Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Ο Ρωμανός και πάλιν, του Θ.Π. Τάσιου


Πριν από τρία χρόνια περίπου, στην ίδια ετούτη στήλη, είχα αναφερθεί στη διπλή «παγκοσμιότητα» του 5ου αιώνος - Χριστιανική πίστη αφενός και Ελληνική γλώσσα αφετέρου. Μέσα-της άνθησε ο ωραίος εκείνος εβραιοσύριος ποιητής, ο διάκονος του ναού της Θεοτόκου στην Πόλη - ο Ελλην την παιδείαν Ρωμανός. Υποπίπτω σήμερα στην ίδια γοητεία των στίχων-του, μ' ένα άλλο απάνθισμα, λόγω επικαιρότητος.

* Και πώς να μην αρχίσεις πάλι από της Μάννας το δράμα όταν, κατα τον ποιητή, προσπαθεί να μεταπείσει τον Υιόν της: «Υπάγεις ώ τέκνον προς άδικον φόνον». Κι εκείνος απαντά «μη θάνω; πώς ουν ελκύσω προς ζωή τους εν τω Αδη;»· Αλλ' η τυραγνισμένη Μάννα δεν πείθεται απ' το μεταφυσικό επιχείρημα· και αντιτάσσει την πρακτική άποψη οτι πάμπολλους έσωσες, χωρίς να πάθεις τίποτε - τώρα γιατί να πάθεις: «Τί μοι λέγεις, σπλάγχνον, "ει μή θάνω, ο Αδάμ ουχ υγιαίνει"; Και μήν άνευ πάθους εθεράπευσας πολλούς: Λεπρόν γάρ καθήρας και ούκ ήλγησας ουδέν. Παράλυτον σφίγξας, ου κατεπονήθης. Πήρον πάλιν λόγω ομματώσας, απαθής μεμένηκας». Αλλεπάλληλα τα επιμέρους παραδείγματα σωτηρίας ανθρώπων, χωρίς κατ' ανάγκην να πάθει τίποτα το Παιδί-της: «Νεκρούς αναστήσας, νεκρός ούκ εγένου»! Καθώς όμως Εκείνος εμμένει στην υπέρτατη θυσία, η κατακαϋμένη Μάννα τολμάει να ρωτήσει άν πάντως θα μπορέσει να τον ξαναϊδεί. «Μην οργισθής μοι, έτι άπαξ άν ειπώ: Αν θάνης, βλέψω σοι πάλιν;»· Δεν αμφιβάλλει για την Ανάσταση. Φοβάται μόνον μήπως Εκείνος μετά τον τάφο φύγει για τα Ουράνια και «ζητούσα-σε ιδείν, κλαύσω, κράξω "πού εστίν ο υιός και θεός μου"»· Ανθρώπινος πόνος βαθύς και μητρικό αίσθημα απαρηγόρητο. Θα την διαβεβαιώσει όμως Εκείνος: «Θάρσει μήτερ οτι πρώτη με οράς απο του τάφου!»...

* Ας πάμε όμως να ακούσομε και τα κατα Ρωμανόν Πάθη του Αδη. Και πρώτα η άκρως εμβληματική εικόνα την οποία χρησιμοποιεί ο ποιητής: «Τους τρεις σταυρούς τους έμπηξε στον Γολγοθά ο Πιλάτος. / Το νοιώθει ο Αδης και ρωτά / το καρφί στην καρδιά ποιός μου τό 'μπηξε; / Πονάν τα μέσα μου, αλγεί η καρδιά-μου / και μ' αναγκάζουνε να βγάλω έξω / το σόι του Αδάμ· / με το ξύλο της Γνώσης τους απόχτησα / και τώρα ενα ξύλο πάλι / τους ξαναμπάζει στον Παράδεισο»! Ετούτη η ανεπαρκής παράφραση του Οίκου α´ του Κοντακίου της Σταυρώσεως περισώζει παρα ταύτα την εικονοποιητική δεινότητα του Μελωδού. Και λέει ο Αδης ο ταλαίπωρος στον Διάβολο: «Δράμε και ίδε, του ξύλου την ρίζαν εντός της ψυχής-μου· κάτω κατήλθεν ίν' αναστήση τον Αδάμ ως σίδηρον». Ο Διάβολος όμως αρνείται να παραδεχθεί την ήττα· κατηγορεί τον Αδη («δειλέ και φοβιτσιάρη»), θυμίζει πως κι η σταύρωση άλλωστε διαβολικό έργο είναι - και τάζει να ανατρέψει την κατάσταση. Αλλ' ο πληγωμένος Αδης αποκρίνεται: «Αυτό γαρ το ξύλον εις ό εγκαυχάσαι, το πάν εσάλευσεν, και τους εν μνήμασι εξανέστησε».

* Τα «Πάθη των Κάτω» θα τελειώσουν βέβαια με τον Διάβολο να «τύπτει το στήθος εκπληττόμενος» και να παρακαλάει τον Αδη να του προσφέρει καταφύγιο αφού «τα σά γάρ υπέστην, τοις σοίς μή πιστεύσας»...

Κι ίσως, πιστεύοντες και μή πιστεύοντες, είναι ωραίο να τραγουδήσομε μαζύ με τον Ρωμανό «συναναστήτω σοι, σωτήρ, η νεκρωθείσα ψυχή μου, και μή εις λήθην έλθη των ασμάτων τούτων».

Ο κ. Θεοδόσης Π. Τάσιος είναι ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: