εψήφισε, γεύθηκε τον καρπό της γνώσης (και της επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό έτσι όπως ο ίδιος το προσδιορίζει, είτε με την ελεύθερη βούλησή του είτε με την πελατειακή του σχέση). Κι έτσι κάνοντας άλματα μέσα στον χρόνο η δημοκρατία εμφανίζεται, εξαφανίζεται, επανεμφανίζεται μέσα σε μια ποικιλία εκδοχών, από την αριστοκρατική δημοκρατία της Φλωρεντίας, έως την κοινοβουλευτική τού Κρόμβελ κι από την επαναστατική αστική δημοκρατία που έδωσε στον κόσμο η Γαλλική Επανάσταση και έως τις λαϊκές δημοκρατίες που γεννήθηκαν μετά την Οκτωβριανή.
Σε όλες αυτές τις δημοκρατίες το κουμπί της Αλέξαινας (για να λειτουργήσουν) είναι η ψήφος, η ουσία τους (και η ανυπέρβλητη γοητεία του ατελούς αυτού πολιτεύματος) είναι η ελευθερία του λόγου και της διακίνησης των ιδεών, ενώ το πού πάνε σχετίζεται με την ταξική πάλη. Οι λαϊκές δημοκρατίες, για παράδειγμα, υποβαθμίζοντας ή καταργώντας την ελευθερία του λόγου, κατάργησαν κάθε μηχανισμό αυτοελέγχου και, παρ' ότι πρόσφεραν πολλά στους λαούς τους, εξαερώθηκαν(...)
Παρά ταύτα, και ίσως διά ταύτα, στη φάση που είμαστε, στη νηπιακή ακόμα και παιδαριώδη ηλικία της ανθρωπότητας, οι πολίτες εξακολουθούν να έχουν ένα όπλον (μιαν ασπίδα), την ψήφο τους. Κι έναν λόγο, τη λογική τους για να διαλέγουν (και να εκλέγουν) με ποιον θα συμπαρατάσσονται κάθε φορά. Με τον ίδιον εαυτόν λαό ή με τους λαοπλάνους;
Η δημοκρατία είναι θέμα ψήφου κι ελευθερίας. Δηλαδή ταξικής πάλης. Μπορεί να είναι η δημοκρατία των Δυνατών (με την έγκριση της ψήφου των πολλών) και μπορεί να γίνει η δύναμη (το κράτος) του λαού, ώσπου κάποια στιγμή αυτό το «γίνει» να φύγει απ' την ευκτική τού «γένοιτο» και να μπει σε ενεστώτα διαρκείας, να «γίνεται».
Καλό βόλι.
ΣΤΑΘΗΣ Σ. 5.ΧΙ.2010
Ελευθεροτυπία
Κατηγορια
Πόλις Πολίτης Πολιτική
Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010
Μια φορά κι έναν καιρό...
Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια πολύ άσχημη πόλη. Βία, εγκλήματα, κυκλοφοριακό, ατυχήματα, ναρκωτικά, βρωμιά και γκρίζοι δυστυχισμένοι πολίτες. Και δεν ήταν καμιά μικρή πόλη, είχε έξι εκατομμύρια κατοίκους που είχαν παραδοθεί εντελώς στην μαυρίλα.Ένα πρωί, ο διευθυντής του Πανεπιστημίου της πόλης που ήταν μαθηματικός και φιλόσοφος, εκεί που πήγαινε στη δουλειά του και βλέποντας την κατάντια της πόλης του, πήρε μια πολύ περίεργη απόφαση. Δήλωσε την παραίτησή του στο Πανεπιστήμιο, λέγοντας πως ήθελε να διευρύνει την διδασκαλία του και στα έξι εκατομμύρια κατοίκους. Στους μαθητές του στο Πανεπιστήμιο, ο καθηγητής αυτός ήταν γνωστός για τους περίεργους τρόπους διδασκαλίας του. Γενικά, εφεύρισκε αστείους και εντελώς ανορθόδοξους τρόπους για να πετυχαίνει το σκοπό του και περιέργως, πάντα τα κατάφερνε. Για την προεκλογική καμπάνια του λοιπόν, φόρεσε μια στολή σούπερμαν, αυτοχρίστηκε 'υπερπολίτης' και αμολήθηκε στους δρόμους βάζοντας ταυτόχρονα υποψηφιότητα για δήμαρχος. Έφερε πολύ γέλιο στον κόσμο αλλά επειδή όπως έλεγαν, είχε αρκετά ειλικρινή φάτσα, τον ψήφισαν.
Ο καινούργιος δήμαρχος όμως δεν είχε καμία σχέση με τους προηγούμενους. Η πρώτη του κίνηση ήταν να προσλάβει 20 μίμους και να τους σκορπίσει στους δρόμους της πόλης. Η δουλειά τους ήταν να κοροϊδεύουν όσους παραβίαζαν τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Σιγά, θα μου πείτε. Οι πολίτες όμως (που εννοείται δεν τηρούσαν τους κανόνες οδικής συμπεριφοράς), άρχισαν να συμμορφώνονται γιατί αποδείχτηκε πως τους πείραζε πολύ περισσότερο η δημόσια κοροϊδία, παρά τα πρόστιμα. Αμέσως μετά, βγήκε σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές και έκανε ντους, κλείνοντας την παροχή νερού ενώ σαπουνιζόταν, για να δείξει στους πολίτες πώς μπορούν να εξοικονομούν νερό. Και βουαλά! Η κατανάλωση νερού αμέσως έπεσε. Όρισε Ημέρα Γυναίκας όπου οι άντρες θα φρόντιζαν τα παιδιά και οι γυναίκες θα έβγαιναν βόλτα στην πόλη. Αυτό, ήταν ανήκουστο γιατί η συγκεκριμένη πόλη ήταν πολύ επικίνδυνο μέρος τα βράδια, ενώ οι γυναίκες δεν έβγαιναν βόλτες σχεδόν ποτέ ως τότε... 700.000 γυναίκες γέμισαν τους δρόμους πανηγυρίζοντας ενώ ακόμη και o αρχηγός της αστυνομίας ήταν γυναίκα εκείνο το βράδυ.
Το καλύτερο; Μοίρασε στους πολίτες ταμπέλες με thumbs up και thumbs down για να επιδοκιμάζουν ή να αποδοκιμάζουν δημόσια τις πράξεις των συμπολιτών τους. Γενικώς σκαρφιζόταν αστείες ή περίεργες καμπάνιες για κάθε τι που ήθελε να πετύχει, όπως όταν ζήτησε να του τηλεφωνήσει (στο προσωπικό του γραφείο μάλιστα) όποιος πολίτης συναντούσε έστω κι έναν υποδειγματικό ταξιτζή. Σύντομα, 150 τηλεφωνήματα συντέλεσαν στο να δημιουργηθεί ομάδα ταξιτζίδων που ο δήμαρχος ονόμασε Ιππότες της Ζέβρας και είχαν την προσωπική του υποστήριξη. Ίδρυσε επίσης ταμείο εθελοντικών φόρων για όσους ήθελαν να δώσουν παραπάνω χρήματα (!) στο δημοτικό ταμείο. Φυσικά και μάζεψε χρήματα. Τέλος, προσπαθώντας να δείξει πόσο σημαντική είναι η ανθρώπινη ζωή, ζωγράφισε αστέρια σε κάθε σημείο θανάτου από τροχαίο στην πόλη, πράγμα εξαιρετικά έξυπνο γιατί το αποτέλεσμα ήταν πανέμορφο αλλά και ιδιαίτερα σοκαριστικό.
Όχι, δεν είναι παραμύθι. Πρόκειται για τον Κολομβιανό Antanas Mockus, τον δήμαρχο της Μποκοτά το 1993. Μετά το πέρας της θητείας του, ο παράξενος αυτός δήμαρχος, ξεκίνησε διαλέξεις αναλύοντας τα συμπεράσματά του από το κοινωνικό του πείραμα. Ένα από τα συμπεράσματά του είναι πως η γνώση δίνει δύναμη αρκεί να καταφέρεις να τη μεταδώσεις μέσω της τέχνης, του χιούμορ και της δημιουργικότητας. Μόνο έτσι οι άνθρωποι αποδέχονται τις αλλαγές.
Το πλήρες κείμενο και τα αποτελέσματα των πρακτικών του Antanas Mockus σε νούμερα από την επίσημη εφημερίδα του Harvard University
Κατηγορια
Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













